Skip to main content

Full text of "Ho exoristos tou 1831"

See other formats


ΤΙιΐδ ΐδ α άΐ^ΐΐαΐ οοργ οί α 1)θθ]<: ΙΙιαΙ \ναδ ρΓεδεΓνεά ίοΓ ^εηβΓαΙΐοηδ οη 1ΐΐ3ΓαΓγ δΐιείνεδ ΐ36ίθΓ6 ΐΐ \ναδ οαΓβίπΙΙγ δοαππεά Ιογ Οοο^ΐε αδ ραΓί οί α ρΓθ]60ΐ 
Ιο ιηα]<:6 ΐΐΐβ \νοΓΐά'δ ΐ3θθ]<:δ (1ΐδθον6Γαΐ3ΐ6 οηΐΐηε. 

II Ιιαδ δΐίΓνΐνεά 1οη§ ©ηοπ^Ιι ίοΓ Ιΐΐ6 οοργή^ΙιΙ ίο εχρίΓε αηά Ιΐιε ΐ3θθ]<: ίο εηΙβΓ Ιΐιε ριιΐ3ΐΐο άοιηαΐη. Α ριιΐ3ΐΐο άοπιαΐη ΐ3θθ]<: ΐδ οηε ΙΙιαΙ \ναδ ηενεΓ δΐιΐ3]60ΐ 
Ιο οοργή^ΐιΐ ΟΓ \ν1ιθδ£ Ιβ^αΐ οοργή^ΙιΙ ΐ6Γπι Ιιαδ ^χρίΐ&ά. ν/Ιιούιοΐ α ΐ3θθ]<: ΐδ ΐη ΐΐιε ριιΐ3ΐΐο άοιηαΐη ηιαγ ναΓγ οοπηίΓγ Ιο οοιιηΐΓγ. Ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ΐ3θθ]<:δ 
αΓ6 οπΓ §αΐ6\ναγδ ίο ΐΐιε ραδί, τερΓεδεηΐΐη^ α \ν£α111ι οί ΙιΐδΙΟΓγ, οπΙΐιίΓε αηά ]<:ηο\νΐ£ά§£ ΐΐιαί'δ οίΐεη άΐίίιοιιΐΐ Ιο άΐδοονεΓ. 

ΜαΓίίδ, ηοΐαΐΐοηδ αηά οΙΙΐβΓ ηιαΓ^ΐηαΙΐα ρΓδδεηΐ ΐη ΐΐιε οή^ΐηαΐ νοίπηι© \νΐ11 αρρεαΓ ΐη ΐΐιΐδ βίε - α τεηιΐηάβΓ οί Ιΐιΐδ ΐ3θθ]<:'δ 1οη§ ]οιΐΓη6γ ίΓοηι Ιΐιε 
ριιΐ3ΐΐδ1ΐ6Γ ίο α 1ΐΐ3ΓαΓγ αηά βηαΐΐγ Ιο γοιι. 

υδ3§6 ^αιάεΠηβδ 

Οοο^ΐε ΐδ ρΓΟίιά Ιο ραΓίηεΓ \νΐ11ι 1ΐΐ3ΓαΓΪ6δ Ιο άΐ^ΐΐΐζε ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ηιαίεπαΐδ αηά ηια]<:£ Ιΐιεηι χνΐάεΐγ αοοεδδΐΐ^ΐε. Ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ΐ3θθ]<:δ ΐ36ΐοη§ ίο Ιΐιε 
ρυΐ^ΐΐο αηά \ν6 αΓ6 ηιοΓεΙγ ΐΙιεΐΓ οπδΐοάΐαηδ. ΝενεΓΐΙΐβΙβδδ, Ιΐιΐδ \νοΓ]<: ΐδ εχρεηδΐνε, δο ΐη ΟΓάεΓ Ιο Ι^εερ ρΓονΐάΐη^ ΐΜδ ΓεδοιίΓοε, \ν6 Ιιανο Ιαΐ^εη δίερδ ίο 
ρΓβνεηΙ αΐ3ΐΐδ6 ΐ3γ οοηιηΐ6Γθΐα1 ραΓΐΐεδ, ΐηο1ιιάΐη§ ρ1αοΐη§ ΐεοΐιηΐοαΐ ΓεδΙήοΙΐοηδ οη αιιΐοηιαΐεά ςπ^Γγΐη^. 

λν© αίδο αδ]<: ΐΐιαΐ γοπ: 

+ ΜαΙίβ ηοη-οοΜΐηβναίαΙ ιΐ8β ο/ίΗββΙβΞ λΥε άεδΐ^ηεά Οοο^ΐε Βοο]<: ΞεαΓοΙι ίον ιΐδ© ΐ3γ ΐηάΐνΐάιιαίδ, αηά \ν6 ΓεςπεδΙ Ιΐιαΐ γοιι ιίδε ΐΐιεδβ βίεδ ίον 
ρεΓδοηαΙ, ηοη-οοηιηΐ6Γθΐα1 ριίΓροδβδ. 

+ Κβ/Γαίη/Γοηι αηίοηιαίβά ρΗ6Γγίη§ Όο ηοΐ δεηά απίοηιαΐβά ςιΐβήβδ οί αηγ δΟΓΐ ίο Οοο^ΐε'δ δγδΐεηι: Ιί γοπ αΓ6 οοηάηοΐΐη^ τεδεαΓοβ οη ηιαοβΐηε 
ΐΓαηδΙαΙΐοη, ορίΐοαΐ οΚαΓαοΙεΓ τεοο^ηΐΐΐοη ογ οΙΚογ αΓοαδ \νβ6Γ£ αοοεδδ ίο α ΙαΓ^ε αηιοιιηΐ οί ΙεχΙ ΐδ βείρίπΐ, ρΐεαδε οοηίαοί ιΐδ. λΥε εηοοπΓα^ε Ιβε 
ιΐδ6 οί ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ηιαΐ6ΓΪα1δ ίοΓ ΐΚεδε ριίφΟδεδ αηά ηιαγ Ι)© αΐ)!© Ιο βείρ. 

+ Μαίηίαίη αίίήΒαίίοη ΤΚε Οοο^ΐε "\ναΐ6ΓηιαΓ]<:" γοιι δεε οη οαοβ βίε ΐδ βδδεηΐΐαΐ ίοΓ ΐηίοΓηιΐη^ ρεορίε αΐ30ΐιΙ ΐΚΐδ ρΓθ]60ΐ αηά βείρΐη^ Ιβεηι βηά 
αάάΐΐΐοηαΐ ηιαΐ6ΓΪα1δ ΙβΓΟίι^β Οοο^ΐε Βοο]<: δοαΓοβ. Ρΐεαδ© άο ηοΐ Γεηιονε ΐΐ. 

+ Κββρ ίί Ιβ^αΙ λΥβαΙονεΓ γοιίΓ ιίδε, Γ6ηΐ6ηιΐ36Γ ίΚαΙ γοη αΓ6 ΓβδροηδΐΙ)!© ίοΓ εηδίιήη^ ΙβαΙ λνβαΐ γοιι αΓ6 άοΐη§ ΐδ Ιε^αΐ. Βο ηοΐ αδδΐιηιε ίΚαΙ ]ιΐδΙ 
ΐ36οαιΐδ6 \ν6 Ι36ΐΐ6ν6 α ΐ3θθ]<: ΐδ ΐη ΐβ© ριιΐ3ΐΐο άοηιαΐη ίοΓ πδ^Γδ ΐη Ιβ© ΙΙηΐΐεά 8ΐαΐ6δ, Ιβαΐ ΐβε \νοΓ]<: ΐδ αΙδο ΐη ΐβε ριιβΗο άοηιαΐη ίοΓ πδ^Γδ ΐη οΙβ^Γ 
ϋθΐιηΐΓΪ6δ. λνββΐβεΓ α βοο]<: ΐδ δΐΐΠ ΐη οοργή^βΐ ναήεδ ίΓοηι οοιιηΐΓγ Ιο οοιιηΐΓγ, αηά χνο οαη'ΐ οίίοΓ ^υΐάαηοο οη \νβοΐβθΓ αηγ δροοΐβο πδο οί 
αηγ δροοΐβο βοο]<: ΐδ αΐίοχνοά. ΡΙοαδο άο ηοΐ αδδΐιηιο ΐβαΐ α βοο]<:'δ αρροαΓαηοο ΐη Οοο^ΐο Βοο]<: δοαΓοβ ηιοαηδ ΐΐ οαη βο ιΐδοά ΐη αηγ ηιαηηοΓ 
αηγ\νβθΓο ΐη ΐβο \νοΓΐά. ΟοργΓΪ§βΐ ΐηίΓΪη§οηιοηΐ Ιΐαβΐβΐγ οαη βο ςιιΐΐο δονοΓο. 

Α1)οαΙ Οοο§ΐ6 Βοοίί δε^ΓοΗ 

Οοο^ΐο'δ Γπΐδδΐοη ΐδ ίο ΟΓ^αηΐζο ΐβο \νοΓΐά'δ ΐηίοΓηιαΐΐοη αηά ίο ηια]<:ο ΐΐ ιιηΐνοΓδαΠγ αοοοδδΐβίο αηά πδοίιιΐ. Οοο^ΐο Βοο]<: 8οαΓθβ βοΐρδ ΓοαάοΓδ 
άΐδοονοΓ ΐβο \νοΓΐά'δ βοοίίδ \νβΐ1ο βο1ρΐη§ αιιΐβοΓδ αηά ριιββδβοΓδ Γοαοβ ηο\ν αιιάΐοηοοδ. Υοιι οαη δοαΓοβ ΐβΓοιι^β ΐβο ίιιΠ ΐοχΐ οί ΐβΐδ βοο]<: οη ΐβο \νοβ 



αΐ |]ιίίρ : //]οοο]^3 . (:^οοα^1θ . οοιη/ 







[σφζΘό ^γ Κ^ΟΟ^\^ 




3026877921 



Ό-φζβό 5ν ν3θΟ^Ι€ 



Ό-φζβό 5ν ν3θΟ^Ι€ 



Ό-φζΘά ϋγ ν3θΟ^Ι€ 




α^οΜ^• 



ι^ΑΝΔΡΟΥ ΣΟΥΤΣΟΥ 

Ο ΕΕΟΡΙΣΤΟΣ 



ΤΟϊ 1851• 



ΛΡΛΜΑ ΚαΜΙΚΟΤΡ>».ΓΙΚΟΐν. 



• Βλέπω, βλέπω β'ς το μέλλον Ιλ<υθέρ«ν ν(ολαίαν, 
ΤοΟ Συντάγματος ναι φέρη την τρισένδοξον βημα(αν... 
^Αν τοΟ έθνους μου τ6 χλέος δέν ιδώ πρ\ν άποΟάνο», 
Να την στήσουν Ιπεβύμουν εις τ^ μν9|μά μου Ιπάνω. 
ΚαΙ να( ψχλΐ[] χορός νέων* «*0 Μονάρχης μας ν2ι ζ(. 
Και το Σύνταγμα μαζν* 

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΦΗΣ Ε\ΑΑΛ0Σ. 



εΚΔΟηί ΔΕΥΤΕΡΑ. 
ΓΠΟ 

ΝΙΚΟΚΑΕΟΥΣ ΡΩΜΑΝΙΑΟΥ 



ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 

ΤΥΠΟΙΣ ΤΕΚΝΩΝ ΑΡΑΚΟΥ. 




ιβτβ. 



Ό-φζβό 5ν ν3θΟ^Ι€ 



λ1 




« 



Ό-φζΘά 5ν ν3θΟ^Ι€ 



ΠΡΟΛΟΓΟΣ 



*0 προ ενός ήδν| ένίΛΟαόΟ ^^όχηρΟχθείς ΕΗΟί^ΙΣΐΟΣ ΤΟΥ 
4831, άφ^ οδ διάφορα έμπόδία δίε^^οψαν πολλάκις την Ιχ- 
δοσίν του^ έξέρχε^ΰαΕ σήμερον άπό τά τυπογραφικά πιέστή- 
ρια* Καθ' δν χρίνόν σϋνέγράφέίίο^ ^σαν Ι*ι πρόσφατοι αί 
Καταχρήσεις ^•3)ς Καποδ^στρΐαχί|ς Κϋβέρ'/ήσεως* οί έπίμονοβ 
οπαδοί της ά&αχόπως έτάραττόν -ίήν Ελλάδα, Χαί τδ προ- 
χεεμένον βιβλίον όπέσχετο τίτε ίχΐ μίχράν ώφέλειαν« ^Αλλά 
χαι,είς πάντα χαιρόν ή δημοσίεϋσίς του, ελπίζω^ δεν θέλει 
&πο6ί| λχαρπος^ ώ« δοναμένη νά προξενήσ^] μΐσός μεν χατά 
τ5|ς άπολότοϋ εξουσίας^ άγάπην δε πρ6ς τάς σΟνταγματίκά^ 
εγγυήσεις* £1ς τάς τε7νευταίας σελίδας 6 ^Εΐόριστος^ χαΐ 
ίτρίν του θανάτου έτι τ5|ς ερωμένης τόυ^ λαμβάνει φυσιογνω•» 
μίαν μελαγχ^λιχω^έραν^ άνάλόγον μέ -ίήν χατάστασίν ^5|ς 
φυχί)ς παντός εδ φρονοΟντος πολίτου^ δστ»ς δεν όπολαριβά-^ 
νεί άναγεννίομένην και προκύπτόυσαν ^ψ Έλλάοα δΐά μό-• 
νας ^άς άργυρβς έπωμίδας και τά λαμπρά παράσημα 1:ών 
*Υπ6υργ©ν» 

Διατί δέ 6 '£ξίρΙσ•ϊθς οδτός^ ΙκοΟσίωί -ύέλός πάντ6ι>^^ 
ύπέρ^ριφς γενόμενος^ αναχωρεί άπό την Ελλάδα ^ Έρω* 
τήσατέ την καρδίαν (ιας^ δσοι τών Ελλήνων^ άνακαλοδν- 
τες εις μνήμην -ίά εναγώνιο ν δνε^ρον τ5|ς φοβερδς ήριών 
επαναστάσεως^ τάς τόσα; ταλαιπωρίας και τάς τίσας χατα- 
ή^τρβφάς, άπ'/3υδήσατε στενάζόντες δίά την άΦλιοΐητα τ-ί^Ι 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



πατρίδος, χαΐ ζητείτε μαχράν αύττ^ς χατοικίαν άΟίρυβον άπά 
τάς περ^δρομάς τοδ ανήσυχου σπουδαρχβου καΐ τάς μεμψι- 
μοφίας τοΟ άβραβεύτου άγωνίστοΟ. 

Έάν έγραφον σήαερον τον Έξόρι-ιτον, ήθελα ομιλήσει 
■περί τίνων προσώπων χατ' άλλον τρόπον ή συμπάθεια χαέ 
; άντεπάθεια του άναγνώστου ήθελον ευρεί τόν χάλαμόν μου^ 
^ 'άμβλύτερον χαι εις τόν έπαινον και εις ταν σαρχασμόν. Ό 
χρόνος άνεχάλυψε πολλών άποτελεσμάττν αιτίας. Αι μετέ- 
πειτα περιστάσεις ανέσυρα ν τόν πέπλο ν ίκανώς, ώστε νά 
παρατήρηση τις τα υποκρυπτόμενα και νά κρίνη άλλως πως 
περί πολλών υποκειμένων. Ό δείνα και δείνα, τους όποι- 
ους δικαίως ελέγχω διά τάς αδίκους πράξεις των, ύποπδ* 
σόντες ύστερον και αυτοί, και μέχρι του^ε πάσχοντες 
άδικον, ώς λέγουσι, τιμωρίαν, έξιλεοΰσι τρόπον τινά τήν 
^αρδίαν ημών,, και άπαιτοΰσι διά τοΟτο σήμερον ευμενεστέ- 
^αν υπέρ αυτών διάθεσιν και γνώμην. Έν συντόμφ, τό νέον 
τούτο πόνημα μου, ίιά τήν άνοβολήν ι^ς δημοσιεύσεως του, 
Γσως φαν9) κατά τι παλαιόν δεν τό αρνούμαι• πλην δεν μέ- 
νίο χαί άναπο7νόγητος. Παρέστησα μυθιστορικώς εν μόριον 
χρόνου, ένα χειμώνα τής Ελλάδος δριμύν, και αν έπαυσαν 
αι καταιγίδες του, αν διεδέχθησαν αύτάς ί?ναρώτεράΓήμέ- 
ραι, τα επακόλουθα των σώζονται καΐ άποδεικνύουσιν εις 
τους ανθρώπους τήν ανάγκην τών προφυλακτικών. Έζω- 
γράφησα μίαν σχηνήν. κατά τάς περιεργοτέρας περιπτώσεις^ 
^ αν τά ιτρόσωπα μετεβλήθησαν έπειτα κατά τήν έσωτε- 
ρικήν διάθεσιν^ και τών μεν ή κακία συνεστάλη, τών δε ή 
αρετή μετ' ολίγον απεδείχθη ψευδής, ή, αληθής ούσα, διά 
πάθος άλογον έχιβδηλεύθη, περί τών μεταλλαγών τούτων 
^ύτε άποφάσκω, άν θέλετε, ούτε καταφάσκω• λέγω δε πάν- 
τοτε δτι τών ί(?τορουμένων προσώπων αι πράξεις διαμένο^^ 



σιν άμεΙτάβλητοΕ, καί άρκεΤ μ^νον δτι εξετέθησαν άπαΰώς 
χΑι αληθώς &ά νά χρησιμεύσωσς «ρός διδασκαλίαν τών- 
επιγόνων. 

Μεταξύ των δυσκολιών, δσας άπαντα ό γράφων ίστορίαν• 
συγχρόνων και ζώνΛον ανθρώπων, είναι μία και αύτη, δχ^ 
βέβαια ή μικρότερα, δτι δηλαδή τά πρόσωπα περί ων 6 λό- 
-γος, καθώς μεταμορφοΟνταε δια τοΰ χρόνου φυσικώς, ού- 
τως άλλοιουνται και ηθικώς εκ τών περιστάσεων, ποτέ μέν 
έπί τό χεΓρον, ποτέ δε επί το βέλτιον. Τοιούτων μετοιβολών' 
παραδείγματα εδρίσκομεν πολλά, και ας λάβωμεν δλιγα εκ 
νϊ)ς ιστορίας τών νεωτέρων Ελλήνων. Ό μεν Όδυσσεύς^ 
χρηστδς "Ελλην έκ πρώτης αφετηρίας, απέβη κακδς περί 
'ϋά τέλη τ5)ς ζωϊ)ς του. Εκδικούμενος αδίκους ή δικαίους 
αυτοΟ εχθρούς, επεχείρησε νά συνεξολοθρεύση μετ' αυτών 
3λην τήν Ελλάδα. Ό δέ Καραίικος, δχι καλός εξ αρχής,. 
άνεφάνη θαυμαστός κατά τήν τελευταίαν έκστρατείαν του^ 
χαί ό φονεύσας αυτόν εχθρός δέν Ι5υνήθη[ νά «υνθανατώσ^^ 
τ' δνομά του• *0 δέ Μακρυγιάννης, αγαθός πάντοτε και πο- 
λίτης κα2 πολεμιστής, αποδεικνύει |Λέχρι τής σήμερον ιζρο- 
€αίνουσαν εις τήν καρδίαν του τήν αγάπη ν τής πατρίδος. 

*0 ί'^^ρυ^τζος τίο δντι δέν εΤναι ό αυτός εις δλας τάς 
«τιγμάς τής ζωής του. "^Εχει μέν πάντοτε μίαν τινά βάσιν 
άτομικότητος• δμ(ι>ς εν δσω^ τρέχει το στάδιόν του, πόσα 
πάθη, πόσας ιδέας, πδσα αισθήματα και βόυλήματα δέν με- 
ταβάλλει; Άφ' οδ• φθάση. εις τό^ τέρμα• του βίου, τότε 
τόν γνωρίζομεν εντελώς, τότε τον βλέπομεν τοιούτον, ό- 
ποιος εξήλθα τρόπον τινά μ^τά πολλήν έξεργασίαν από τά 
έργοστάσιον τής τύχης του.. Διά τοΟτο ή αληθής ίιτορία- 
5έν προσφέρει τήν δόξαν κατά πίστιν αποφεύγει μάλιστοι» 
-τάς τοιοώτας προκαταβο?.άς,. περιμένουσα πολλάκις νά έπι^- 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθΟ§ΐ€ 



^εθί) 6 λίθος εΙς τόν τάφον, δια νά χαράξ^ ασφαλώς τύ 
ψήφισμα της, 

ΤαΟτα μεν περί του ιστορικού μέρους τί)ς συγγραΦί|ς μου 
περί δε του μυθιστοριχου, άς χρίνη δ αναγνώστης. Εις αυ- 
τόν ανήκει να παρατήρηση την οίκονομίαν τοΟ δράματος, 
και νά έπιφερη είτε την μέ>ναιναν, είτε την λευκήν ψ{]Φον, 
Εις αΟτόν ανήκει ομοίως ν' άποφασίση αν ή φράσις μου 
^ναι κατάλληλος πρίΐς την ύπίθεσιν, και άν, αποφυγών τάς 
άφηρημένας εννοίας εις την συνταξιν τοΟ Εξόριστου, επέ- 
τυχα τοΟ σκόποΟ, νά ημαι παρά ιιΑσι καταληπτές, *Η με« 
γίστη μερίς τοΟ έθνους, τοΟ οποίου τίσον άθλίως παρημε- 
λήθη μέχρι τοΟδε ή ^κ^^αίδευσι^, δεν δύναται νά ε^νοήση σή' 
μερον, εΙμή τάς άπλ£ς και ψηλαφητάς, δια νά είΐί^ ούτως, 
ίρέας• παντός δέ γράφοντος έ προς δν ορός, νομίζω, ιτρέ•^ 
πει νά ηναι οχι ματαία πολυμάθειας έπίδειξις προς τού^ 
ολίγουςι αλλά το δυνατόν 4ί?ελος προς τους πολλούς. 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



σ ΕΕΟΡ ΙΣΤΟΣ 

ΤΟΪ 1851 



ΕΕΦΑ ΑΑΙΟΝ, ^ι^ 

ΑΓβεραοιώλαιαύταί;:— Χϋχοά^. — Και τό έρείπίοντοΟτο;^^ 
— -Αείψβναν το& καλαιοΟ^τειχους τών θερμοπυλΰν• — Και 
α έ^ χώματος χοΛ λ{9ων έχεΤνος βωρός; — Οί τάφοι το& 
Αεωνί$ου χαΙτών μεί^αύτοδ πεσάντων ήρώύ^ν. — *Οδηγέ 
μοο^στά^ου*•^• *Αφες με ν^'άναιςνεύσω*.. Εις τάς θερμοπό*- 
λας ετμαιί.^ΐΐιρον Ιδίιφος^. σέ άβπάζίΐιμαι Κ. Είπε με, γέ- 
ρων, ύΐζέ μ» τήννύχτοί έδώ περιπλανΰνται σχιαΐ φέρουιται 
περικεφαλαίας χαΐ σείου^αι δόρατα ;: Διατι βλέπω^ εις τά 
αΟροιαμα τών μνημάτω^ν αι>τΔν άνασχαφί]^; σημεία; Κι- 
νοΑντοί άρα είξ τους τύμβοι>ς των αΐ Σπαρτιάτισσαι ψυχαί, 
ανεγείρουν τάς μαρμάρινους σχέπαςτων, εξέρχονται χαί 
ί^ποροΟν «ερί τους βράχους ^—Εένεν τά ΙΙ)9λυάνδριον 
τοΟτο ίβεβηλώθη πρ&.ένιαυτ&ν άπό δίχελλαν Ευρωπαίων, 
χαΐ έντές τοο^ ε&ρέθησαν αγάλματα, δπλα, λάρναχες, λύ- 
χνοι 3011 νομίσματα. - — Άλλα δεν βλέπω την περίφημον 
ϋιείνηντ έπιγραφήν^ 

«^ ξείν*, άγγίλλειν Αουιε^αιριανίοιςι 5τι τ/ίίε 
λΚείμεΟα τοις *χε{ν«αν ρ-4μα9ΐ.7;ειθόμενα(•». 
— Έδώ' πλησίον σώζονται πολλαι άλλαι. ΈκεΓ άλλοτε 
ητον τί^ Αρτέμιδος, ά ναός,, δπου συνεχροτοΟντο αί άμφι- 



χτυονίχαΐ συνεδριάσεις• παρεχεί φρούριον ελληνικών, καλού• 
|ΐενον Κίχαια, κτίσΟέν μετά την έν θερμοπυλαις νίκην. — 

ΒεβυθισμΙνος εις ^Γχέψείς^ ^κίυδ τον αδί^γό* του 6 με- 
λαγχολικός ^περιηγητής, και κατόπιν ό υπηρέτης του έκρά- 
τει εκ του χαλινού τον άνυπόμονον Γππον του. 

Ό "Ελλην οδτος ήτο^ Ιν^εδυμένΟς την άρματωλικήν στο- 
λήν. Άλλα το ήμερον ήθος του και ό τρόπος τϊ)ς βμιλίας 
του έμαρτύρουν^ δτι αυτός: δέ^ί ήτον ό συνήθης ίματισμός 
του. Τριακονταετής μόλις, έβαρύνετο τόν κόσμον καΐ άκέ- 
φεαγε τοί)ς ανθρώπους. Περιελθών μέρος πολύ,τί}ς Εύρ<ύπης 
χαί μη εύρων άρέσκειαν εις έκνενευριαμένας κριί μοχατό- 
^/ους κοινωνίας, έπανήλθεν εις την Έλλάξα, πρρκρίνων τήν^ 
άρχέτυπον και πυρώδη φυλήν των τέκνων της. Άλλ' εις 
τήν Ελλάδα δεν έδύνατο με άδακρύτους οφθαλμούς νά.βλέ- 
'πη την Έλευθερίαν, το ειοί^λον ι^ς (^ταθερδς λατρείας του,, 
καταπατουμένην. 

Έζήτει άνακούφχσινείς τάς συνεχείς περιπλανήσεις, αΓ- 
τινες, κρατουσαι εις κίνησιν το σώμα, φέρουσιν άνάπαυλαν 
εις την άπηυδημένην ψυχήν. Ή συνήθης ψ^χρά σιωπή του 
και φαινόμενη τις εΙς τήν φυσιογνωμίαν του απάθεια παρί- 
οτανον εις τόν έπιπόλαιον παρατηρητήν την καρδίαν του^ 
ώς σίδηρον εξελθόντα τΐ^ς καμίνου και βαθ(Ληδον άποψυχ- 
θέντα. υλήν εις αότήν διετηρεϊτο ακόμη θέρμη άκατάσβε- 
<7τος, και ήσαν χορδαί τίνες παραδόξως κινούμενα^. 

Διατι τό μέτωπόν του ήτον παρ' ήλικίαν από ^υτίδας 
κεχαραγμένον ; Διατί τ5}ς λυπ/]ς ή βαρεία χ^ίρ εΤχεν εις 
αυτό επιθέσει την σφραγίδα της ; Πάθος τι ένδψυχον χαί 
άκαταδάμαστον, ή τοΟ συνειδότος ό σκώληζ κατέτρωγε τά 
ιτπλάγχνα του ; 

*Ητον τότε περί τά τέλη ^ου ό Ίούλ'ιος μήτν χαί φλογε• 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



—.3 — 

* 

ρ6ς μεχά τήν μεσημβρίαν ό ήλιος, τον ήνάγχασι νά ζητήσν^ 
άίτυλον χάτά του καύαωνος. Έκάθησεν εις τόπον σόοενδρον 
χαβ σχίβρόν ΐϋληαίον χρυερδ; βρύσεως, ακολουθών με το 
βλέμμα χαΐ με τόν συλλογισμόν το ^εΰμα τοΟ ύδατος• συν- 
εχάθησβ χαί ό γηραιός οδηγός του, διδάσκαλος χωριδίου 
τιλησιοχώρου. 

"Αξιον περιγραφί)ς τό γερόντιον δια το πληβος τί5ν τοι- 
ούτων λογίων μας• Παμπάλαιος χαί ^υπαρός πίλος μέχρί 
βλεφάρων χαταβαίνων, έσχισμένος τουρκικός χάνδυς μΙ^ 
άνΰκίεσυρμένας ποδιάς, άναξυρις κιτρινωπή διασώζουσα μό- 
λις Γχνη τ7)ς πορφυρδς βαφϊ)ς της, γραφικός κάλαμος εις * 
τον χρόταφον, μελανοδοχεϊον όρειχάλκινον έν ειδει πυρο- 
βόλου εις τήν ζώνην, {δου ή ενδυμασία και τα παράσημα το&' 
χαλου μας παιδαγωγού. Άλλ' ό γεννάδας δεν ήτον Βιόλόυ 
αγράμματος• έγνώριζεν έχ στήθους τό Συντάκτικόν τοΟ 
θζο8ώρο\} Γαζη και τήν Τερψιθέαν τοΟ Κυρίου Νεοφύτου• 
Αούχα. Ή Τετραχτύς του λογίου τούτου ανδρός δέν εΤχεν 
ακόμη διαχύσει τά τετραπλδ της φώτα εις τα τετραπέρατα^' 
τής γί|ς• Όλίγαι τινές άρχαιολογιχαι γνώσεις, τάς όποΓας 
έχ παραδόσεα)ς έχων περί τοΟ τόπου του έτρεχε να επιδεί-* - 
ξη αυτόκλητος εις πάντα διαβάτην, έβαλλον συνεχώς εις 
χίνησιν τόν άνεμόμυλον τί)ς ταχέως συστρεφομένης , γλώσ- 
σης του.— -Κατάντικρυ των Θερμοπυλών, έξηκολβύθησεν 
ώς έπίλογον διεξοδικής ομιλίας^ τήν οποίαν άποσιωπώμεν^; 
ίχεϊ μαχράν εις τάς πεδιάδας τοΟ Ζητουνίου, εστησεν ό Εέρ- 
ξης τό πάλαι τάς αναρίθμητους σκηνάς του. ΈντεΟθεν ο£ 
^Ελληνες, σχηματίσαντες περιτείχισμα τοξοειδές, περιέζω- 
σαν τό ίρος Οιτην. Όλίγον μακράν τοΟ στενωπού τούτου 
άναβρύει θερμών νερών άφθονος πηγή, δποο άλλοτε ή(^ν 
-τά λ•υτρά το!> Ηρακλέους., 'Ιδο^ τά,Ζητούνιον, θύραι•θετ* 



— *Εψαι άπ' δΐϋου εδγη κριθάρι δια τά 4λογό (αο•>, καΐ 
χρυσάφι δια τον αύβέντη του• *Η Μάννη άναστατώθηκεν ή 
^Ρούμελη μρυγγρίζει• Ιχβις ειδήσεις άπ6 το Νάπλι ; — Αύο 
μί|νας άπ' έχει λείπω• ή τρικυμία μ* Ιρριψεν εις τα παρα- 
θαλάσσια του Ζητουνίου. — Και ποΟ πηγαίνεις; — *Οπου 
{χέ.φέρτ} ά ανεμοστρόβιλος. — Έγώ περνώ απόψε από τήν 
Μβδίνίτσα. — Κ' έγώ άπ^ έκεϊ. — Καβαϊνλίκευσε λοιπόν. — 

*Οίξρριστος ήτον έτοιμος να έφιππεύση, δταν και άλλη. 
άπάντησις. Αι συνεχείς έντεύξεις αύται ίσως δώιωσιν ^^υλην 
εις Άριστάρχας τινάς άναγνώστας μας• άλλ'ήαεϊς, ιστορι- 
κοί ακριβείς, π3ριγράφομεν λεπτομερώς τα συμβάντα του 
ηρωός μας.. Ταχυδρόμος λοιπόν του Δ^οικητοδ Λοκρίδος. 
με γράμματα εις τους κόλπους έφάνη Ιμπροσθεν, και α^ 
^Αλβανός προς αυτόν. • — Τί νέα, πεζοδρόμε; — Ό κόσμος 
άνω κάτω• άπεσ^άτησεν ή Τδρα• ό Μιαούλης και (ό Κριέ• 
ζ3)ς άρπαζαν εις τον Πόρον τον στόλον και τον ΝαύσταΟ- 
μον. — Και ό Καποδίστριας. — Συνάζει στρατεύματα. Έ• 
ιτανάστασις παντοΟ• έπανάστασις•^- 

Α{ τςαρείαί του Εξόριστου ώς μήχωνες έπορφυρώθησαν 
και οί σφυγμοί του έκτύπησαν βιαίως• τρ στόμα του, σπασ< 
μωδιχώς κινούμενον, έπρόφερε* εΜιαούλης ] Κριεζΐ^ς 1 Έ• 
^πανάστασις Ι » Έθέλησε ν' άναβί} τον ίππον του• πλην αί 
τρέμουσαι χείρες του παρητησαν τάς ήνίας. Ακόμη 6 Αλ- 
βανός εξέταζε τόν γραμματοκομιστήν• %\λλ^ ό εξόριστος 
καθίσας εις πέτραν μεγάλην, «ας αταθώμεν)) είπε καθ' 
ίαυτόν και προφέρων αύτάς τάς τε}νευταίας Λέξεις, έσφιγ- 
γε με τάς χεΤρας τους 2ύο τορ \μήνιγγαί, ώς νά έζήτει 
τρόπον τινά νά συλλάβ»} τοί^ς. φεύγοντας, (διαλογισμούς του 
και νά συγκέντρωση τάς νοεράς του δυνάμεις. 

Ποίον χάος ιδεών! Ποία σύγκρουσις παθών! Νά λάβΐ{ 



■^■7 — . 

μίροζ ύζ τον κατά τοδ Καποδίστρια πόλεμον; Έ.ίεατρΙς 
τόν ΙπροσκάλεΓ• Άλλα τό φλογερόν αίσθημα τί)ς καρδίας 
του; Άλλ' ή αθώα, ίίτες δι* αυτόν έθυσίασε το πδν; Πώς 
ήθελε δυνηθ'2) πλέον νά έξΛεώσιΐ) τοί)ς γονείς της εκείνη^ 
αν αΟ-τός έχηρύτ'τ'ετο κατά τοδ Καποδίστρια; Έναγκαλιζόμε- 
νος λοιπόν τόν έθνικόν αγώνα, δεν κατεδίχαζεν αυτός εαυτόν 
εις τήν χηρείαν τί]ς καρδίας; «Πατρίς! Έκδίκησις !» Ιφω^ 
ναξε τελενταίον 6 Εξόριστος, και με βίαν πηδήσας ι^ίς τόν 
7ππον του, τόν έπληνττεν εις τά πλευρά μέ τάς πτέρνας, 
ως νά έσπευδε νά φύγη τους μαύρους σ'ξοχασμοός, Όιτινες 
τόν έκυνήγουν. 

Ή Όπούς, ή σήμερον βαρβαρικώς Μεδινίτσα ονομαζό- 
μενη, έπαρουσιάζετο ήδη κειμένη μεταξύ ^φρουρίου τινός καΐ 
ύφαυχενο^ βράχου. Προς διισμάς τής πόλεως ερρεε βρον- 
τώδης χείμαρος. Α{ γυναίκες, έπιστρέφουσαι άπό τους ά- 
Ύροός, Ιφερον τά βρέφη των κρεμάμενα εις τους ήλιοκε- 
καυμένους τραχήλους των. Έφαίνοντο μακρόθεν ί Μαλια- 
κός και Όπουντιος κόλπος, και ήνοίγετο μεγαλοιερεπής 
Ικτασις οόρανοΟ και θαλάσ^ης^ ύς τών οποίων τόν κυα« 
νοΟν ορίζοντα ώς υπόχρυσοί νεφέλαι ίχνογραφοΟντο τ1}ς 
ΙΙκοπέλου, της Σκιάθου και τής Σχυρου- αί κορυφα{. 

Εις τάς θύρας τής Μεδινίτσης, ήρώτήσεν ό Εξόριστος είς 
τόν Άλβανόν τ^ ^ομά του. -— Τ' δνομά μου; Χεϊδαλϊ|ς• 
Τ' ονομά μου; Τό γνωρίζουν αί χίλιαις φυλάίς το& Ισμαήλ• 
το γνωρίζουν εις τό δάσος οί λύκοι, χ' εις τό βουνό οί αε- 
τοί. — Πολεμική φαίνεται ή ζωή^ου. — Μέ τους Κλ^-τ 
φτας τοο '( Ολύμπου Ιφαγα πρώτα τό' κριάρι 'ς τά πρινάρια• 
Κατέβηχα, όταν κατέβαιναν άπό τά βουνά τά ποτάμια^ 
και πήγα ε?ς τήν Αάρισσα. Έχεϊ πέντε χρόνους Ιφαγα τά 
ψωμί και τό άλας τοδ Άλ^-Πασο^ μας τοδ συγχ<ι)^Λμένου• 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



α1 8 — 

^ϊστερα ι:ήρΛμ6>> ^ί Άρ€αν{ταΐς τουί ρίΛχμ^υδ^^ΐς τ;οΙ 
αύθεντη μας τοδ Σουλτάνου, ίΐαΐτόν Άλ'3)-1Ιασ3 τόν έσφα 
λήσαρν στό κλουβί. ^Ύστερα πήγαμεν με τόν Κΐ^ϋ^^Αγ^^, 
Και μΟς έπε^ρταν 'ϋά βολ^α βροχή, δ'ϋαν έμβίλώναμέν με τρν 
Φούμελτ^-Βαλισϊ} σΛς τον Καραίσχον• *Γστερα γένηχα Τα- 
κτίχδς είς την πόλίν χαΐ βάσταξα 'ίήν μπαγιονέτα^ χαθώ( 
ή άρχ6δδα χρατε? #ρθή το ^αβδί, ίταν τήν χαταιβάσοΟν άπ' 
τήν ίτπ^,λι^ά της, ^ς εύγάλουν τά δίν'τία κ$ιΙ *ήν χόρώουν 
ατούς δρΐίμου^. Σήμερα ζήτω δούλεαα&ν* θα σηχώσείίε Αρ• 
μα'(α^ εΤμαι μαζ-^ σας. θ' ^ή(ίετε να βής χίψι^ τόν λάρυγ- 
γα δ Καΐϊοδίστριάς^ είμαι μα^5| του. — Μέ άρέσχέΐς^ Σεί• 
δαλ^4 Δι* ένΟύμησΙν σέ προσφέρω τήν δαμασχινήν αδτήν 
μάχαιραν* άγαπ® ^ο&ς ανδρείους στρατιωτικούς• επαρέ την^ 
Σεϊ$αλ5|*-— Δέχουμ&ι τ© χάρισμα σου, Χριστιανές εϊπεν 6 
^Αλβανές, τοϋ οΐΐοίου τά 5μματα έλαμψαν ώς άνθραΐ^εί 
άπό χαράνντό δέχόυμαι•. ΐιλήν άχβ\>σε• τα βουνά χάδουν- 
ται, χαι δεν σηχόνουνταΐ ΐϋοτέ• οί άνθρωποι δμως χωρίζουν* 
ται, χαι πάλίν άνταμονουνταΐ* ΕΙς χωράφι άκαρπο δεν 6^ 
πίσέν ό βπδρβς. • ϋΙπέσΛ γ)^ά μπέσα (4),, Χριστιανέ ί *Οταν 
Λο μολύβι σφυρίξ^ στο αυτί σου^ τότε το 7,έρι τοΟ Σείδαλι) 
θά το σταματήσΐ[]* — Δαχτυλοδειχτών ύστερον 'ίάς πέριξ θέ- 
σεις, (τάπ' έδώ έως εΙς τάς Σάλωνα, έπρόσθεσεν^ εΤναι ώ•• 
ραις δέ?ία^ εφς εΙς το Ταλάντί οκτώ, εως είς τήν Αεβαδιά 
δεκατρείς, εως είς τάς Θήβας είχοσιμιΑ^ δως εις ^άς Αθή- 
νας τριιανταπέντε. ^Οποιον δρόμον θέλης πάρε. Μπέία γιοί 
μκέσα, Χριστιανέ ί Πάντα φίλο^ !* χάΙ χτυπών μέ τους 
π<)δας τό^ άφρκ^μένον και β^ρβάτ^ν ίπιι^ν του> Ιγινεν ί* 



(1} Ένορχο< ύτεόσχεβις φίλιας Ιν-χρίβει πατρά ^οίς Άλβ^νοΙς, «υν«έον«•βί* 



ΟίΟίΐίζθό 



ΐ)νΟθΟ§ΐ€ 



^ 



— 9 — 

^αντβς. Δυστυχία ύς τήν λαλύβην, οποο χα'Τέλϋΐβ ΐ£\^ νύ* 
χτα έκδίνην ! 

Έμβάς δ Έξ6()(στος ε{ς την Μεδίνκτσαν^ τήν κδρΐ χΑτο(«» 
χουμένην ά^ό δέχα (χ^λις ιττωχάς ο!χογενι{ας• Τό μοναδ(• 
χόν της ξενοδοχείον^ οπού έπέζευσε^ συνίστατο εΙς (/είβν χαί 
μόνην εύρυχωρον ιεεριοχήν, έξ ήρ.^σε(ας μαγηρεΤον χαΐ άνα- 
ιταυτήριον. Ή στέγη άφ^νεν έλευθέραν τήν είυοβον $1ς τήν 
Ρροχήν χζύ τήν Ιξοδον εΙς τον πνιγηρόν χαιι:ν6ν τί)ς πάντο- 
τε αναμμένης εστίας. Το μίνον Ιπιπλον ήτον ψάθα ι^αλαιά, 
έ^ττρωμένη δια να δέχεται τόν £να μετά τΑν ίλλον το(ις 
οδοιπόρους) όμοία με τον χράββατον χόφητηρίου τόν άνε- 
ξετάστως δεχόμενον δ)νους τους νεχρούς, τόν Ινα χατ^ν 
τοΟ άλλου. 

Ώ ξενοδόχος έτρεξε προθύμως εις ύποδοχήν του« *Ητον 
Κυριαχή εσπέρας^ χαΐ ή Κυρία^ χαθώς Γσως ύποθέτετει δέν 
έφόρει τα χαθημερίνά της. Κρίχοι άργυροι χαΙχάλχινόΕ έφ^ρ- 
τωναν τά δάχτυλα της δλα* Ιν περιδέραιον, ή μΟλλον εΐ- 
π(7ν μεγάλος έρμαθός άπό Κωνσταντινάτα χαί διάφορα 
'Γουρχιχά νομ{σματα, δέν έσχέπαζεν άρχετά τόν χατάξηρον 
λαιμόν της, χαι σανδάλια χόχχινα ειλχυον τήν προσοχήνε{ς 
τους προ πολλών χρόνων άνίπτους πόδας της• 5σον ίιά 
τήν ένδυμασταν της, δέν διεχρίνετο βέβαια διά τήν χομψό- 
τητα χαί χαθαριότητά της. ΕίσήλΟεν ό Εξόριστος ώς χοΐτά• 
δίχος έίς το χαταγώγιον, χαι έκάΟησε• μετ* ολίγον Ιφθασε 
χαί 6 ξενοδόχος* δστερον εΙς αναλφάβητος ίερεύςτής Ινο- 
ρίας* δστερον τέλος πάντων εΐς δπέργηρος χάτοιχος τής.Με- 
δινίτσης. Συναναστροφή τερπνότατη ! Ή ομιλία ήρχβσέν 
από τόν^χαλόν χαιρόν, άπό το τί νέα, χαι μετ^ ίλίγον Ιμ• 
βήχέν εις τήν μέσην ήΠολιτιχή. Εις τήν Ελλάδα ή Πολι*» 
τική, άπό τον Πρόχριτον εως εις τον βαστάζον, είναι ή Ιμ* 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



Οοο^\(^ 



^.•^ϋτος γεναή (^ανία μθ(ς• και πολλάκις βοσκοί τοΟ ίΐα^'^χ^ 
σοϋ και τοΟ Ταϋγέτου σταματοΟν καθ' όδόντούς διαβαίνον- 
τας, ^ρούτώντες αν οΕ ^ααιΚέϊς τί)ς Ευρώπης Ιχωσι μεταξύ 
των ε^ρήνην, ή πόλεμον. Ματαίως 6 Έξ<$ριστος Ιμενεν άφω- 
νος, χαί μόλις άπβκρίνετο με κφνέν σπάνίον ίχι καΐ Ιτε 
^πανιώτερον να{. . 

— Δόξα σοι ό θεός ! τά κακά έπέρασαν, είπεν εΙς την 
<χυντρβφίαν 6 (ερεύς τ^ς Μεδινίτσης, δ<ίτις, εις παράμερΌν 
κώχην περιστρέφων εις τά δάκτυλα το μάλλινόν του κομ- 
δολόγιον, σννώδεαε τον καδένα κόμβοντών πατερημώντου 
μ' Εν έπ^φωνηματικόν «δόξα σοι ό θεός!» Τώρα συνάζονται 
^ίς την 'βκκλησίαν οι Χριστιανοί, δόξα σοι 6 θεός 1, και 
κάθε σάββατον στέλλουν πρόσφορα με λαμπάδα και με λι- 
βάνΙ, δόξα σοι ό θεός ! — Σήμερα ήμποροΟμεν να σπείρωμεν 
καΐ να ^«ρισωμεν, εΤπβ; κα! ό ξενοδόχος. Δεν Ιρχουνταε 
πλέον οί μαχαιράδες νά πίνουν τό κρασί μου και να σπάνουν 
το βαγένι. : "Ομως, μ' δλον τον ^ιχόν μου νοδν, προβλέπω 
πώς δεν θά χαρουμεν πολύ (;ιύτήν την ήσυχίαν. *Α.ν ό Λεο- 
πόλδος • , . — Άφησε δια τ' δνομα του θεοΰ τά πολιτικά 
σ94>) έφώναξε, με τρα;)(είαν φωνήν ή οικοδέσποινα* άλλο δεν 
ήζεύρε^ς παρά νά προφητευης τό κακό• κάμε καλήτερα τόν 
αταυ^ρό σου ιίοδ σε άξίωσεν δ θεός νά χαίρεσαι την γυναι- 
Χ0&λ^σου χωρίς καρδιοχτύπι. Άς ήναι πολυχρονεμένος δ 
Κίΐ^βερνή'ίης μβ^ ! *Η τιμή μας δεν κινδυνεύει πλέον, δσον 
νοστιμουλα^ς και αν εΓμεθα.-^Σ»ι)π3τε, και δ λύκος έμβ'?]• 
|ίβ τ^άλιν.είς την στάνην μας, είπε σείων την κεφαλήν δ γέ- 
ρων χω(>ικός, 6 Μαθουσάλας τί|ς Μεδινίτσης. Δεν τά έμά- 
Οετε ; ^Α*άντησα, βΤναι μια ώρα, έναν πεζοδρόμον, καί με 
εί%ζ πίκραις και φαρμάκια. Έξορίαίς και φυλακισμοί εΙς τδ 
Κάπλι. Ό ξένος εδγάλλει άπ^ την μέσην ένα ένα τους 'Λρτ 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



ΟθΟ§ΐ€ 




^ II — 

χτ^γβύί μΛί' Ιβοιλί στο χλ^βί τόν γίροαιτό τΙ5ς Χπάρτνις» 
έ Μαϊ^ρομιχάλης εΤναι χλβισμένος ^ίς τέν Τίτβ-Κ^λέ. % 
^'Χδρι» βραντςί χαΐ <?στράφτ$^ Είμαι γέρ ος, χαΐ $Τδίΐ πολλά• 
6' ^νάψΐ| π^λεμοί, χοίί δ^ν ήξι^ύρω ΐϊώς Οά σβύση.-^Διίξα 
σοι ό θεός ! Μεγάλ* χα{ δυνατά τά έργα σου, Κύριε ! έφώ- 
ναξε χά|Λνων τον σται^ρόν ταυ δ ?ερεύς.-?^ 

Διαχόπτα^ν τον δ^άλογον τοδτον ά Εξόριστος, έζήτησε νά 
γράψη δια το Ναύπλιον. *Αλλά μελάνη χαΐ χάλαμος, τοι- 
αύτα ττεριττα αύ^ερ^α^ τί έζήτουν εΙς τό ^^ατάλνμα τ?|ς Με- 
δινίτσης ; *Εν χάρβοννον άντΙ γραφίδος καΐ 6 άσβεστωμέ- 
νος τβΤχος τοϋ ξενοδοχείου άντΙ παπύρου οίν έξήρχουν δια , 
τάς έχτεταμένας λν^ψοδοσίας χαι τους άριθμητιχούς_δπολο- 
γισμούς του Κυρίου ξενοδόχου ;-Γ^Μελανοδοχεϊον θέλεις, 
τέχνον μου ; ήρώτησε τον 'Εξόριστον όίερεύς. *Έχω Ιγώ 
ίπΛ ίπάνω μου, δόξα σοι ό θεός ! Μέ τούτο γράφω είς τάς 
Μερίδας μου τάς ψυχάς τών Χριστιανών, όσους, δόξα σοι δ 
θεόςί μνημονεύω εις την λειτουργίαν. "Αν 6έλης, υιέ μου, 
χαί σύ νά σώσης τή^ ψυχήνσου, με δύο μόνον Φοίνιχας, 
δ^α σοι δ θίός ! ημπορείς ν' ί^ο^α^^^ις τον αίώνιον θη- 
σαυρόν, δόξα σοι δ θ&ός | Χαρίτωσέ με τ' Ονομα σου. . • — 
Τ' δνομά μου ; Ό θεδς το γνωρίζει. Αάβε, πάτερ άγιε, τους 
δύο Φοίνιχας, χαί δάνεισε με μίαν στιγμήν τό μελανοδο- 
χεΐόν ^ου.— Δόξα σοι δ θεός ] ''Επαρέ το., τέχνον μου. Δό- 
ξα σοι δ 0εός !— 

Την επαύριον το πριο^ έχράτει δ Εξόριστος τό γράμμα 
του ετοιμον, Ήρχιζον οι χωρικοί τών πέριξ μερών να Ιρ* 
χωνται εΙς τό ξενοδοχεϊον, δια νά ένδυναμώσωσι τους νευ* 
ρώδεις βραχίονας των μέ τό οινόπνευμα χαί τον άψινθω- 
μένον οϊνρν του καταστήματος• Ό Εξόριστος έζήτησεν ε να 
ι^ζίδν οιά τό Ναύπλιον. — Πόσα δίδε: ; ήρώτησαν τέσσαρες 



^ \2 ^ 

ιτέγτε γεωι^γοί και δραγάται με το δρέπανο ν είς τήν ζώνήν^ 
ή έντιμος εκείνη κλάσιςτών π ολ ε των, τους 
οποίους ο Ιωάννης Καποδίστριας, κατά προτροπήν του κατ' 
εξοχήν δημοκράτου Τπουργου του, «προσκαλεί δι' Εγκυ- 
κλίου ,Παραστάτας είς τήν έθνικήν Χυνέλευσιν ■ 

(ί Στείλετε μ* Αντιπροσώπους γεωργούς καΐ ζενγολάτας, 
\. βΚαΙ ανθρώπους (λέ τάς πτέρνας από χώ(Λατα γεμάτας . •• 
ΙΙόσα δίδει; Πόσα πλερόνει δ ξένος; — Ό καθείς έσπού$αζ& 
να πλουτήση με μίαν πεζοδρομίαν. Άλλ' εΙς χωρικός, ως 
εαρωστότερος καί,νεώτερος των άλλων, έπροτιμήθη• — Αά- 
βε αυτούς τους Φοίνικας, τόν εΤπεν ό Εξόριστος, άφ' ο& 
πρώτον έρμήνευσεν εις αυτόν ακριβώς τον δρόμον και τήτ 
οικίαν δπου τον άπέστελλεν. "Όταν δώσης αυτό το γράμμα^ 
εις τό μέρος δπου ττρέπει, θέλεις λάβει και άλλα χρήματα^ 
•—Πρόσεξε δμως καλά, έπρόσθεσεν ό υπηρέτης του Έξο- 
ρίστου, νά μήν πέση; εις τόν Ποταμιάνον. — Καίτί ποτάμε 
είν' αυτό που με λέγεις ; Σηκόνω ταις ποδίαϊς μου και τό 
περνώ• άπεκρίθη δ χωρικός, άνοίγων ήλιθίως Ομματα θολά• 
και ακίνητα ως τα λιμναία ύδατα.— -Είναι καλέ, ό αστυνό- 
μος του Ναυπλίου• μυρίζεται σαν τό λαγωνικό σκυλί τού^ 
ανθρώπους, και εις τα κατάστιχα του έχει περασμένα δλων 
μας τα πρόσωπα, δλων μας τ' αναστήματα, δλων μας τάς 
όψεις.— ^Ω! μη σοΙς μέλη ] εγώ δεν εΤμ' άπ' εκείνους δπου 
στέκουνται και τους ζωγραφίζουν. — Ό Εξόριστος τόν πε-- 
ριεργάσθη.μέ δισταγμόν, ηθέλησε νά λάβη οπίσω τό γράμ- 
μ^•πλήν ύστερον πάλιν μετεμελήθη, και ό χο^ρικός εκίνησε 
με τήν άκόλουθον έπιστολήν του Έξορίστου. 

-((Σε γράφω, Ασπασία μου, άπό σκοτεινόν και άθλιον ξε- 
νοδοχεϊον τής Μεδινίτσης• σε γράφω, και εί; τάς χεϊράς . 
μου τρέμει ό κάλαμος . . . Έξοριζόμενον από τό Ναύπ7\ΐον^ ' 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



^ ί3 -^ 

ή θηριώδης κερκυραϊκή Κυβέρνησες δεν μ' έδωκεν ουδέ 
καιρόν να σ' άποχαφετήσω; Μετά δυο μηνών έπίπονον καί 
πολλάκις τρικυμιώδη θαλασοπλοίαν, ριφθείς τέλος πάντων 
εις τον Μαλιακόν κό?νπον και τήν Ελλάδα σχεδόν όλη ν 
εύρων ώπλισμένην κατά τ7)ς τυραννίας, σε γράφω, σήμερον, 
^τοιμος να έμβώ και αυτός εις το στάδιον τϊ^ς δευτέρας 
έθνικ•?5ς μας πάλης. 

^Φρικώδες Ναύπλιον ! ανοίγονται όκέμη την νύκτα αί 
πύλαι σου και στέλλουσιν άδιακόπως θύματα προγραφτ^ς ; 
01 ώτακουσταί περικυκλουσιν ακόμη τάς καθ' ήμέραν έρη- 
μουμένας οικίας σου • . . Θριαμβεύει λοιπόν ά κακούργος 
άντεραστής μου ; Υπερίσχυσαν λοιπόν αί.διαβολαί του και 
κατώρθωσαν τή^ φυγάδευσίν μου; Πλήρης ψεύδους και καυ- 
κιών, είναι άξιος να χαίρη την ευνοιαν τ^ς καποδίστρίακ^ς 
τυραννίδος, και ή ψυχή μου δεν φθονεί ιοιαύτας υπεροχάς, 

α Δεσπόζων ή δεσποζόμενος^ καταδιώκων ή καταδιωκό- 
μενος, ιδού μεταξύ ποίων αντιθέτων τυχών επρόκειτο να 
εκλέξω. ^Αιδστάκτως προέκρινα την Ιντιμον καταδρομήν, 
και άπέ^^ιψα την αίσχράν εύτυχίαν• θέλει άρά γε ή ψυχή 
σου, Ασπασία μου, με καταδικάσει δια τοΟτο, ή ψυχή σου 
ή τόσον έράστρια ωραίων πράξεων; Άλλα τί λέγω; Έλλη- 
νίς γνήσια, τρέφεις καρδίαν έλληνικήν, την όιτοίαν ή ελευ- 
θέριος ανατροφή κατέστησεν Ιτι ευγενεστέραν. . - 

ΐι'Αδύνατον να σε παραστήσω ποϊον ^ϊγος ενθουσιασμοί 
αισθάνομαι, ποϊος έκδικήσεως πόθος με πυρπολεί τάς φλέ* 
βας ι Ακούω εις τα σπλάγχνα μου φωνήν κράζουσάν μετ 
α Αάβε τα όπλα κατά του έξυβρίζοντος τόΐ-^^θνος !λ Τα λαμ»» 
βάνω, αγαπητή, και τά λαμβάνω μετά χαρρίς• ,^ 

, «Μέ ποίους παλμούς ή§ον^]ς επιστρέφω εις τάς άγκάλας 
^ί^ ελευθερίας, εις την πλήρη ενεργείας αυτ/}ν ζωήν! Μδ^ 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



Οοο^Ιο 




^(τφ άγαλλίοεσιν περιέρχομαι πάλιν τα 5μοια μέ τον χα- 
(>αχτ?)ρά μου άγρια χαΐ άν6ξάρτ•ί}τα δρη τί|ς Ελλάδος ! Εις 
τους κόλπους τ^ς φύσεως, €ΐς τά έρ7;μικά δάση, κερδαίνε: 
νέαν ζωήν 6 ά^/δρωπος. Άλλα μακράν σου υπάρχει ευτυχία 
δι' Ιμέ; Ώ Ασπασία μου ! ύς τήν χαρδίαν μου ήσαν £€υσ- 
1X01 χεκρυμμένα*" ή παρουσία σου τάς ίκλεΐ€• μακράν σου 
ιι^νοίχθησαν και άπειλουσι τήν ΰπαρξίν μου. 

«Ένθυμώσαι,^'λη τ^ καρδίας μου, τήν πρώτην μας εις 
τά Κύθηρα συνάντησιν ; Ένθυμεϊσαι τάς έ^χάτας μας όπο 
τήν πανσέληνον περιπλανήσεις εΙς τάς ωραίας έξοχάς τοΟ 
'Αργους; Κρατούμενοι άπδ τάς χεϊρνζς, περιπατουντες μό- 
νοι όλοχλήρους ώρας, ^}νησμονουμεν εις τάς εκστάσεις μας 
τον χώϊμον χαί τοός πικρούς του περισπασμούς• *Η γαλή- 
νη τ15ς έαρινίΐς νυκτός, ό αίθριος και ά^τερωπος ουρανός, 
το κελάδημα τ^ς τρβφεράς άηδόνος, των ναμάτων και των 
ζέφυρων 6 τ&ρπνός ψ^δυρίσμός, το πάν μάς έγοήτευεν* • . ^Ω 
Ασπασία μου] εις τάς πάρα μονάς ι^^ς υπέρτατης ευδαιμο- 
νίας μας, εις τήν στιγμήν καθ' ήν τέλος πάντων εμελλον V 
άν]ά^ισι τοΟ υμεναίου αί λαμπάδες, επέπρωτο νά πέσωμεν 
εΙς νέον χρημνον -δυστυχιών, και πλησιάζοντες εις τον λι- 
μένα νά ίπαναρι^ιφδώμεν ^ις άχενές πέλαγος ; Νά γεννηθώ- 
μεν 6 εις διά τον άλλον, χαί νά ζώμεν πάντοτε ό εις μα- 
χράν τοΟ άλλου; Ματαία λοιπόν ή τόσ^^ν σταθερά γΐλία 
μας, ή τόσον εντελής τών αίαθηρΕ(άτων μας αρμονία; Έ- 
πρεπεν ή στιγμή, χα&' ην αί χαρδίαι μας ήνοίχθησαν κατά 
πρώτον εις τον έρωτα, νά γίνη τό σύνθημα τής εφόδου όλων 
τών δυστυχιών, α^ όποΕαχ μας περιστοιχίζου^ιιν εξ ολόκλη- 
ρους ένιαυτούς; 

«^Ιδέα θανατηφιόρος! θελα ποτέ συγχωρήσει οπατήρσου 
Λον χο(τά τοΟ Καποδίστρια ένοπλι^όν μου,, ο πατήρ σου δ 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



βθ03ΐ€ 



— 15 — 

*τό(ϊον εΐϋΐμόνω^ και μεχρε μανίας άφωσίωμένος βίς τα νευ- 
[Αατα τγ}ς Χ6ρχυραϊκϊ|ς Κυβερνήσεως; Άλλα μήτκιΐς αϊ ψυ- 
χαί ημών έπλάαθηταν δοΰλαι ξέ^/ων προλήψεων; 

»Ώ δυστυχής οΟνη μου ! χαθ' όσον ανατρέχω αίς τά ιταρ- 
ελθόν χαί βυθίζομαι εΙς το μέλλον, ή χαρδία μου θλίβεται•.. 
θλίβεται, διότι Ιγινα εγώ πρωταίτιος των συμφορών σου, 
χαι διότι προαισθήσεις δδυνηραί, ως φαντάσματα νυχτερινά, 
ΐταραχολουΟοδσι τα βήματα μου χαί σχληρώς με βασανί- 
ζουσιν. 

«Ύ. Γ. Υπάγω πράς τόν Στρατηγό ν Βάσον εις τήν Σα- 
λαμΖνα) χα{ περιμέ^/ω εχεΙ άνυπομόνως άπόχρισιν σου. ι 



ΚΕΦλΑλΙΟΝ Β'. 

Επειδή τα συμβάντα τοΟ ήρωός μας συνδέονται στε- 
νώς μετά τών πολιτιχών περιπετειών του χαιροΟ, ζητοΰμεν 
συγγνώμην άν, σκοπόν Ιχοντες να διηγηθώμεν περιστατι- 
χώς τα παθήματα του και ν' άνατρέξωμεν εις τήν πηγήν 
των, Οέλωμεν πολλάκις άναγχασθΤ} να περιπέσωμεν εις 
θλιβεράς χαί απαίσιους δια πδσαν έλληνικήν χαροίαν ανα- 
μνήσεις τί|ς χαποδιστριακής περιόδου. 

Ό χωρικός απόστολος του Εξόριστου, μετά τεσσάρων 
ήμερων άδιάκοπον όδοιπορίαν, άφ' ου ταχέως διέτρεξε τήν 
στερεάν Ελλάδα μέχρι τοδ 'ΙσθμβΟ, άφ' ου διέβη τήν Κό- 
ρινθο ;, τή^; Σικυώνα, τάς Κλέωνας και τάς κλεινάς Μυκή- 
νας, έφθασε τέλος πάντων εις τό Άργος. Έμβάς εις τήν 
πόλιν τών Δαναών, διήλθε τήν Αεωφόρον τη^, δπου μετά 
τών ελεφάντων του πολέμων Πύ^^ος, 6 τής Ηπείρου βα- 
σι7χεύς, έφονεύθη από κεραμίδα, σφενδονισ^ειααν υπό γρ^ί- 



ΟίΟίίίζθό 



ϋγΟοο^Ιβ 



— 16 — 

οος άνωθεν τοΟ δώ[χατός της. Άνα•:τεί>νας τον χ:τωνίσ/ο^ 
του, διεπέρασεν έπειτα τον *Ιναχον χωρίς καν να γνωρίζη 
τ' ονομά του, καΐ με άδιάφορον όμμα είδε μακρόθεν την 
Αέρνην. Πόσοί βάναυσοι ευπατρίδες τ'?)ς Ελλάδος με την 
αυτήν άγροϊκον άπάθειαν καΐ άναισΟησίαν παρέρχονται τά 
μνημεία τγ)ς προπατορικ7]ς ημών εύκλείας ! 
• Εις την φέρουσαν προς το Ναύπλιον άμαξιτόν όδόν, εν 
τδν θαυματουργημάτων του Ιωάννου Καποδίστρια, ήρχη- 
σεν 6 άπ}.οΰς χωρικός να χάσχη άπό θαυμασμόν, λέγων 
καθ' εαυτόν «πόσα και πόσα πρέπει να έξωδεύθησαν δια 
να γένη αυτός 6 δρόμος ! » Έίτέρασεν υ^ζερο"* άπό την δεν- 
δρόφυτον Τίρυνθα, και ύστερον άπό τους Άποβάθμους, ο- 
πού τό πάλαι απέβη δ Δαναός, φέρων εις την Έ7νλάδα τά 
πρώτα σπέρματα τοΟ>οινωνισμοΟ, και 6που, κατά τά 1833, 
Ιμελλε ν' άποβ^ νέος Δαναός, ό Βασιλεύς τ•?|ς Ελλάδος. 
' θεωρών τό Παλαμίδιον κλίνων εκ του ύψους προς την 
πεδιάδα τους σιδηρούς κεραυνούς του, θεωρών τον λιμένα 
τί3ς Πρωτευούσης ώραΤον και μεγαλοπρεπή) άπό πλοΓα κο- 
λοσσαϊα τγ|ς Συμμαχίας, έκυριεύΟη άπό τό σέβας έκεϊνο, 
τό όποιον πάντοτε, και εις την άναρχίαν αύτην, ήτθάνθη- 
σαν ενώπιον του Ναυπλίου και οΕ στρατιωτικοί και οί χω• 
ρικοί τ^ς Ελλάδος, και εις τό όποιον σχεδόν έχρεώστχσαν 
την προσωρινήν ΰπαρξίν των αί κατά^καιρόν τΐ|ς Ελλάδος 
Κυβερνήσεις. 

Προς τήν εΓσοδον τοϋ Ναυπλίου βλέπει πλήθος ένόπ7.ων 
ανθρώπων εξεταζόντων τους διαβάτας, και με ράβδον εις 
τήν δεξιάν, σύνηθες άστυνομικόν έμβλημα, ακούει τόν Κυρ 
Ποταμιάνον κράζοντα προς τους πιστούς δορυφόρους του. 
€ Παρατηρήσετε καλά εις τήν ζώνην, εις τό υποκάμισο ν, 
μήπως ήναι γράμματα κρυμμένα•» "Ολος έντρομος διαβαί- 



ΟίΟίΐίζθό Ι^ν 



Οοο^\(^ 



^ 17 ^ 

^εί την προ της πύλης ^ΑΓκράν γέφυραν, περιιτελλόμενος 
χαί βαδίζοιν άκβαν άζραν, ώς πλοΐον παραπλέον σκοπέλου;, 
χοί φοβούμενο ν μήπ(»χ; τους έγγί'ΐη χαί συντρίφθν). Έξαί- 
■ φνης ή κεραυνοβόλος φωνή του Αστυνόμου αποτείνεται και 
προς αυτόν• — Χωριχε, νά μην βαστάς και σύ τον Άπόλ- 
7.ωνα: Νά μην εχης έτάνω σου γράμματα ; — Έγώ,. Κυρ 
-Αστρονόμε, εΐμ' ένας χωριάτης αγράμματος, κι'άπο γράμ'<* 
|χατα δεν ξδύρω.' — Άπό πόυ Ιρχεσαι ; — Άπ' την Μεδινε- 
τσα μέ συμπάθε^ο. — Τί κάμνει ό Μεταξοίς : — Δεν εϊδα κά-- 
νένα μέ μετάξι, και νά μέ συμπαθήσης.— Πήγαινε, ζώο 'Ζε» 
^ράηοΐο^ νά βοσχήσης πρώτα, και υστέρα παρουαιάσου έμ- 
τζρός εις άστυνομικάς Αρχάς. Τράβα.] δεΓξέ με, γομάρι, 
την ρήχη σου! ^ 

Έμβάς εις το Ναύπλιον ό χωρικός, έφΟασεν εις τήν τότε 
.καλουμένην όδόν -του Αυγουστίνου. Έξήρχοντο τήν στιγ- 
,|χήν έχείνην από τήν θύραν του λαμπρού Αρχιστρατήγου 
της Ελλάδος γαυριώντες οί πολυάριθμοι Γπποι του, και 
•πλήθος στρατιωτών έπλήρουν τάς αύλάς του. ^Εκθαμβος ό 
-χ^ωρικός, παρετήρει τήν σατραπικήν αυτήν και αρειμάνιο ν 
ΤΓομπήν του ήρωος, δταν εξαίφνης ακούεται μακρόθεν βα- 
|)ύς γογγυσμός, και γύρω του άνθρωποι τζολλοί φωνάζουν 
«Ακούσατε τήν ^ροΊτψ; Τής Ελλάδος το δίχροτον έκάη.)) 
Ή έκπυρσοκρότησις αυτή τόσον, μέγα συμβεβηχος του και- 
ρού υπήρξε, τόσον σημαντικάς μεταβολάς έπέφερεν εις τάς 
τύχας των Ελλήνων, ώστε δεν νομίζω περιττόν νά ειπώ 
.περί τούτου ολίγα τινά. 

Ή Ύδρα, διά περιοδικοί φύλλου, του 'λπόλλωνος, από 
,τόν Μάρτιον ήδη μήνα εϊχεν αρχίσει νά κηρύττη ελευθέρας 
ίρχάς εις το έθνος και, νά ίτηλιτεύή αναφανδόν το αύθαί- 
ρετον της Εαποδιστριακής Κυβερνήσεως. Το Αιγαίον πέ- 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθ03ΐ€• 



-. 4* ^ 

λαγός, έρεθίσίίν, έζήτησδ &^ άνανδρων άπΑ τίν^ Καποδί- 
βτριαν τήν συγχάλδίίιν <θνΕχί|< ϊυνίλβύίβως. Άλλ^ αατίς, 
ι«ρός μόνην άιτέχρ(^(ν, ήτοιμάότ^η να σωφρονίση τοός Αί- 
γίχίοιτίλαγίτας δΐ' ένοπλου δυνάμεως, χαί διέτρεξε φήμη, 
ί*ϊδ 6 ίΟνικδς (ττίίλός •κάρ6σχ6υάζε•ίο εΙς τοιαύτην έχ<ίτρα- 
τείαν. Ή *ϊορΛ ί^ΐϊ€υ<ίε νά προλάβη τά σχέδια ΐ:οΟ Καιτο- 
8ί(ίτρια, καΐ ό Μιαούλης μϊετά ΐόϋ Κριεζί) χατέλαβεν εις 
τον ΙΙ(ίρον τον στ(>λον ί(όιΙ ΐ:ά Νεώρ(ον. Ή είδησις αύ-ϋ'ή, 
φθάίϊάσα ε{ς το Ναύ^λιον, ερ^ιψεν είς φρένη^χάς Ιταραφο- 
ράς τον Κυβερνήτην* Δια ξηράζ στρατεύματα έλληνιχά, ριά 
θαλάσσης πλοΤα ξένου Κράτους, ίία'ίά την είχοστήν πέμ- 
ΐδτην τοϋ Ιουλίου, εμφανίζονται δια μιας εις τόν Πόρον« 
ϊήν είχοστήν Ιχτην, ό Τώσσος Ναύαρχος Κύριος Τικόρδος 
8ι^ ίνός τών άξεωματίχών τόυ Λ(δόαγγέλλει εις τόν Άρχε- 
ναύαρχον "Ελληνα, βτι μέλλει νά στειλη δύο του ιτλοΤα είς 
τ6 στ^μιον τοΟ λιμένος διά νά τόν άποχλείση, χαΐ την 
επιοϋσαν πραγματοποιεί 'ίήν άΐϊέιλήν του. Ό Μιαούλης, 
άμετάτρεπτος ε!ς τους ιτατριωτιχούς του σ)ίοπούς, ζητεΤ νά 
τόν άποτρέψη δια τ5)ς πειθούς άτΐό τόιοϋτον κίνημα. Άλλ* 
απορριφθείσης πάσης ειρηνικής του προτάσεως^ χαθοπλίζΛ 
το μικρόν φρούριον, τό κείμενον Ιμπρόσθεν τί|ς*νήσου τοδ 
* Αγίου Κωνσταντίνου, κατά τήν εΓ^οδον τοδ ο^\ιο\}. Την εί- 
χοστήν έβδ(5μην, άποφασίσας νά διαλύ(ϊν| τόν αποκλεισμών, 
προειδοποιεί τους πλοιάρχου; τών ^ωσσικα^ν δύο πλοίων, 
δτι, άν δεν άπομακρυνθώσιν αμέσως^ θέλουσι πολεμηΟί) ίτΑ 
τό φρούριον και τό φρούριον, κατά δι«αγήν του, Ιρ^ιψε τό 
χανόνιον τοΟ προαγγέλματος. Τά ^σσιχά πλοΓα άνταπε• 
χρίδησαν κανονοβολοΟντίχ, χαι ήρχη^ίν *Ι| μάχη έξ αμφοτέ- 
ρων τών μερών. Ή νύξ έπελθοΟσίχ χίιτέιιαυσ€ τάς έχθρο• 
πραξίας, αϊτινες έπανελήφΟησαν τήν πρωίαν τί|ς ε?κοστΙ)< 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



~ 19 — 

δγδόί|ς* Ό Μιαούλης §ιά ν' άπ^φύγη χύσιν αίματος, βπρο* 
ΰαλεν άναχωχήν, εως ου ήθελον φθάίτει εκ Ναυπλίας οιί 
ίτερίμεγ^[Λεναε τ-^ς Μγγλίας και Γαλλίας ναυτίκαί δυνά- 
μεις• συγχρόνως δε ιτροεμήνυσεν εις τον κύριον 'Ρίχ6ρδον, 
οτκ, δμα ήθελε κινηθΐ) κατά των ελληνικών πλοίων, αυτός 
οέν ήθελε μεν άντικρούσδΐ εύεργέτιδα ίύναμιν, ήθδλεν δμως 
ι:αραδώ(Τεί το δίχροτον εις τάς φλο'γας, και αφαιρέσει άττά 
τόν Καποδίίττριαν τα μέσα τ?}ς εθνικής καταστροφής, τήν 
όιτοίαν «ροεμελέτα. Έν φ τοιαύτη ήτον ή σταθερά τοΟ Μι- 
βούλη άΐίίφασις, 6 Κυβερνήτης εξ ενός μέρους έβράδυνε τήν 
άζό ΐν^όίίλΐον άναχώρησίν τών άγγλικογαλλικών πλοίων, 
έξ άλλδυ άτΐέστειλε ταχυδρόμον προς τόν Κύρίον Τικο'ρδον, 
δια νά κυρίευση δσΟν τάχος τά παρά τών Υδραίων κατε- 
χόμενα πλοϊα* Τό'τε ό Μιαούλης και Κριεζής έβαλον πΟρ 
εις τήν Ελλάδα και εις τήν Καρτερίαν και καθώς ο βάρ- 
βαρος Εέρξης ε{ς τήν πυρπ(5?//;^ιν τών \4.θηνών είδε τήν 
άμετάθετον τών Ελλήνων γνώμην νά μήν υποδουλωθΔσΐν 
ζΐς τον ζυγόν του, ομοίως κβι ό Καποδίστριας είδεν εις τήν 
ΐ^ρκαΐάν του Πόρου τόν άδούλωτον χαρακτήρα το3 έλλη-^ 
νιχΟΟ έθνους. 

*]9 σ;<ηνή αυτή άνεκάλυψεν ολοσχερή τήν μισέλληνα ψυ* 
χήν τίΛ Καποδίστρια ε{ς τους κατοίκους του Ναυπλίου, 
>«αί τό ιιένθός τήν ήμέρόιν έκείνην ήτον εις δλων τά πρόσω-» 
π* ζίώηρώς είκονισμένον• Πολλο: και από τους περί αυτόν 
ήρχίσαν νά τρέμωσι, βλέποντες καθ^ έκάστην άναπτυσσό- 
μβνον τό νερων<κόν ήθος του Κερκυραίου. 

Ό χωρικός μας ΐϊεριεφέρετο εις τάς αγυιάς τοΟ Ναυπλίου 
μεταξδ έντρομου και περίλυπου λαοΟ, περίφοδος . και αυτός 
χωρίς νά γνωρίζη τό αίτιον. Εις μάτην έζήτει νά εΰρη την 
^ατ^κ(αν τής Ά<τ::αοίας μέ τήν έπιστολήν τοδ Εξόριστου 



ΟίΟίίίζθό 



ϊ^γΟοο^\(^ 



^ 20 — 

€ίς τάς χείρας, παρακαλών δλους τους Σιάβάίνοντας ν* 
άναγνώσωαι την έπιγραφήν, καΐ μή λαμβάνων άπό κανένα 
σχεδόν άποκρισ^ν. Άλλα κατά τήν όδόν του 'Γψηλάντου, 
^ν δ ακόμη εξέταζε τον καθένα περί τ^ς δυσεύρετου οικίας» 
συναπηντήθη μετά τίνος κομψού φουστανελλοφ(5ρου, όστις 
άκουσας προφερόμενον τ^ δνομα τ^ς Ασπασίας έσταμάτη- 
σεν εόθύς. Ό Κύριος ούτος έφόρει φουστανέλλαν τετρακο- 
σιόφζ>λλον, είς τάς άκρας περικέντητον, κο^ι εΤχε τα περιτρα- 
χήλια τοΟ υποκαμίσου του προς το γαλλικώτερον άνωρθω- 
μένα• ετριζον τα στίλβοντα υποδήματα του• το πορφυρουν 
άσιατικόν κάλυμμα τί]ς κεφαλ?)ς του έκλινε κομψώς επί 
ΤΪ}ς μυροπνόοο του κόμης, και ο γλαφυρός του μνσταξ εν 
ειδει περισπωμένης έστεφε τα βοδινά του χείλη• Νάρκισσος 
περίπατων ακροθιγώς επί των ονύχων, και υποβλέπων εύα- 
ρέστως τα κάλλη του. — Ποϊον ζητείς, άνθρωπε; ήρώτησε 
τον χωρικόν, λεπτύνων γυναικιστί τήν φωνήν του. — Έχω, 
αύθέντη, ένα γράμμα δια κάποίαν Αρχόντισσα . . . τήν λέ- 
γουν . . . διάβασε, νάχης κα7.ό, το έπανώγραμμα. — Ό χα•^ 
ρίεις Ναυπλιώτης άναγινώσκει τήν διεύθυνσιν, ώχρια και 
τραγικώς έπιφωνών, α δια τήν Άσπασίαν, ώ θεέ! Το γρά- 
ψιμον εκείνου | » α δός με το ! δός μέ το ! έπρόσθεσεν αμέσως• 
έγώ το πηγαίνω• τήν γνωρίζω πολλά καλά• εΐχαι και συγ- 
γενής της.» Ό χωρικός, πριν δώση το γράμμα, Οέλων νά 
παραστήση μεγάλην τήν έκδούλευσίν του και να λάβη ανα- 
λόγως μεγάλην τψ άμοιβήν, αρχίζει να διηγ'?ται πόσους 
και πόσους κόπους ύπέφερεν εως νά κατευοδωθη από τήν 
Ι^εδινίτσαν είς το Ναύπλιον. Άλλ' εν φ ακόμη κατεγίνετο 
είς τήν εύγλωττον έκθεσίν του, ο πονηρός Ναυπλιώτης^ 
προ.βλέπων δτι τό κάτω της γραφγ5ς ήτον νά τόν\ζητήση 
καλήν πληοωμήν, «ευγέ σου, παληκάρι μου ! μεγάλη σου ή 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθ03ΐ€ 



-^21 — 

άξίό'της!)) τον λ%εί, άρπάζεε την έιΐίστολήν χαί γίνεταε 
άφαντος εν ροπ^ ό'φθα)νμου, άφίνων τον καλόν αου χωριχόν' 
είς την μέσην με το στόμα ^^ψ^^^ ώ^ '^^^' κόρακα το!> 
μισθού, από τόν όποιον άπέσπασεν ή άλώπηξ τον τυρόν. 

Ό ΑύγερινόιτοΛος (αυτό ητον τ' όνομα τοϋ άρπάσαντος" 
το γράμμα) τριακονταετής σχεδόν την ήλικίαν, μη λαβών^ 
άλλην άνατροφήν παρά την τότε διδομένην εις την Πελο- 
ΐϋόννησον, έγνώρίζε χατ^ έπεφάνεοαν την έλληνίκήν γλώσ- 
σαν^ ψϋτταχίζων συγχρόνως δύο ή τρεϊς φράσεες χαερετισμοΰ 
είς την γαλλ^κήν, Έκαυχδτο φαδιαχόπως ότι ήτον μέγας 
και πολύς κτηματίας, εν ω δεν έλάμβανεν ούτε δέκα ήα^-^ 
ρδϊν του έξοδα χατ^ έτος από τα ερημά του υποστατικά, 
Ιχ^ων ακόμη και αυτά εις ά7νλεπαλλήλους ύποθήκας υπο* 
βεβλημένα- Έθυμίαζε τά είδωλα τ-/)ς ημέρας, και ώς επα-' 
κρον ευδαιμονίας έδεώρει παν ύπουργημα, χωρές νά δυνηθΤ} 
ποτέ νά επιτυχή κ(^:νέν. Δεν άπέμενεν δμως χωρίς κάμμίαν 
ώφέλειαν. Έκέρδεζεν εν είζόπεδον σήμερον, ένα έργαστηρό- 
τοπον αύριον, και πάντοτε εις μυστικάς συνενοχάς προσό- 
δων ιτεριπλεκόμενος και περιπλέκων τινά Ύτιουργόν, ετρω- 
γεν αυτός τά εκτός των φοινίκων και τά εντός τών αμυγ- 
δάλων, άφ^ν/ον εις εκείνον τά όστα και τά κελύφη. ?Αγ2- 
ρωχος και χαμερπής εν ταύτώ, έδείκνυεν όφρΟν Άρειοπα- 
γίτου προς τους κατωτέρους του, και ώς σκύλαξ εσαινε τήν 
ούράν ενώπιον τών ανωτέρων του• χρυσός Ιξωίεν, μόλυβδος" 
ενδοθεν -όσον εις τό φανερόν μειλίχιος και πράος, τόσον εις 
φό κρυπτόν απάνθρωπος και θηριώδης. Ιδού ό άντεραστής 
τοΰ Εξόριστου μας, ό λατρευτής Οχι τόσον της Ασπασίας 
δ^^ο'^ τοϋ πατρικοΰ της πλούτου, και τόν όποιον αυτή απέ- 
φευγε και ήθελε μισήσει, άν τής Ασπασίας ή ψυχή ήτον 
επιδεκτική μίσους. 



— 22-- 

Τρίξας δΙς Λαράμερον τίπαν δ Αύγβρβίόπουλος χαί άττο- 
σφραγ^σας τήν ιτρος την Άσπασίαν έπίστολήν, είς πδααν 
ηερίοδον^ είς πδσαν λέξιν την δτυαίαν άνεγίνωσχεν, επεπτέν 
άπό λύσσαν ζηλοτυπίας εις ιταραφοράς έκδ&χήσεως και όρ- 
γί}ς• έοαχνί τά χεΟνη ται/. . . Ι^τεκεν. . . έπερι^ίάτει• . . τέ- 
λος πάντων^ ως νά εΤχεν έμπνεη^β^ άιτό χαταχθόνιόν τίνα 
δαιαονα^ σαρδωνιχώς ύπογελάαας χαΐ σεί(ίας άπειλιτιχώς 
τήν Χεφαλήν^ διευθύνΟη δροριαΤος εις τήν κατοιχίαν τοΟ δη- 
μοχράτου ΎπουργοΟ, βόρίσχων τήν έποχήν τί)ς γενιχί}ς 
κατά των Συνταγματικών χ#:αδρθ(ΐί)ς άρμοδίαν δι' έκ2ί- 
χηαιν μεριχήν« 

Είς τήν 6πουργιχήν αυτήν οίκεαν ίγινοντο συνεχώς αί 
συνεδριάσεις τών τότε όλυμτϋιων θεών τής Ελλάδος. Ή 
γραψίς τοΰ Αισχύλου έξδΐκόνισεν άξι'ως τους Επτά επί Θή- 
βας• ή ιδική μου θέλει αρά γε δυνηΟή να σκιαγράφηση τοός 
Επτά έπί Ελλάδα Συμβούλους τοΟ Καΐίοδίστρια ; 

Έν μέσω αυτών ήτον καθιδρυμένος ό φέρων τήν πανο- 
πλίαν του Άρεως Τυδεύς, μικρές μέν δέμας αλλά μαχη^ήί' 
ι^νέων πολεμικήν μαν{αν και βροντοφωνών κατά τών Ελευ- 
θέρων: 

«Τύίευς Αέ μάργων χαΐ μάχτις ΙιλιμμίνΟς, 
«ΙΙεσημβριναις κλαγγκίοιν ως δράκων βοα.» 

Πλησίον του παρέδρευεν άλλος, τής πρεσβείρης Γερουσίαί 
ή βακτηρία, 

€Τοΰ κλέος «ύρξ> καθ* Έλλάδ* καΐ μέσον "Αργός• ί 
κολλά δε κατά φρένα και κατά θυμόν μερμήριζεν δ άναφα•- 
λαντίας. 

Έβάσταζετάς πλάστιγγας τϊ)ς θέμιδος δ τρίτος, άμ- 
Φΐ^^επής ώς αύταί, και κ^μ^ίνων μεταξύ τιμιότητο; κ«1 
Καποδιστρισ;χοίί• 



~ Μ --^ 

Μέλος τΙ^ς Οίχονο{Λ(ας ί -τέτοφ^τ^ς, βΤχεν εις χΛρας φά- 
χελλον ι^αχυν χαρτο^βρΛίτμάτων, ζαί δια νά χαλόψτ) την 
Γλλειψίν του εις χατα<5Χί5πους έξαντληΟέντος Ταμείου, έ- 
ρχθη διά νέρις ήλγεβριχί^ς μεβο'Βου του ν' άποδιείξτ) το 4 
ί(Τον τ^ 10, τφ 100, τ<^ 1000, ώς ριηδενιχ&ν ίντω^ τΛν 
μηδενικών. 

*0 υρέμπτος ήτον ό δημοχράτης Τπουργός δστις, χρατών 
^φιγκτώί; ένηγχαλισμένον τον Ζουΐ) και τονΒίνιΛνα, έκρα- 
ζε με ^ραγχώδη φωνήν ιτΈξάρίαι ! ΙΙρογραφαι! Φυλαχι^ 
σμοί ! Δημεύσεις !λ 

Μίτραν έπι κεφαλ5)ς φ^ρων 6 έκτος, περιέττρβφε «ατε- 
ρημά ήλεκτρου εΙς τά δάχτυλα, χαΐ εις ιτβααν Ιγγραφον 
διαταγην του Καποδίστρια έψαλμφδει• ί'Αμήν Ι ^Αμήν ϊτ^ 

Ό έ^ομος, έπίσημον μέ}νος τ1)ς 'Εξοριστιχ^ς Έπιτρβπί)ς, 
έξ€τύλΐ':τ6 σοβαρώς μαχρύν χατάλογον, δπου έτυί χεφαλί^ς 
πολίνών ά?νλα3τν όνομάτα^ν διεκρίνετο ιτρογεγραμμένον το 
ιρυ ά^ιμνή^του Δημήτριοι» Ύψηλάντου. 

— Έμάθατε την άνοσιουργίαν, την εμάθατε* εΐι» πρώ- 
τος εΙς την δτεβαστήν όμήγυριν ο δημοκράτης *ϊίΐο«ργός* 
ΈΛΐ^ράκτωσαν οχ Άντάρται τήνξυ3νίνην *Ελλ«δ«, χαί αν 
Ιούναντο ^θελον χάμει ολοκαύτωμα χαί την {3ίαν «ότην 
Ελλάδα, την τόσον άγαπητην πατρίδα των. Τδραϊβς χαΕ 
άρ^τή εκ διαμε':ρου αντικείμενα ί«— ')Εχβάλ)Λ)ν έπειτα σω- 
ρδν εγγράφων άπό την δημοτικήν του ζώνην, έξηχολούθησε 
νά λεγη. — ^Ή <ρρενοβλιαβεια τών Συνταγματικών ΙφΟασεν 
εις τον χολοφώνά της. Πανταχόθεν μΛς έρχονται βώθάΣεις 
υπέρ Έθνοσυνε7νεύσεως χαί Συντάγματος άναφοραί. ^Ανω- 
φελώς εΙς τ^ς Ά])ηνας, καίτοι ^υρκικάς ακόμη χάρι^ εις 
τον Κυβενητην ψιας, διεσπείραμ^ν στρατώτας φοβερίζοντας 
μ«τ^.ι:&ρ και με την {λάχαιραν τ^ύς Αθηναίους, διάνα 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



— %& — 

μήν υπογράψωσιν είς .τοιαύτας. Παραλόγους προτάιεις. Ό 
Ζαχαρίτσας^ 6 Βλάχος και ό Ανάργυρος υπερίσχυσαν. 1 
δέτε χαΐ αυτά τα γράμ[ΐατα, Ιδέτε τα, Ε!ς {/.άτην [χυστι• 
κάς και ^νεράς Εγκυκλίους, υποσχέσεις και άπειλάς των 
πιστών υπαλλήλων μας, φυγαδεύσεις, καθείρξεις, βασανι- 
στήρια, δημεύσεις, εις μάτην το παν έβάλομεν εις ένέργειαν, 
ριά νά καθέξωμεν τάς Επαρχίας Καλαβρύτων, Ιΐατρών 
και Βοστίτσης. ^Αναφοραι μιαραί έξηλΟον και άπ' αυτάς τα; 
μεμολυσμένας φωλεάς τών Ανταρτών. Εκατόν ιππείς ρ.ας: 
περιεκύκλωσαν την οικίαν του Ανδρέου Ζαΐμη• άλλ' ό έπα 
ναστάτης έδραπέτευσεν εις ΖάκυνΟον, και π7νέει, λέγοί^ν, 
ρεϊθέν προς την "Ύδραν. — 

— Και ή στρατηγική μας αύτη άπέτυχεν, άνέκραξεν 
μικρομέγαςκαί πολεμικός Υπουργός. Άφ' ούοί Κοντοβου-ΐ 
νήσιοι και ό Χονδρογιαννόπουλος, οι κατά συνέπείαν μύστης 
ριώδους διαταγ7)ς μας άναφανέντες εις την Πελοπο'ννησο 
λησταί, άποχρώντως έδικαιολόγησαν έκστρατείαν της Κ 
. βερνήαεως κατ' αυτών, διαταχθείς τότε ό Αρχιστράτηγος 
τ7)ς Πελοποννήσου νά συλλέξη οκτώ χιλιάδας στρατιωτών 
έξ^^λθε μετά στρατεύματος εις περιοδείαν τών επαρχιών. 
Πολλούς τών Ανταρκτικών Ιρριψεν εις τά δεσμωτήρία,] 
πολλούς έξώρισεν άποδύσας δε καί τινας εις Τριπολιτσανι 
εν μέσφ πληθούσης άγορόΐς τους περιεφερε μετά μαστιγώ- 
σεων καί ραπισμάτων γυμνούς ώς έξήλθον από την γαστέ- 
ρα τ7)ς μητρός των, συρί,πορευομένης στρατιωτικ•ί)ς μουαι* 
σικης. Με δλα τά δραστήρια καί αυστηρά ταΟτα μέτρα, ή 
λύσσα τών Συνταγματικών αυξάνει. — 

Τό μέλος τ-ζς σεβαστ7}ς Οικονομίας εΤπεν. — Ό κόσ(ΐο; 
άπέβαλε πασαν αιδώ και ήθικήν. Κατά προφορικήν διάτα* 
γ-ήν τΐ^ς Αύτου Έξοχότητος, έγραψα -,-χΟές προς Πληρεξού- 



-- 25 -^ 

σϊον -ίζαλαιάν του "Α^γουί, συχνάζοντα τάρα πολύ εις το^. 
^Υψηλά^ττ^ν, να έπιστρεψγ] είς το Ταμεϊον τάς δύο χιλιάδας 
Φοινίκων, τάς όποιας έλαβε περί την Ιναρξιν τ^ς έν Άργεε 
έδνικης Συνελεύσεως. Ώ Θεέ ! Ποίαν άπ^χρισιν ελαβεν ή 
Οικονο^λία Ι Ακούσατε την, Κύριοι, ακούσατε την να φρίξετε^ 

«Έλαβα την ύπ' αριθ. 102,72 προσκλησιν της επί της 
Οικονομίας Έπιτροπγ]ς. Είναι αληθές δτι κατά διαταγήν 
τ^ς Αύτου ^¥.ζ,οχότψος μοί έμετρήθησαν δισχίλιοι Φοίνι- 
κες είς χρυσά Αουδοβίκια. Άλλ' ή Έξοχότης του με τους 
Ιδωκε προς ένίσχυσιν, ως εΤπε, τ^ς πατριωτικούς μου γλώσ- 
σης• και μά την άλήθειαν, πόσην ^ητορικήν δεν έδειξα 
70τε ί Χρυσόστομος δέν έγινα με τά χρυσδ Λουδοβίκιά του;* 
Πότε ό Κύριος ΠεροΟκας έκεραύνοφώνησεν υπέρ Κυβερνή-ί 
του, καέ δεν ήλάλαζα εγώ ; «Ναι ! Ναί ] » Πότε δ κύριος 
Χρυσόγελος εξεφώνησε κάμμίαν δοξόλογίαν και δεν έψαλα 
εγώ; σ ^Αλληλούια] Άλληλούϊα!» 

5) Αι ψήφοι των άλλων Πληρεξουσίων είναι από κόκκους 
έρεβίνθου ή φασιόλου. Πλην λανθάνεται ή ΑύτοΟ Έξοχότης 
αν νομίζη και την ίδικήν μου τόσον εόθηνήν και τόσον ελα- 
φρών ή ιδική μου αξίζει καΐ βαρεΤ αδάμαντας. Θέλω δώ- 
σει λόγον διά τάς δύο χιλιάδας Φοινίκων, όταν ό κύριος 
Κόμης Αυγουστίνος διά τάς όκτακοσίας χιλιάδας τί]ς ηρω- 
ικής περιηγήσεως του, δταν δ Κύρ:ος με ε ι ς ε ν α κ ά π ο ι ο ν 
τ ρ όπ ο ν διά το Φροντιστήριόν του, δταν ό Κύριος με τους 
πολλούς μύθους του διά τά :νόμιστρα της Ιϊελοποννήσου, 
καΐ δταν οι κύριοι "Έκτακτοι Επίτροποι και Διοικηταί δεά 
τά έκτακτα εξοδά των. — 

. Είς το τέλος της αναγνώσεως ταύτης, άνεκάγχασάν 
'κνα των μελών του σεβαστού Συνεδρίου. Άλλ' ό πατήρ 
ιί^ς Πατρίδος, ό εμβριθής Γερουσιαστής, μέ άγανάκτηαιν 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



— 1β — 

χαί μέ οφθαλμούς ερυθρούς €^ιλατε, είπε, γελίτΐ ; Χωρίς 
οφαγάς, χωρίς αίματοχυσίαν, εξουσία βέν στερ6<5νβται. Έ 
με άχούετε και τό αΐμα τρέχει μέχρι γονάτων, ή εγώ ετοι- 
μάζομαι να φύγω εΙς την Εύρώπην. Δυστυχία εις τήν Ελ- 
λάδα ! Ό Κόμης Βιάρος αναχωρεί• αναχωρεί ο μόνος άξτος 
νά έξολοθρίύσν} τους Άντάρτας. » 

Τήν στιγμήν έχείνην ενεφανίσθη δ Αϋγερινόπουλος ασθ- 
μαίνων και κρατών εις χείρας το γράμμα τοΟ Έςορίστον. 
Συνεσταλμένος και με ασκεπή κεφαλήν έπλησίασεν εις τάν 
κατ' εξοχήν δημοκράττρ, και ειπών εις αυτόν μυστηριωδώς 
Αλίγα τινά, τον ένίχβίρισε τήν έπιστολήν. Ό αγοραίος 
•Γιτουργός, άφ' οδ με βίαν χαΐ με ταραχήν τήν άνέγνωσεν, 
• Γοέτε, Κύριοι, έφώναξεν, ίδέτε τήν ύπογραφήν αυτήν τήν 
γνωρίζετε βέβαια. . . δ Αντάρτης εξορισθείς από το Ναύ- 
ιτλίον, άντι να σωφρονισθώ), ετρεξεν εις τήν στερεάν 'Ελλά'- 
δα, και με τόν Βάσον ζητεί από τήν Σαλαμίνα να τήν τα- 
ράξη.9 Άνασηκωσας έπειτα τήν φουστανέλλαν του. ώς ο 
Καραίσκος πριν τής μάχης, «είμαι δημοκράτης, έξηκοΧού- 
θησε, και δημοκράτης εύχομαι ν^ αποθάνω• Αίμα ! Αίμα ! 
Διάταγμα συλλήψεως καθ' δλων τών ταραξιών, κατά τ^δ 
άποστάτου δστις μελέτη ν' αναστάτωση τήν χέρσον Έλλί^• 
δα ] :» και λαέών τόν έπι τοΟ ώτίου του άπ^τεθειμένον κά-' 
λαμον, ήρχισε νά γράφ•}) ολόκληρους σελίδας π|?ός τόν Ικ- 
τακτον Έπίτροπον τής ανατολικής Ελλάδος, έκ διαλειμ- 
μάτων ψιθυρίζων καθ' εαυτόν μέ- τρέμοντα χείλη• α διάταγ- 
μα συλλήψεως καθ'δ)αιον τών μή αυτοχθόνων.. ..καθ' δσων 
γνωρίζουσι τήν γαλλικήν διάλεκτον .. . καθ' όσων δέν ^ίναι 
Πελοποννήσιοι γ^;ήσιοι. . . . και γνήσιοι Τριπολιτσϊώται . . . 
και πρό πάντων φίλοι μου. . • δημοκρατία . . . Ζουής. . • . 
Βινιών ^ . • αρετή . . . ελευθερία . . . διάταγμα συλλήψεως, ι 

Ι 




^ 27- — . 

-^βαδόζβτε βίς τον ιερόν αγώνα τί|ς ΌρΟοδοξίας ί ίχραξεν 
τιαρο(ρ(5ρος σύνεδρος, άνεγεφόρ,ενος εις τους πόδας ώς θεο- 
τ^νευστος και τείνων τάς χείρας ώς Άρχιερεύς δστις μέλλε^ 
να εύλογήαη• βαδίζετε κατά των Αιρετικών τί)ς ^Γδραςί . . . 
Ώ ή[Λέρα αο(ΐχους, ήμερα θανάτου, καθ' ην συνελήφθην αίχ- 
{χάλωτος εις τήν *Ύδραν ! Μ' έκλεισαν κατά πρώτον εις Μο- 
νί^τήριον ώς άσκητήν Άγιορείτην έπειτα [χέ απέλυσαν, 
χαί τά παιδάρια χ'^ς 'Ύδρας τρέχοντα κατόπιν μου έφώνα- 
ζον (Γ Σύνταγμα ! Σύνταγμα !ΐ) Είσέβην εις τήν οιχίαν του 
Λαζάρου Κουντουριώτου, και τον εύρον καΟήμενον μετά 
Προέδρων, Τπουργών, Βουλευτών και Στρατηγών τής Ελ- 
λάδος. *Η ατάραχος μορφή του γέροντος και τά υπερήφανα 
βλέμματα, τά όποια έτόξευον κατ" έμοΟ οι συναντάρται 
τ,ου, με κατεπλήγονον, μ' έφόνευον. Ό ΙΙολυζωίδης με τον 
Απόλλωνα του, οι ΣοΟτσοι με τάς πατριωτικάς των ποιή• 
σεις, ό Ζωγράφος με τό ψυχρόν του φλέγμα, ό Μαυροκορ- 
δάτος με τά διαπεραστικά του όμματα, δλοι, όλοι >ϊά ευρω• 
αι τά 'πίχειρά των ! Ή θρησκεία το ζητεϊ• ή παιδεία τά 
απαιτεί. Αμήν ! Παράσχου, Κύριε ! 

Έδώ διελύθη ή συνεδρίασις- καΐ τό μεν ένταλμα τής 
συλλήψεως του Εξόριστου απεστάλη αμέσως προς .τον Έκ• 
τακτον Έπίτροπον τ^|ς Ανατολικής. Ελλάδος, το δέ ήμισυ 
μέρος του Συμβουλίου, τό Βιαρικόν χαλούμενον Κόμμα, 
ύπήγε.ν' άποχαιρετήση τον Πατριάρχην του, όστις ήτοιμά- 
ζ^το κατ'έχείνην τήν νύκτα ν^ αποδήμηση έκτ!)ς Ελλάδος. 
^ Ό Κύριος Κόμης Βιάρος, ό πρώην Πανυπουργός και 
Παμπρόεδρος όλων τών ΕΙδικών Επιτροπών, ό πρώην ΓΙανέ- 
φορος καΐ ΙΙανειΛστάτης όλων τών δημοσίων καταστημά- 
των, ό Αοαγιώλας Ιησουίτης, ό άοράτως διευθύνων τό κα- 
ταχθόνιον τάγμα, τών ωτακουστών, ό έκατόγχεφ Βριάρεως 

3 

Ό-Φζβό 5ν ν^οο^ι^ 



~«8 — 

Τϊ)ς κατασκοπείας, έστδχε τότε (ίέ χεΤρας έοτταυρω(ΐένας εις 
τάν κοιτώνα του, και τοϋ σώματος του ή Οέσες έφαίνετο να 
}%€γη• «Ό καλός έγ(ο άνθρωπος τί πταίω ;» Είς πιστός του 
υπηρέτης έστοίβαζεν Ιξω ζΐς χ&βώτια στήλας διστήλων αρ- 
γυρών, μη πολυσαλευων το μέταλλον δια να μην ήχήση ο 
κρότος του εις την Ελλάδα, άλλ' εις την Κέρκυραν μόνον. 

Πλησίον του Κυρίου Βιάρου, με πρόσωπον ώχρόν, Ισχνόν 
και επίμηκες, με μυώνας συνεσταλμένους καΐ με πεπλαντ}- 
μένους οφθαλμούς^ έχάθητο έντρομος δ περιβόητος Νομο- 
θέτης Γεννατ5ς ό Κερκυραίος• *Ίσταντο γύρω του ώς σω•• 
ματοφύλακες οι νεήλυδες συμπατριώταί του, τους όποίοος 
ό έντιμος Γραμματεύς είχε φέρει άΐξό Κέρκυραν χωρίς ναΟ- 
λ^ον, δια να σ υ ν α π ο τ ε λ έ σ η, ώς έλεγε το κλάδος 
του, καί τους οποίους ήτον έτοιμος να μεταφέρ•^ πάλιν 
χωρίς ναυλονείς Κέρκυραν. 

—^Φεύγεις, σεβάσμιε γέρων, εΤπε προς τον Κύριον Βιά- 
ρον Ιμβαίνων ό Γερουσιαστής• φεύγεις . • . Τοιαύτη πάντο- 
τε ύπ^ίρξεν ή τύχη τών ενάρετων ανδρών — Έζήτησα, φίλε, 
ίνα κάμω παν δ,τι καλόν έδυνάμην. Άλλ^ ή ταπεινή μου 
γνώμη ουδέν εισηκούσθη- . Προύκειται λόγος Γνα 6 Κόμης 
^ Αυγουστίνος μεταρρυθμίση την Ελλάδα. Εύχομαι ινα ευ- 
δοκίμηση ο αυτοσχέδιος Στρατάρχης. Εύχομαι ινα κόψη ή 
σπάθη του ενα κάν άσταχυν τί]ς Ελλάδος. — Είπε, και τα 
χείλη του έμειδίασαν, και τοΟ προσώπου του αϊ πρασινωπαί 
^υτίδες υπέστιλψαν ώς τό λεπιδωτόν υποκάμισον τρΟ οφεως. 

Ώμίλησε τότε με τρέμουσαν φωνήν και 6 Κύριος Γεν- 

νατας." — Π ερκέ δούνκουεμέ θέλουν τάντο μάλε 

' ίΓκρέτσι; Τί τους έκαμα κοσπέττο; Έγώ δεν έβγαί- 

νωδαλλά μί α κάζα, και δεν φαίνουμαι νι άνκα πέρ 

λέ στράδε• Ήτζουρισπρουδέντσα μου και ή 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 




— 89 — 

λ,ετζίσλατσιό νε μο υ έΤναι δα πέρ το ύττ ο* είναι εις 
τό χαρτί επάνω• εϊναι πούρε πουρίσσΐ[χεκόμε ίλ 
σολ ε%— Φθόνος και ογι άλλο, άπεκρίθη ό Γερουσιαστής. 
Ό ΑυκοΟργος δεν έξωρίσθη άφ' έαυτοϋ του, δια να καθιε- 
ρωθώ) ή νομοθεσία του ^ Και συ εξορίζεσαι ως ο λυκοϋργος. 
-—Σ ί, σ ί, κ ά ρ ο ψ ί ο, σαν τον Λυκούργο άνδερό άνκ' 
ϊο βία• σί, σί, σαν τον Λυκούργο, σαν τον Λυκούργο, 
κοσπέττοδι Μπάκκ ο.' — 

'Λλλ^ άς έπευχηθώμεν χαλόν κατευόδιον εις τάς δύο 
χερχυραϊκάς Έκλαμπρότητας, και άς έπανέλθωμεν εις τον 
^Εξόριστόν μας, τον όποιον άφήσαμεν εις την Μεδινίτσαν, 
μέλλοντα να μεταβί) εις την Σαλαμίνα, δια να συνεργήση 
χαΐ αυτός εις τόν κατά τοΟ Καποδίστρια πόλεμον. 

Άφ' οδ λοιπόν απέστειλε το προς την Άσπασίαν γράμ- 
μίχ του, άνεχώρησεν αυθημερόν άπό την Μεδινίτσαν και δι- 
ευθύνθη προς την περικλεΐ) πόλιν του Κέκρωπος. Έμβαίνων 
εΐζ τάς Αθήνας, έκυριεύθη άπό τό θρησκευτικόν έκεΤνο σέ- 
βας, τό όποιον κατέχει τάς ευσεβείς καρδίας υπό τα τεμέ- 
νη μεγαλόπρεπους ναοΟ, και πολλήν ώραν εμεινεν άναυδος 
ενώπιον τοΟ μεγάλου Δαίμονος τ*7^ς αρχαιότητος και των 
αοράτων μεγάλων σκιών, άπό τάς οποίας ή πεπληγμένη 
φαντασία του έπλήρει την άτμοσφαϊραν. Εισ7)λθεν άσκεπης 
εΙς τό βησείον, και εις μίαν των στηλών αύτοΟ έγχαράξας 
τ' όνομα του, «μάρμαρα αίωνιότητος, άνέκραξε, παραδό- 
σατε τό άγνωστον όνομα μου εΙς τάς έπερχομένας τών 
Ελλήνων γενεάς! ί Έκάθησε σύννους εις την ΙΙνυκα, και 
μ,ετά μικρόν άφήσας βαθύν στεναγμόν άνηγέρθη. Ποιος 
εραστής τής ελευθερίας, ποίος "Έλλην γνήσιος δύναται νά 
Εδί) τό βήμα τοδ Δημοσθένους, χωρίς ν' άνορΟωθώσιν αδ 
τρίχες τί^ς κεφαλής του; 



^ 30 — 

Εκείθεν έπιβάς ε?ς άκάτίον Ιπλει ΐίρός την Σαλαμίνα, 
καΐ βλέπων {χαχρ(ίθεν τα πεδία τοϋ ΜαραΟώνος, πλήρης 
ενθουσιασμού έξεφώνει 'ϋά ώραϊα ιταλικά επη τοδ "Έλληνος 
ποεητου Φοσχόλου• 

« II ΠΛνί^ίΙβίβ 

ΟΙιβ νβίβ^δίό <ιιιβ1 ηι&Γ δοΗο ΓΕιώβ» 

νβάβα ρβΓ Γβιηρία οδοαΓίΙέ δοΐηΐίΐΐο 

ΒαΙβηΒΓ (1 βΐιηί β άι οοζζβηΐί 1>Γ3η(1ί, 

ΡαιηαΓ 1β ρίίβ ί^ηβο ναρΟΓ, οοΓΓΟδοΗβ 

Β'δΓίηί ίβΓΓββ νβίίβα ΐ3Γνβ §αθΓηω•β 

€βΓβ»Γ Ια ρνι^ηβ; β αίΓοΓΓΟΓ άβ' ηοΗυηώ 

δΐίβηζί δί δρΕηάβα Ιοηβο ηβ* οβιηρί 

Οι ίαΐβοξΐ υη (απιιιΐΐο β υη δαοη (ϋ (υΐ^ο 

£ ΰα ιηοαίζβτ (Ιί οαταΙΗ &οοογγ60(ι 

δε&ΙρΚ&ηϋ δα ςϋ θΐιηΐ α^ ιηοΓϋκ^ηώ*^ 

Ε ρίβηΐο, θά ίηηί, β άβΐΐβ Ρ&γοΙιο ί1 οβιιΐο.» 

«*0 ναύτης, δ νυκτοπορών πλτισίοντίς Ευβοίας, 

Εις των αέρων έβλεπε τάς μαύρας έρτ^μίας 

Μεσονύκτιους άστραπάς ξιφών συγκρουόμενων, 

ΚαΙ εΙς πυράς νυκτολαμπεις πτωμάτων καιομένών 

Σκιάς γιγαντιαίας 

Με περικεφαλαίας 
*Ορμώσας προς τόν πόλεμον, δρμώσας προς τίιν νικην• 
Και εις του σκίτους ηκουε τήν σιγαλέαν φρίκτιν 
]Κ.λαγγτ.ν φαλαγγών, και Περσών άλαλαγμόν και θρΐνον^ 

Και ^σματα 'Ελλτίνων, 

ΚαΙ σάλπιγγας, καΐ κτύπον 

Χρεμετιζόντων ϊππων. 

Τους θώρακας πατούντων 

Άνίρβν ψυχορραγούντων• » 
Σιωπηλώς έπειτα έτεινε τα ώτά του πρδς την θάλασ- 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



-^ 31 — 

«ί^, ώς νά έζήτει ν' άχούση έκ τοΟ πυΟμένος της δλολυγ• 
ρ.ουί τών έν Σαλα^χ,Ινϋ άπολ6<τθ6νταιν το πάλαι βαρβάρων* 
χαΐ εις την μνήμην του άνεκάλεε την ναυμαχίαν έκείνην^ 
χαθ' ην δ Ξέρξης έπι χρυσοΟ δίφρου, υπέρ το Ήράκλειον^ 
τον στδλον και την παράταξιν εποπτεύων, είδε τάς ύψορό- 
9ους και βαρείας τριήρεις του τρεπομένας εις φυγήν, καθ^ 
ί}ν, έν μέσω του αγώνος, μέγα φως έξέλαμψεν άπό την 
^Ελευσίνα, και ήχος και φωνή κατείχε μέχρις αιγιαλοΟ τά^ 
θριάσιον πεδίον, ώς ανθρώπων δμου πολλών τελούντων τά 
μυστήρια του Βάκχου. 

Άποβάς εις τήν Σαλαμίνα, ύπί)γε π^&το^ ν^ άσπασΟί|[ 
τδν τάφον τοΟ Γεωργίου Καραίσκου, πρ-ς τον δποΐον ακα- 
ταπαύστως θέλουν ένατενίζεσΟαι τά δμματα τών μεταγε- 
νεστέρων. Ζητών ύστερον τήν κατοικίαν τοδ υπδ τον Κα> 
ρ&ίσκον στρατηγήσαντος Γεωργίου Βάσου, παρή7^0ε τήν^ 
καλλί^^οον βρύσιν τής νήσου, δπου ύδρεύοντο πολλοί Σάλα• 
ρίνιαι με τήν λάγηνον εις τάς χείρας. 

ΈφΟασεν εΙς τήν οίκίαν του ομηρικού ήρωος Βάσου, και 
μ.έ τήν άτρακτον εις τάς χείρας επί τϊ^ς κ}αμακος τον υπε• 
δεχθη φιλοφρδνο>ς ή σώφρων Πηνελόπη του πολεμισταυ^ 
«•••••• λέπτ* "ήλάκατα στροφώσα, 

*Αρτέμι5ι ιχέλ^ ήίέ χρυσι?ι. Αφροί £τη.• 
Έφάνη μετ' δλίγον /.αϊ δ οικοδεσπότης, επιστρέφων εφ- 
ι-ππος μετά πολλής συνοδίας άπό τήν περιδιάβασιν, και ή 
αυλή ένεπλήαθη στρατιωτών και Γππων. Μετά τάς συνή- 
θεις αμοιβαίας δεξιώσεις, ήρχισαν οι δύο φίλοι νά συνδια- 
λέγαϊνται περί τής καταστάσεως τών ελληνικών πραγμά- 
ΐτων. 

• — Ή Μάνη, είπεν δ Εξόριστος, έκινήΟη άπδ τους Μαυ- 
ρ^μιχάλας εΕς έπανάστασιν και άνΟίστατο^ι κατά το•3 Κα- 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθΟ§ΐ€ 



~ 32 — 

ποδίστρια, Παντοτχόθεν δμως πολεορκουμένη άπό στρατεύ- 
ματα, δεν δύναται να έκχυθ^ εις τάς Επαρχίας τί}ς Πβ- 
λοποννήαου χαί να κατάλυση τάς καποδιστριαχάς Αρχάς* 
Ή "Υδρα δεν έχει δυνάμεις άρκετάς διά ν' άντιπαραταχθϊ]^ 
κατά του Κυβερνήτου ύτίοστηριζομένου άπό την Τωσσικήν 
ΜοΤραν. "Αν ή χέρσος Ελλάς σήκωση και αύτη όπλα, τ^τεί 
και τά πράγματα λαμβάνουν άλλην [ίΌξίγψ^ και ό Καποδί•^ 
στριας αναγκάζεται νά παραίτηση τάς ήνίας τοΟ Κράτους• 
•— Ίδέ τί με γράφει 6 Ιωάννης Κολέττης, άπεχρίθη ό Βά- 
σος έκβάλλων μίαν έπιστολήν άπό την ζώνην του• Αύτός^ 
μας συμβουλεύει δλους τους στε^^οελλαδιτας Όπλαρχη- 
γούς νά μείνωμεν κατά το παρόν είς ούδετβρίίτητα εως είς 
την συγκρότησιν της έθνικ'?)ς Συνελεύσεως• τότε δε, άφνοδ 
Ό Καποδίστριας εξασθενισθ^ άπό τον πέλεμον τϊ)ς Μάννης 
και της '^ϊδρας, νά έμφανισθώμεν εξαίφνης εΙς την έθνοσυνί- 
λευσιν με τάς δυνάμεις τί|ς στερεδς Ελλάδας, και νά ^ί• 
ψωμεν κάτω την καποδιστριαχήν Κυβέρνησιν.—^'Ισως είς^ 
τον Κωλέττην, έπανελαβεν ό Εξόριστος, σαμφέρη νά σκέ- 
πτεται κατ* αυτόν τον τρόπον• Ήμεϊς όμως δέν πρέπει ν^ 
άπατώμεθα. Ή *Ύδρα δεν είναι εΙς στά<ϊιν ν' άντιπαλεύστ^ 
πολύν χρόνον, και αν σημαντικόν τι κίνημα τ'ης στέρεας 
Ελλάδος δεν έμποδίση τόν Καποδίστριαν το& νά συγκέν- 
τρωση δλας τάς δυνάμεις του κατ* αύτ3)ς τ?]ς νήσου, 6 Κα• 
ποδίστριας μετ' ολίγον, νίκα την *Ύδραν, και άπαξ γενόμε-» 
νος ισχυρός δεν εκπίπτει πλέον της Άρχϊ|ς. — Κ* έγω τί|ς 
γνώμης σου εΤμαι, εΐπεν ό Βάσος. — Τί προσμένομεν λοι- 
πόν; *Ας ύψώσωιμεν ^ψ σημαίαντοΰ Συντάγματος.-^Πλήνι 
δεν βλέπεις; Τά καποδιστριακά πλοϊα. μς πξριέζωσαν ■ καί 
κατασκοπεύουν όλα τά διαβήματα μου*— Γράφομεν είς τήνι 
'Υδραν, γΜ ναυτική δύναμις ερχόμενη απ* εκεί τ** &πο§ιώ-« 



ΟίΟίίίζθό 



^^/^οο^\€ 



^ Ϊ3 — 

χδΐ ά{Αέ«τως.-— Ή ανατολική Ελλάς δεν δύναται παρά ν' άκσ- 
7»»οϋ6ήαγ^τά Γχνητοΰ φίλου μου Γριζιώτου χαι έμοϋ. Δεν συν• 
ενοήθην δμως με τους "Οπλαρχηγούς τ5)ς δυτΕχ5)ς Ελλάδος. 
— Νά γράψωμεν πρδς τους Γριβέους• νά γράψωμεν προς 
τον Τσόγγαν- νά γράψωμεν προς τον Άνδρέαν Ίσκου• — 
Την άκόλουθον ήμέραν απεστάλησαν γράμματα εις την 
■'Τδραν, πεζοδρόμοι είς την στερεάν Ελλάδα, και ήρχισε> 
ούτω νά όργανίζετβι γενικ5}ς έπανοιστάσεως Ικρηξις. 



ΚΕΦΑΑΑΙΟΝΓ. 

Έν τοσούτω το περί συλλήψεως του Εξόριστου Ινταλ- 
μα Ιφθασεν^ίς τόν Έκτακτον Έπιτροπον τ?|ς ανατολικές 
^Ελλάδος, ευρισκόμενον εΙς τήν πόλιν Αεβαδίας. Έπλησία- 
ζε το μεσονύκτιον, καί 6 άγρυπνος Έκτακτος Ιχ;ων έμπρο- 
σθεν του άνοικτόν το σιδηροΟν κιβώτιον, δπου παρακατέθετε: 
τους θησαυρούς του, ήρίθμει ακόμη τα έκτακτα καϊ τακτι- 
κά, τά παλαιά και νέα κέρδη του, και ως ^Αρχαιολόγος 
περιετύλιττεν εις έπιγεγραμμένα τεμάχια παπύρο:υ κοιί κατά: 
χρονολογικήν τάξιν έταποθέτεί τά διάφορα χρυσά και αργυ- 
ρά νομίσματα, δσα κατά διαφόρους έποχάς και εις διαφό- 
ψα\χς δημοσίους υπηρεσίας του είχεν ύποκλέψει άπα τήν Ελ- 
λάδα. Μετά τήν έργασίαν ταύτην, έφιλολόγει τον όγκώδη- 
τόμον των κατάστιχων του και κατεγίνετο εις τά νά σημειό- 
νη τά έκτακτα ταΟ τρέχοντος μηνός Ιξοδα^. των άποίων 
ήτοιμάζετο νά ζήτηση τήν έξόφλησιν- παρά. της Κυβερνήσεως 
γράφων με κόκκινους χαρακτήρας,, εις λευκότατον χάρτην^. 
και καταστρόνων με δλην τήν ένδεχομένγ^ν άκρίβέιαν* έκαστο^^ 

^0^^ του λογαριασμοΰ τοα κατά, τον άκόλαυδον τρόπον-^ 



— 34 — 

ίΓς [Λυστικάς πλγιρωμάς Άστυνοιιίβζ • •• •Φο{^• 2,000: Α. 1•^ 
£ις ΔΥΐ;χογέροντας 'πάλεων, τϊολιχνίων καΐ 
κω(χοπόλεων διά τίίν ΐτρός τίιν Α. Ε. εν- 
τελή άφοσίωσίν των • • ♦ • 9 3,500: 

Είς τρεις πνευ{Λατικούς πιστούς προς τίιν Α•Ε• ]| 500; 

Αιά τ'λν δποίαν τινές στρατιωτικοί έδειξαν 
πίστιν και άγάπιον προς τίιν Α. Ε., (Λη 
λα[χ.βάνοντες (χέρος είς τα των Ανταρτών 

κιντίαατα ..•..•... ...•.*.. » ΚΟΟΟ: 

Εις περιοίείαν του Έκτακτου Επιτρόπου 
υπέρ της κοινής ασφαλείας καΐ στερεώ- 

σεως τής Λ. Ε• . • , » 1,999: 9 99• 

Εις χαλυβωτικά των ϊππων του Έκτα- 
κτου Επιτρόπου, δι ανά τρέχη πάντα χοΟ και 
να προκαταλα[Λβάν7ϊ τους σκοπούς τών 

αποστατών » . • » 55θί & 4!ΐί 

Είς (Λίαν λαρ,πράν φωτοχυσίαν καΐ πυροτε- 
χνίαν, ίιαρκέσασαν τρία ολόκληρα 4(Λερονύ- 
κτια, προς πανηγυρ'.σριόν τής τ3λ>υταίας 
νίκης τών κυβερνητικών δπλων κατά των 
Συνταγματικών τής Μάννης » 450 

Ή δλικ•ί ποσότης Φοίν. 10,000: Λ. 40: 

Ένω θεωρών το χεφάλαιον τών Φοινίκων, τους όΐϋοίους 
ίμελ7νε μετ' δλίγον νά δράξγ|, Ιπλεεν εΙς ώκεανόν ήδον7|ς 
χρη[χατεστΕχης, έκρού<ϊ9η του κόίτώνός του ή θύρα.-^ΠοΓος 
κτυπά ; Ικραξεν ό Έκτακτος άνανήφων άπό την γλυκυτά- 
την μέθην του. — Ταχυδρ<5μος την στιγμήν αυτήν μας I- 
φθασεν άπό Ναύπλιον με σημανΐΐκόν έπίσημον γράμμα, 
άπεκρίθη δ Γραμματεύς της Έκτακτου Έπίτροπίας έμβαί- 
νων με ^ίαν χαί κρατών την κατά τοδ Έξορίστου διαταγήν. 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



Οοο^\€ 



— 35 — 

— Ά&αχόπως ταχυδρό{Λθ« χα{ γραψί(Λατα ! έπανέλαβεν 6 
Έκταχτος. Απηύδησα πλέον χοπεάζων δια την πατρίδα. 
Άπό το γράψε, γράψε, τά δριματά μου έχύθηοαν. Χρυ- 
σοΟς ανδριάντας χρεωστεϊ να μας ανύψωση το Ιθνος, δταν 
άποκατας'αθί) . . . Άνάγνωσον, ΓραμματεΟ, το Ιγγραφον.— 
Μετά την άνάγνωσιν τί)ς διαταγϊ)ς, έ Έχταχτος, δλος 
θυμός, ήρχισε νά λέγη.*— Ό Κύριος Ύπουργδς των Έσωτβ- 
ρκχδν δύο μΙ^νας τώρα μβς πλέχει στεφάνους αθανασίας καΐ 
μάς ο{χοδομεϊ ναούς αίωνιότητος, αν χατορθώσωμεν τον 
φυλαχισμόν τοΟ δεϊνος, την φυγάδευσιν του άλλου, την χα- 
ταστροφήν του Τσάμη Καρατάσου, κάππα, ταΟ, λάμβδα• 
χοίππα, ταΟ, λάμβδα. ΙΙλήν δ Κύριος Τπουργο'ς μας δι' ε- 
αυτόν δεν κτίζει ναούς αίωνι^τητος εις τον αέρα, άλλα δύο 
οίκοδομάς ΰλιχάς άπό χαλήν πέτραν εις Ναύπλιον. Περίερ- 
γοι άνθρωποι ! Διατ'χττουν άπα το Ναύπλιον ώς νά ήσαν 
Αυτοκράτορες τ•5]ς Κίνας. Άς έλθουν έδώ νά καμαρώσουν 
ολίγον κα{ τον Ιξω χόσμον είναι δλος έτοιμος |ίς έπανά- 
σταοτιν. Πως θέλει δ ευλογημένος νά συλλάβω αύτδν, διά τδν 
όποϊον μέ γράφει, ένω έχει φίλους δλους τους Όπλαρχηγούς 
*τί|ς στερεδς Ελλάδος και συγκατοικεί, καθώς με γράφει δ 
Άστυνίίμος τ?)ς Σαλαμίνα;, με τον Στρατηγόν Βάσον ; 
Γράψε και σύ, Γραμματεϋ, προς τδν Άστυνόμον τ?)ς Σα- 
λαμίνος, δτι στγ]λαι αθανασίας τον προετοιμάζονται και δτι 
θέλει καταχωρηθγ] τ' δνομά του εις το βιβλίον τγ]ς α?ωνιδ- 
τητος, αν ένεργήστι δσον τάχος το ένταλμα τούτο. Χάρισε 
τον δσους επαίνους με χαρίζουν. "Αν το κατορθώση, κα- 
λώς• αν δμως δχι, και δργισθί} δ Κύριος Υπουργός, εις 
Ι:ο0 μικρού δακτύλου μου τ' δνύχιον το γράφω. Τρέξε• τε-' 
λείωσε αμέσως το έγγραφον, και φέρε με νά τό ύπογρά- 



\ 



οίοίΐίζθό 5ν ν^οο^ι^ 



— 36 ~ 

ψω, επειδή Ινύιταξα....Ώ! άπέχαρια δουλεύων τήν ποίτρί-^ 
δα.... ώς κηρός ανέλυσα φωτίζων την Ελλάδα. — 

Την δεκάτην Αύγουστου, ελαβίν ό Άστυν<$μος τΐ|ς Σα- 
λαμίνος την κατά τοο Εξόριστου δεαταγήν. Ό Κύριος οδ- 
τος έφαίνετο να έπλάσθη άπό την φύσιν μόνον χαί μόνον 
δίά να μετέρχεται το άστυνομικόν του κατασκόπου επάγ- 
γελμα ύπό τον Ίωάννην Καποδίστριαν. Περάσας διά πυρός 
και ύδατος, δι' όλων τών φάσεων τΐ)ς έλληνικί}ς επαναστά- 
σεως, εΤχεν υπηρετήσει άλληλοοιαδόχως δλας, τήν μίαν 
μετά τήν άλλην, τάς κατά καιρόν Κυβερνήσεις μας, συγ- 
κρημνιζόμενος με αύτάς άπό τήν θέσιν του, άλλ' ευρισκό- 
μενος πάλιν μετά τήν πτώσίν του ορθός, όμοιος μέ τον 
α?λουρον όστις, πίπτων κατά γής άνωθεν τοϋ στεγάσματος 
ευρίσκεται πάντοτε έπί τών τεσσάρων ποδών του. Ήτρν 
όλος χαρά και θυμηδία, όταν ήσθάνετο κλονουμένην τήν 
Κυβέρνησιν, ύπο τήν οποίαν έδούλευεν, έλπίζων τότ© ν' άνοι- 
χθ^ στάδιον ευρύ καταχρήσεων εις τήν αίσχροκέρδειαν αυ- 
τού άπό τήν άδυναμίαν εκείνης, και παραμονεύων, ώς & 
λύκος εις καιρόν χειμώνος, τήν ποίμνην τής ελληνικής 
κοινωνίας. Μέχρι δεισιδαιμονίας αφιερωμένος εις τον 'Ιω- 
άννην Καποδίστριαν, εΐχεν ώς άγια λείψανα εις χρυσοϋν 
ύφασμα περιτετυλιγμένα καΐ άπό τόν τράχηλόν του κρεμά- 
μενα τά προς αυτόν ιδιόχειρα τοΟ Κυβερνήτου τ^^ς Ελλά- 
δος γράμματα, μέ τά όποια ή ΑύτοΟ Έξοχότης ηόαρε- 
στεϊτο νά τίμα τότε και τους κατωτέρους πολίτας τής Ελ- 
λάδος διά λόγους ανωτέρους. 

^Αμα ένεχειρίσθηείς αυτόν τό τ9^ς συλλήψεως Ινταλμα,^ 
ήκτινοβόλησαν οί οφθαλμοί του άπό χαράν διά τήν παρου* 
σιασθεϊσαν εύκαιρίαν νά δείξη τήν προς τόν Κυβερνήτψ άπε- 
ριόριστον άφοσίωσίν του. Είχε δύο αξιωματικούς τί[ς Φροα- 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 






~ 37 — 

ρδς του, θηρευτικοος χύνας, τους οποίους ίθετεν έπΙ κεφα- 
λής των πεντήκοντα στρατιωτών του εις πδσαν χυνηγετι- 
χήν του ίχνηλασίαν* Αυτούς Ικραξεν ά[Λέσως εις (χυμβού- 
λίον ό .Άστυνό[Λθς. Άφ' ου τους είπε λαταπεεστιχούς τινας 
λόγους και εις τα ώτά των έκωδώνισεν ολίγον άργύριον, 
Ίΐργΐ(3αΊ οί γεννάδες να συστρέφωσι και ν"* άνορθόνωσκ τ^ύς 
μακρούς μύστακας των, ζητοΟντες άνυπομόνως το σύνθημα 
τ/|ς επιχειρήσεως. — θέλεις νά σε φέρω το κεφάλι του, εΤπεν 
6 εΙς, καθώς φέρνω κάθε πουρνό στο σπήτι μου το πρόβιο 
κεφάλι άπο τό μακελλείό; — θέλεις νά σοΟ τόν τσακώσω 
ζωντανόν, ειπεν δ άλλος, καθώς 6 αμπελουργός τσακόνει 
στην παγίδα την άλεπου ; — Ακούσετε με, τους άπεκρίθη με 
χαμηλήν φωνήν δ Αστυνόμος• συλλογισθ?|τε καλά 2τι τον 
φιλοξενεί δ Βάσος, και δτι πρέπει νά τόν άρπάσωμεν Ιξαφ- 
να, ένω ευρίσκεται έζ<ω άπδ την οικίαν τοΟ Βάσου* είδε μή, 
αναποδογυρίζεται δλον τό νησί. Εξεύρετε δτι δ Βάσος Ιχει 
έδώ υπέρ τόύς εκατόν στρατιώτας. — Στό καρτέρι νά τόν φυ- 
λάξωμεν, δταν εύγαίνη καβαλλάρης, εΙπεν δ εΙς. — Ό διά- 
βολος δεν τόν πιάνει τότε, εΤπεν δ άλλος. — Νά τόν χαρτε- 
. ρεύσετε πεζόν, τους άπεκρίθη δ Αστυνόμος. — Που; ήρώ- 
τησαν με μίαν φωνήν και οι δύο. — Έγώ εξετάζω εις π•ΐον 
μέρος συνειθίζει νά πηγαίνη• σεις μόνον νά ήσθαι έτοιμοι. 

"Ηρχισε λοιπόν δ Αστυνόμος νά παραμονεύη τόν Έξό- 
ριστον, καθώς δ άγρυπνος άλιεύς με τόν,βρόχον εις χείρας 
παραφυλάττει τήν διάβασιν του ιχθύος. 

Μίαν έσπέραν δ .Εξόριστος^ έμπαθώς διατεθειμένος, έξ- 
ί|λθε μόνος προς διασκέδασιν καΐ διευθύνθη προς τό έρημότε- 
ρον μέρος τ^ς παραλίας, άλλο τε συλλογιζόμενος περί τ>)ς 
Ελλάδος και διά τήν άθλίαν της στάσιν λυπούμενρς, καΐ 
άλλο τε άπαριθμων τάς ήμέροις., δσαι παρήλθον άφ" οδ άπέ- 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθΟ§ΐ€ 



ι— 38 — 

στεΛίί το ιτρός την Άσπααίίχν γρά|Χ[Λα του, καΐ δίά τήν^ 
μακράν της σιωπήν καταΟλι.βόμενος. Ένω, βεβί>θδσ|Αένος 
^ί^ λυπηρούς στοχασμούς, ήχουβ τον ηχον των κυμάτων 
χαί πβρείπλανδτο πλησίον μικρβς ήμιπτώτου εκκλησίας, έξ- 
ϊ}λθεν άπό τα ερείπια της Εξ ή επτά ετών παιδίον, το δποΤον 
έκτεΐνον χεΓρας {κετικάς προς αυτόν, «τρέξε να βοηθήσης 
την μ/]τέρα μου ι τόν εΤπεν, και ώς άκο^κον κυνίδιον τον ε?λ- 
κυεν άπό του ενδύματος του την άκραν. Ήκολούθησεν α 
Εξόριστος τον άνήλικον όδηγόν του, και προχωρήσας ολί- 
γα βήματα ευρέθη έμπροσθεν νέας γυναικός, ήτις, κατάκοι- 
τος εις άχύρινον στρώμα^ εΤχεν είς τ6 πλευρόν της ήμίθραυ- 
στον στάμνον με ολίγον ύδωρ και λείψανα τίνα μαύρου άρ- 
του. «Ό θεός σ' Ιφερεν έδω, εΤπεν ή τάλαινα με διακεκομ- 
μένην άπό την άδυναμίαν φωνήν και μόλις άνεγείρρυσα την 
κεφαλήν. Αποθνήσκω μετ^ ολίγον, έγώ άπό άσ3ένειαν, καΐ 
τό τέκνον μου άπό πεϊναν. . . .» βάλλουσα δε τάς ώχρας 
της χείρας έπΙ των στηθών της, έζήτει νά καλύψη με τ5)ς 
αιδοϋς τήν σκέπην την εκ τ"?]ς πενίας γυμνότητα των. — 
Πώς ε!ς τοιαύτην κατάστασιν, γυνή ; ήρώτησεν ό Εξόρι- 
στος με πάλλουσαν εκ τ5)ς ταραχ7)ς καρδίαν. Δεν ε- • 
χεις κανένα συγγινΐ); — Ό θάνατος άρπασεν εις τον πό- 
λεμον τον άνδρα μου, εΤναι τώρα τρεις χρό>ίθΐ, και άπό 
τότε κατοικώ εις αυτό τό έρημοκλήσι . . . Άπό τα εργό- 
χειρα μου έκέρδιζα τά προς τό ζ^ν αναγκαία. . . Έπεσα; 
δμως ά^^ωστη πρό ενός μηνός, και μία πτωχή γερόντισσα,. 
ό θεός νά τ7|ς τό πλήρωση ^ , είχε τήν φροντίδα μου . . . 
Και αυτή τέλος πάντων άπέκαμε, και με άφησεν εις το& 
θεού τήν προστασίαν, άφ' οδ με ύπεσχέθη οτι πάλιν θέλει 
Ιλθει,: αν ήμπορέση. . - Τρεις ημέρας σήμερον τήν προσμέ• 
νω διψασμένη και άσι'τος. . . ίεν τολμώ νά δροσίσω τά 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



Οοο^\(^ 



~ Ε9 — 

φλογισμένα χ«λη μαυ $?ς ιό ολίγοι α'ύτό νιρον, οδτί νά 
γευθώ άπό τα κομμάτια τοΟ ξηρού αύτου άρτου, βιτου 2χω 
την μονην ελπίδα της ζωίΐς τοΟ όρφανοΟ μου. — 

Ό '£1ξοριστος, μέ ,δαψιλί) χεϊρα τταρακαταθέσας χρυσί 
τίνα νομίσματα εΙς την κλίνην, Ιστρεψε τό ιτρ^σωπον διάνα 
κρύψη τά δάκρυα του.— Γ•νναϊε ξένε, τόν εΤπεν ή άσθενοΰ- 
σα μέ φωνήν γλυκεΤαν πλην διαλείπουσαν πώς ν"* ανταπο- 
κριθώ εις την εύεργεσίαν σου ) — Άναλαμβάνουσα την δ- 
γείαν σου, άπεκρεθη ό Εξόριστος. — Άλλοίμονον ! έπανέλα- 
βεν ή γυνή• αί ώραί μου είναι όλίγαι . . . πριν αποθάνω, 
επιθυμώ νά εξομολογηθώ και νά μεταλάβω τ' άχραντα μυ- 
στήρια . . . — Ό θεός θέλει σ' επιστρέψει την νεότητα και 
την ύγείαν σου* μήν απελπίζεσαι• αν δμως εχης πόθον νά 
εκπλήρωσης χρέη χριστιανικά, υπάγω αμέσως κζ|ρί σέ στέλ- 
λω Πνευματικόν. — 

Έπιστρέψας ό ^Εξόριστος είς την βίκίαν, έμήνυσεν ευθύς 
ίερέα τινά λευκογένεεον, δστις έσυχναζεν. εις τ^ν οίκογέ- 
νειαν τοΟ Βάσου. Ό εκκλησιαστικός οδτος ήτ(?ν σχεδόν 
έξηχοντούτης. Πεπεισμένος δτι αί συνεχείς νηστεΐαε είναζ 
ίχ,αναι νά έξαγοράσωσι την παράβασιν των θείων Εντολών, 
άπεΤχεν άπό κρεατοφαγίαν ίχι μόνον τάς τετράδας, τάς 
παρασκευάς και τάς τεσσάρας τοΐ) ένιαυτοΌ Τεσσαρακοστάς, 
άΧλά και τάς παραμονάς ακόμη όλων τών εορτών• Διά ^οΟ- 
το δεν δίέοερεν άπό σκελετόν καΐ είχε την όψιν του Κάίν, ή 
κάλλιον τών κυάμων μέ τους οποίους έτρέφετο. Άλλα καί 
όπό τόν θώρακα τόσον αύστηροϋ εξωτερικού δεν ήτον ά- 
τρωτος άπό τά βέλη τ-ζς κατηγορίας. Ώς 6 Ιούδας, Ιλεγον, 
ήγάπα τό τάλαντον, και ή πολιά φαλακρά κεφαλή του ώ^ 
ρέγετο την άρχιερατικήν τιάραν. Δι* αυτό πάρα πολύ ε* 
πλησίαζε τόν Άστυνόμον τί^ς Σαλαμίνος, και πάρα πολλάς 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



— 40 ^ 

έπκττολάς ίγραφε ι:ρ6ζ τίιν Αύτου Έξοχοτητα, ιϊαραγεμί- 
ζων αύτάς άπό εγχώμςα καΐ παροίίλίας του Σολομώντος. 

Τούτον -παρεκάλεσεν σ Εξόριστος να προφθάσ•^ ε!ς τή,ν 
άσθενγ] τγ5ς έρημου άκτ^ς, και νά τήν δώση. τάς τελευταίας 
παρηγοριάς 'ζί^ θρησκείας. Έδίσταξε κατ' αρχάς 6 ΠΛνο- 
σιώτατος, μην εχ(*>ν πολλήρ* διάθεσίν νά κάμη τόσον δρό- 
μον χωρίς άπόλαυσιν* ■ Στοχασδείς δμως ύστερον δτι τοιαύ- 
τη άποποίησις ήθελε ιτροσβάλει τήν ύπόληψίν του, συγκα- 
τένευσεν εις τήν ζήτησιν του Εξόριστου, και μεμψίμοιρων 
κατ' ιδίαν έκίνησεν ως κατάδικος. Διαβαίνων άπό τήν οικίαν 
του, ευρεν έκεϊ κατά τύχην τάν Κύριον Άστυνόμον, δστις 
δις χαΐ τρις τής εβδομάδος τον έπεσκέπτετο περιοδικώς, Ζιά, 
νά φορολογώ άπό αυτόν τά κρύφια διανοήματα των πνευ- 
ματικοπαίδων του. — Έρχομαι, τέκνον μου, άπό τόν Βάσον, 
και υπάγω νά εξομολογήσω μίαν άρρωστην εΐπεν εις τόν 
Άστυνόμον, άναστενάζων έκ βάθους καρδίας και συλλογι- 
ζόμενος με άδημονίαν δτι έκινδύνευον νά σχισθώσι τά σάν- 
δαλά του εις τοί>ς βράχους. Ή ευλογημένη δμως αυτή^ 
διά τάς αμαρτίας μου κατοικεί μακράν άπ' έδώ, εις τό πα- 
λζΐιόν έκεινο έρημοκλήσιον, δ,που βλέπεις αντικρύ. Νά σέ 
ειπώ • τήν άλήθειαν, δεν πηγαίνω με τήν προαίρεσίν μου, 
αλλά κατά π^ραγγελίαν του αναθεματισμένου εκείνου ξέ- 
νου, (υπάγε οπίσω μου, Σατανά !) εις τόν όποϊον " προχθές 
μετά τήν λειτουργίαν με είπες νά εχω ανοικτά τά όμματα» 
— ΚαΙ ποία είναι, πάτερ άγιε, ή γυνή προς τήν οποίαν αυ- 
τός σέ στέλλει; — Δεν Ιχω τήν γνωριμίαν της• είναι πάμ- 
πτωχη, και ό ξένος μας φαίνεται νά Ιχη μεγάλην συμπά- 
Οειαν δι^ αυτήν. — Άλη^νά ! . . Μ' έρχεται, πάτερ μου^ 
μία ωραία ιδέα . . . Γνωρίζεις δτι εχω κατ' αΟτου διάταγ- 
μα συλλήψεως, πλην δτι δεν ημπορώ νά τόν βάλω εις τά> 



— 44 — ' • 

χείρας, Ιιτειδή σαγκατοικεϊ μέ τόν Βά<τον, χαί δταν εξέρ- 
χεται είναι πάντοτε συνωδευμένος από πολλούς στρατιώ- 
τας. Έπιθυ{Αώ να [χέ κάριης [Λίαν χάριν να τόν ειπί)ς εκ 
[λέρους της γυναικός, δτι, κινδυνεύουσα ν' άποθάνγ], θέλεε 
τί)ν Ιδίαν στιγμήν να τόν Ιδί) και να τόν όμιλήση μυστικά. 
Με αότόν τόν τρόπον ό φ{λος θέλει πέσει αναμφιβόλως είς 
τα δίκτυα. — Ήλι, ήλί, λαμά σαβαχθανί ! Έγώ νά γένω 
προδότης και ψευδαπόστολος !- — ^Τί λέγε:ς, πάτερ μου; Δεν 
σέβεσαι τα εντάλματα τ?)ς Αύτου Έξοχότητος; Άπόδος 
τά τοΟ Καίσαρος Καίσαρι καΐ τα τοΟ θεοΟ τω θεώ. Συλλο- 
γισου καλά, δτι αρχιερατική ράβδος περιμένει τήν ίεράν 
δεξιάν σου, αν με ακούσης και συνεργήσης εις τήν έκτέλε- 
σιν τί|ς διαταγής τοΟ Κυβερνήτου. — Αρχιερατική ^άβδοςϊ.• 
Δεν έναντιόνομαι πλέον. Γενηθήτω τό θέλημα σου, Κύριε, 
ώς εν ούρανω και επί τής γής !— • 

Άφ' ου συνδιελέχθησαν όλίγην ώραν ακόμη χαί προε- 
βχεδίασαν καλώς τήν προδοσίαν, εξ ενός μέρους ό ιερεύς^ 
αντί νά υπάγη εις έξομολόγησιν τϊίς γυναικός, διευθύνθη 
προς τόν Έξόριστον εξ άλλου ό Αστυνόμος, έμπλήσας 
στρατιωτών Ιν πλοιάριον, τό άπέστειλεν αμέσως με τάς α- 
ναγκαίας οδηγίας προς τήν πέραν οχθην, τους δε δύο αξι- 
ωματικούς τής φρουρδς του μετά οκτώ άλλων επίλεκτων 
έτοποθέτησεν όπισθεν λόφου τινός, πλησίον τής παλαιδς 
εκκλησίας. 

Είχε δύσει 6 ήλιος και ή σελήνη άνέτελ>νεν άργυρδ, Ό 
^Εξόριστος, απατηθείς άπό τόν άνάξιον ίερέα, έπλησίαζεν 
ήδη προς τό έρημοκλήσιον, δταν εξαίφνης ο{ ένεδρεύοντες 
ατρατιώται τόν περικυκλώσί διά μιας. «Νά μδς παραδο- 
ίί}ς1» τόν. κράζουν οι δύο φονικοί αρχηγοί, ό εις κρατών 
"ύπερ τήν. κεφαλήν τ.ου τό ξίφος γυμνό ν, και ο άλλο^ τ.είι- 



— 48 ^ 

νων προς τον αχ^^ός του το πυρο6(5λον, ετοιμον ι\ς έχπυρ• 
σοκρότησιν. Καίτοι άοπλος, άνΟίσταται πολλήν ώραν ο 
Εξόριστος• τελευταϊον συλληφθείς, έμβιβάζεται εις το τ^- 
ριμένον παρά τον αιγ^αλον σκάφος, το όποιον άπο πολλούς 
χωπηλάτας έλαυνόμενον τον μεταφέρει ταχέως είς τόν κα- 
ποοιστριακόν στολίσκον, τον κρατούντα τότε την ν•ϊ}σον ζΐς 
ύποταγήν έκεϊΟ$ν δε αποστέλλεται μετά φυλακής ^ίς Ναό- 
πλιον, δπου φθάνει περί το δ^ιλινον τ5)ς είχοστ5)ς πέμπτης 
Αύγουστου. 

- Ό Ιωάννης Καποδίστριας διέταξεν ευθύς νά τ^ν φέρωσ«ν 
έμπροσθεν του, εΓτε διότι έπεθύμει νά τον έλκυση προς τά 
μέρος του, είτε δΐ(5τι, διατηρών εισέτι σκιάν τίνα πολιτικής 
αϋδοΟς και μη καταφρονών διόλου την υπόληψιν των ιδίων 
(ίΟτών θυμάτων του, ^ζήτει ενίοτε ν' άπολογϊ|ται καΐ 9Λς 
ίΐιΟτούς τους οποίους κατεδίωχε. 

Ι^ατώκει τότε ο πρόσκαιρος Κυβερνήτης τά νΟν Άνακτό- 
ρια, τά ίποία μ^τά ένα και ί^μισυν ένιαυτόν Ιμελλοννά δεχθώ- 
σι τ^Ί παρά τ5)ς ειμαρμένης προορισθέντα Βασιλέα των Έλ•» 
λήνων. βς τον θάλαμον δπου, ό νέος ημών Μονάρχης όπε-^ 
δΐίχθη την Ελλάδα δλην φαιδράν και πλήρη ελπίδων, ίστα- 
το αύτοξ μεμονωμένος και μισητός άπο τότε πενθοφορουσαν 
Ελλάδα. Είχεν έπι τγ]ς τραπέζης του διπλωματικόν χαρτο-* 
^υλάκιον, παρακαταθήκην τ7)ς.πρός τάς διαφόρους Αύλάς 
ποικίλης ψευδογραφίας, διά της οποίας προπαρασκεύαζε την 
ακρωτηρίασιν και δουλείαν τί)ς Ελλάδος. 

ϊίεριεπάτε^ τεθορυβημένος, παρατηρών έκ διαλειμμάτων 
άπό το παράθυρον, και ή θέα του ελληνικοί) λαοΟ έπανα^ 
στατημένου τον Ιρριπτεν εις λο^βύρινθον Ιδεών αντιθέτων, 
ρτε ή θύρα ήνοίχθη, και δ είσαγγελεύς ανήγγειλε τόν έρχο- 
ρ,ρν τού Εξόριστου. βΝά ελΟη μόνος, εΤπεν δ Καποδίστριας, 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



-^ 4ί -ί 

>«ι οΐ ^ύλαχές του άς {λένω(Τ(ν ίξω.,9 Έ<ίτάΟη Ειτδίτα (τύν- 
νους, ΐΓρο(ϊηλώ>> τα όμματα έίς το χατώφλίον τ^ς «ισοδου 
χΛΐ δάχνων τά χείλη^ 'ίου, &ς δια νά συστεΟνΤ) ένδόμυχίν 
τίνα ταραχήν, ήτις ή^χιζβν ήδη ν* άνατρέιη) τους «ύχινή* 
τους χαρακτ1)ράς του. Το αυτά αΓ(ίθη(Αα τϊν κατέ<ιτη(ίεν 
άφωνον δι' ολίγας στιγμάς, άΦΟΟ εί(ΐί)λθε7 6 Εξόριστος. 
Αικχ^ψας ΰατερον τήν σιωπήν, ιε λοιπόν ! εΤιτε• μ^ εφέρετε 
εις τήν (ττάσιν, τήν οποίαν δέν ήθελα* Με κατηγορείτε ώς 
αυθαίρετον. ΣεΤς (χέ κατεστή<ίατε τοιοΟτον, άλλοι άντάρται 
φανεροί, άλλοι απόστολοι μυστΐ3^ο2 καΐ άλλοι άχλαγωγι- 
χών δοξασιών κήρυκες. Πώς λοιπόν; Μ' έχαλέσατε άπά 
τήν Έλβετίαν, διά νά μέ καταστήσετε παίγνίον ενώπιον τοϋ 
ιτολιτικοΟ κόσμου ; Άλλ^ άπατάσθε• ή αποστολή μου Ιρ- 
χεται άπ6 άψηλότερον μέρος* δεν ίρχεται άπό σίς. Είμαι 
6 άνθρωπος τών συμμάχων Δυνάμεων. Αόταί| μετά τήν 
ι^αραιτησιν τβ6 Λεοπόλδου, παρακατέθεσαν τήν Έλλάοα 
«ίς τάς χεΙράς μοΟ, και μέ τάς χεϊράς μου θέλω άναχαι- 
%ί<$$ί τόν Δαί[Αθνα τής άχλαγωγίας, 3στις έοώ ήρχισε νά 
ταράττη το πάν. Αύτάς τάς άνατρεπτικάς τών κοινωνιών 
αρχάς, αύτάς τάς γαλλιχάς ονειροπολήσεις, τάς οποίας 
«Ις οί δογματισταί είσάγετε εις τήν Ελλάδα, τάς ώπισθο- 
δρ^μησα έγώ αυτός εΙς τήν ΕΟρώπην . • . Δεν θέλω σήμε- 
ρον καταισχύνει τάς λευχά< τρίχας τής κεφαλής μου, παρα- 
δεχόμενος σύστημα, το όποιον κατεπολέμησα τριάκοντα ολό- 
κληρα Ιτη... Δεν είσθε σεϊς οί αυτουργοί τών ταραχών τού- 
των. Ή %\γγλία και ή Γαλλία μυστηριωδώς σδς όποκι- 
νουν, ζητουσαι νά μ' εξελέγξωσιν ώς Κυβερνήτην μισούμε- 
ν•ν ιραρά του ΐΟνους, καΐ νά μέ άπομαχρύνωσι άπό τήν γήν 
αΐ^τήν, ίπβιδή μόνος έγώ εννοώ τους σκοπούς των, μόνος 
έγώ είμαι ή Ελλάς. ^Αλλ' ίχω δυνάμε:ς νάυίιχάς• Ιχω 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



~ 44 .-^ 

στρατεύματα• εχω χρήμοιτ^ιν είμα^ τϊ|ί Ελλάδος α Κόβ^- 
νήτης, χαΐ θέλω φαν?] άξιος, τοΟ.νάήμαί. *Αν οί άν,τάρτα^ 
με άποχοψετετό ΑΙγαΤον, θέλω μείνει μέ:τ;/]νϊστ6ρ6άν Ελ- 
λάδα και με την Ι1ελοπ(5ννΤ|σον•. αν με άρπάαετε χαι τήν 
στερεάν Ελλάδα θέλω^ μείνει μέ την Πελοιτο'ννησον άν 
άχόμη και ττρ Πελοπόννησον, ΘΛω μείνει με το Ναύπλιο*. 
αν με πάρετε καΐ'αότό-άκ^μη^το.Ναύπλιον, Οέλω'*άναβί|:το 
Παλαμίδι• πλην άπό τ.ρ''Π(χλαμίδι," Κυβερνήτης ακόμη τϊ}ζ 
Ελλάδος, θέλω ανατρέψει ρλψ τψ Έλί^άδα και θέλω σ5ς 
άφήσ£ΐ πληγας ανίατους.» ■:• \ -; 

«ΕΟκ>^ής μνήμ^η, την^ οποίαν, μελετάς ν' άφιξης εΙς τοί>ς 
μεταγενεστέρους 1 εκραξεν ο 'Εξόριστος. μέ ^ιιριπνόοϊίς ^ 
φθαλμούς και μέ φλογωδεις παρειάς. Κα{ είςτήν γί)ν είναι- 
άοέκαστον Κριτήριο^^ μεταξύ διοι>:ούντων και διοικούμενων^ 
έμπνέον σεβααμον και φ4βον ;είς. τάς ,φιλοτίμρυς χοφδίας, 
και τοϋτο εϊναι τό.,^τί)ς κοινές δόξης. Την δυ.νατήν- α^τοΙ) 
φωνήν ούτε οχ φυλακισμοί και φυγαδεύσεις <5ου, ούτε τά 
Χογχοφόρα σου τάγ-ματα δύνανται να πνίξωσι* ΙΙοΟ.εΤναί, 
Κυβερνητα, ό Ινθουσιασμός εκείνος- των /Ελλήνων, %ουρρ6- 
όντων πανταχόθεν δώ να σ? ίδώζχι κ^- νά.σέ άσπασθώ'σιν, 
δτε κατά πρώτον ίπάτ^π,οι,ς. .το Ιδαφος ^ τούτο; Ή Ελλάς 
είχε τότε μίαν μόνψ δρασιν και την ήτένιζε προς σε, μίαν 
μόνην άκοήν και τήν συνεκ^ντρωνε προς σε, μίαν μόνην 
ψυχήν και τήν παρέδιδεν εις. σε. -Ενθυμούμαι τήν ήμέραν, 
καθ' ήν ενεφανίσθης εις τήν Αιγιναν. Ό λαός μετά-μύρτων 
και δαφνών έπλημμύρει τάς όδους και σ' Ιπανηγύριζεν. Ούδ* 
αυτός ό Θεμιστοκλής^ νικήσας τήν έ^ Σαλαμϊνι μάχην, I- 
λαβε τοιαύτα δείγματα ελληνικής ευγνωμοσύνης." Τί Ιγινε 
τό άμετρον εκείνο σέβας,, ή απεριόριστος εκείνη άφοσίωσις 
βλων των χλάσεων.τοΟ έθνους; Στρέψε σήμερον τά δμμα- 



ΟίΟίίίζθό 



ϊ^γΟοο^Ι^ 



•^ αο^, χαΙΙδε την ερημ^ον^ την οποίαν «περάθεσας γύριοι) 
σου,.χαί ιδέ την τάφρον,-την οποίαν ήνοιξας .μεταξύ 'ΕΪν.- 
λάδος και σου.» . .; 

. Εις αυτάς τάς πλήρςις άληΟείβ^ εκφράσεις του, ']^ρί- 
στου> εις αύτάς τάς ζωηράς αναμνήσεις τ^ς αγάπης^ .ττ^ 
οποίαν άπελαυεν άλλοτε^ έκά(^|:^φΟη ολίγον ό ΚαποδίστρίΛς, 
χαί Ελαρόν τι, ασύνηθες. εις αυτόν, έγλύκυνε την έ^η^ριω- 
μένην. φυσιογνωμίαν,τον. „;..., 

^ . Έξηκολρύθκρεν .ο Εξόριστος. .. ^. - . ν: ;- 

<ί.ΙΙ.οΤον αισδημα ίσχυρι^ν ρ^άλλει δλα συγχρόνως τα μ^ΤγΚ) 
τ?)ς έλλην^x^^ς; κοινωνίας |ίς μία,γ μόνην κίνησιν, και $^μγ7 
χεντρώνει,^λας τάς Θελήσεις της, δλους τους σκοπούς της:, 
δλάς τάς ιοέας,της^ Είναι χρεία νά σε τό ειπώ; Ό διακαής . 
τί}ς .έλευβερίίχς %ως, αυτός, δστις τό πάλαι ω-ρήγ'ί^^: -τονί 
ίπραγρνου<;.ή(ΐ(δν εις τον {Ληδιχον ^όλεριον, -δα^τις προ ■ δέ-κόι 
4τών έχεφαγώγησεν ημάς αΟτούς ίίς-τάν ύπέρ.' άν^ξαρτη* 
σίας. αγώνα, δστις και ςήμεραν κινεί τάς καρδίοις. ημών 
κατά σου.με,παλμαιίς μαγικ•^ έλπίοος• Τρ βάρρς της ά>• 
στυνομικί^ς ατμοσφαίρας σου κατεπίεσιε τα. στήθη μας-, Έν 
μέσ<α.τών εξοριών και φυλακισμών σου, . βαδίζοντες στο^Οε- 
ρώς προς τήν έλευθερίαν^ λαγιζόμεθα σήμερον πολύ όλιγώ** 
τερ^>ν δυστυχείς,; παρά χθες δτε δεν κατεδιωΐϋόμεθ.α φαν^ε,- 
ρώς, π7νήν:έ5δυσπνοουμενύπδ τήν πλακάτου μνήματς^,,οπου 
μας είχες θάψει ζώντας. Φωνή τήν στιγμήν αυτήν άνργ^ρο- 
μεν.η-άπο τα ορη, άπδ τ,άς κοιλάδας, άπό τάς πρλ^ς, φωνή 
Ιδνρυς έξυβριζομένου ένεπλησε τους αέρας. Λεν τψ άκούεις 
τήν φ,ωνήν αύτήν^ και ματαίως εις τά ωτά σου ζ^^ηχεί;» 
,. Κεραυνοβόλα -βλέμματα .έτόξευεν ό Καποδίστριας κατά 
τοΟ Εξόριστου^• και^ τά τρέμοντα εκ τής αργή; χείλη τοι> 
δεν έδύναντο νά προφέρωσιν λέξιν^, 'Αλλ' ό Έξόρίσ.το;, α•- 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθ03ΐ€ 



— *6 -^ 

ίΛανί|«νος «!ς τήν χαρδίαν του τήν άνάγχην νά ίχχύση 5- 
ληι^ τήν χατά τοΟ Καποδίστρια άγανάχτησίν της^ έπανέ- 
λαββν άφέβως. 

«Ηδς χατέστησας Είλωτας, χαι ζητείς νά σ((ι>π&[ΐ€ν ; 
Την έλευθέραν Βουλήν μας μετεμόρφωσας είς δουλην Γε- 
ρουσκαν, είςπίρνην αίσχράν, ύπείχουσαν εΙς τάς θελή- 
σεις σου. Τα Διχαστήριβ, αί {εραι αύται παραχαταθΐ)χαι τί|ς 
τιμί|ς χαΐ τΐ}ς ζωϊ}ς των πολιτών, Ιγεινον ίργανα έχδιχή- 
σεών σου άτομιχών. Άπό τά σχολεΤά μας ^ξωστραxισ6ησαν 
Οί Πλάτωνες χα'ι Άριστοτελεις. Α£ πάλεις μας δ>ναι χατήν- 
τησαν θέατρα χαταδιωγμών, χαΐ εις αύτάς Αστυνόμοι χαΐ 
Δοιχηταί, Ικταχτοι χαι ταχ τιχοί σύμβουλοι σου χαταστρώ- 
νουσι προγραφιχούς πίναχας* Τδ Ναόπλιον αυτό χατέστη 
δεσμωτήριον, δπου θρηνεϊ ματαίως ή άθω^της. ΖητοΟμεν τό 
εσπέρας, ζιά ν** άναπνεύσωμεν ολίγον, νά εξέλθωμεν άπό τά 
τείχη τοδ Ναυπλίου •; Τπέράνω τί)ς χεφαλ^ς ημών στενάζει 
δέσμιος ό λευκογένείος μεγαλομάρτυς τϊ)ς Σπάρτης. Ή χα• 
'τάστασις, είς την δποίαν μάς έφερες, είναι αξία τ5)ς έπιβλέ* 
^'εωςτοΟ θεοΟ • . .9 

εΦθάνει.^• φθάνει•. •)» έφώναξεν ό Καποδίστριας μήδυ* 
νάμενοςάπδταραχήνν' άρθρωση τάς λέξεις» χαι σείων βιαίως 
τόν χώδωνα. β:Έπάρετέ τον • . . εΐπεν είς τους φύλαχας είσερ^ 
χομένους. Ε?ς τό Βούρτζιτόν έπαναστάτην...είς τό Βούρτζι•••^ 

Ό Εξόριστος διήρχετο τό Ναόπλιον φερόμενος εΙς την 
θαλάσσιον είρχτήντου, δτε εις την μεγάλην όδδν, την άγου^ 
σαν προς την πλατείαν τοΟ Πλατάνου, έπαρουσιάσθη έμπρο*- 
σθέν του ό Αύγερινδπουλος. Ό άσποδος έχθρδς του ύπε- 
με:δία χλευαστιχώς, χαί είς τό πρόσωπον του έφαίνετο φαι- 
δρδν τι έξυβριστιχόν. Εις την θέαν του ό Εξόριστος, ίτι 
μδλλον έξαφΟείς χαί παράφαρος άπό θυμόν, ήρχίσε νά λέγτ] 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



Οοο^\€ 



— 47 — 

^αλοφώνοις ιφός τονς ιταραχολουΟ^τας 'ίά βήματα το^ 
ΡίΓολίτας. €Ταλα{πωρο( ^Ελληνβς ! τά φρού(κά μας, τα 6 
ΪΠΓοΓα μέ χόσιν τόσων αίμάτων άπβσπάσαμεν άπο τάς χΛρας 
!τών βαρβάρων διά να τα ίχωμβν προπύργια τ?}ς ελευθερίας 
||ΐας, χατήντησαν σήμερον $εσμ(ι>τήρίά μας. 'Ο σεΙς, τους 
Γ:οιιθ(θΐ>ς «ίς την πόλιν αυτήν ή ταραννία χρατε7 χεχυρτωμέγ 
νους υπό τόν βαρύν ζυγόν της, άνυ^σατε τέλος πάντων 
το μέτωπόν σα; ! Ό παρών άγων εΤναι άγων ίθνιχός^ 
άγων νόμιμος, άγων αναγεννήσεως ττ5ς *Ε)νλάδος. Μα• 
χάριοι 5σοι τον Ινισχύσιτε! Έβνοχατάρατοι δσοι τόιτ 
πολεμήσετε ! Είς τήν ίεράν μας έποτνάστασιν, είδομεν^ 
τά τέχνα μας σφαζόμενα, τα μέλη μας χολοβούμενα^ 
τάς τρίχας τΐ)ς χεφαλί}ς μας παρ' ήλιχίαν λευχ^ομένας^ 
&ά νά ύπς,πέσωμεν ε{ς Βουλειαν αίσχροτέραν τΐ|ς πρώτης ;ι^ 
Αύτα δημηγορών, έξήλΟεν από την μεχράν θυραν, τήν 
φέρουσαν προς τήν θάλασσαν. Φιλήσυχοι τίνες Ιμπαροβ τοΟ» 
Ναυπλίου, εΙς εν έργαστήριον συνηγμένοκ, Ιβλεπον μετά. 
φρίχης νά διαδαιν]} χαΐ νέον ΘΟμα προγραφής* — Και άλλος 
δέσμιος! εΤπεν αναστενάζω ν εΙς έζ^ΰτών, πρώτος μεταξύ• 
των εις τήν φρόνησαν χαί τήν τιμιότητα• χαι άλλος χατά.- 
&Χος ! Έξορισμοί, φυλακισμοί, όλα τά μέσα τί)ς βΐοις χαΙ 
τ*ς διαφθοράς ένεργοΟνται προς άπονέχρωβιγ το& έθνιχοΟ^ 
φρονήματος. Τό στόμα τής αβύσσου» ^οιξι, χαΐ μέλλει ν» 
μάς χαταπί)! δλους. ΙΙοΟ ζώμεν ; Μέ φαίνεται στι εύρίσχο- 
μαι εις τήν ΚωνσταντινούπίκΑιν, δταν, εις τήν^ Ιχρηξιν του^ 
ίερο^ μας πολέμου, ο{ δήμιοι άρπαζον άνεξετάστως κρείς^ 
καΐ λαΙκούς.? — ^Σιγδ, νά μη; μδς άχούσ^^; χάνεις, είπεν ^^- 

1. "Οστις σι^νβινβατράφη, Άν Κύριον Β)ιλΐ9^ριον &αυΛ{(ην, (ιακριν^ΐΜν^^ 
|ΐ•ταξι».«9^ς^μ«οριχ1^ς χλά9Μ»ς του Ναυηλίον• 8ι& τ^ <ριλκλ»ύ9<ρα «οαάντι»^^- 
«οδιντριανά του φρονήματα, <ύχόλ«ς δύναται &1ς αυτούς τουζ λόγους ν* ^^ 
γ¥ΐιρ(«^ τλν χρητνόν χαΐ «^ιλέΐζατ^ιν το$τον Ί^ολίτη^ν 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθ03ΐ€ 



~ 48 — 

λός• χα: οί τοίχοι σή^χερον Ιχουν ώτΐλ• ήξεύρεις δτ&τήννυ- 
κΐ^α χατάσχοποε αναβαίνουν Οεπάνω εΙς τά Βώμοίτιά μας, 
και κλέπτουν τά οικιακά μας μυστικά. — ΔίβμοιράσΟή τί 
Ιθνος, άπεκριΟη ο συνετές τίολίτης, εις χατασκοπουντας καΙ 
χατασκοπουμένους, δεν έμεινε π(στις οόδέ μεταξύ αδελφών, 
και όί διεσμοί δλοι τ'ίΐς κοινωνίας μΛς' παρελυθησαν.'Άκί- 
έτευτον είναι, πλην δχι^δλιγώΐερον άληίές, οτι άρτόποίοι 
χαΓ λαχανοπώλαι υπάγουν την νύκτα προς τόν ίδιον Κυβερ- 
νήτην, δίά να τόν άναφέρωσιν δσα ήκόυσαν ^ή δεν ήκουσαν 
^ά^έγωνται την ήμέραν κατ^ αότοΟ, κάι δτι λαμ^άνου^ 
&πό τάς ίοίας χεΐράς του το " βραβείο ν 'τ•ϊ5ςκατασκοιΐϊ}ς κάί 
^ϋκοφάντία^'των. — ' ' ' '' '.■-"■ 
* ' Έντοσούτώ φθάσας ©Εξόριστος έίς τόν άίγίαλόν, έπέ- 
βη μετά τών φυλάκων του εις πλοιάριο ν, έπι τούτω δίώρ^- 
σμίνοτν. Βλέπων τά περιεστώτα 6^Τρ τά όΙτόΤα ή φόσις 
χαΟίδρυσεν ως προμαχώνας τ•?)ς έλληνικί^ς άνεξαρτη'ίίοΐί, 
■βλέπων τον άργολικόνκολπον, Ινδοξον μάρτυρΛ τϊ]ς ναυ- 
μαχίας έ^)(είνης, ^τις κατά τά ί822 διε'σωσε τήν Ελλάδα, 
'περιεσπΐϊτο από παντοίους συλλογισμούς. Ά ! πόσα πάθη 
-πόΐχίλα βάλλουσι συγχρόνως" 'είς χίνησιν τοΰς*έλατϊ]ροίς -ί-γίς 
άνΐ9ρώπινης καρδίας ! Άδύναιίον κατ' έί^είνην την στιγμήν 
χαι τρυφερόν τι αΓσΟημα ένταύτώ νά μην έτάραττε- την {3ί- 
■χήν'του. "^ ' " . ^ : . - . 

' Οί <ίνεμοι έσίγων, και τό σκαφίδιΟν, τό φέρον τόν '£ξόρι*- 
στον ζΐς τό Φρο'ύριον του Βουρτζίου, διέσχιζαν ^ρμητικώς 
*:ήν ΰάλασσαν, δπου κάτωπτρίζετο ' ή ίτανσέληνος 6κ"τ5)ς 
όψηλης ^ίορυφίΐς του Παλαμιδίου... 

* Ποίοΐτέξοιισίου χιαλλονης ,^έα σΐίέκει ακίνητος ως άγαλμα 
?πί τοθ;2ώματος τ'7}ς παραθΑλασσίου αύτ5)ς οικίας; ϋέ^ 
©μοιάζει την μαρμάρ'γογ του ΠραξιτεΤ,ους Άφροδίτην, .τΐ^ς 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθ03ΐ€ 



ί Τ^δτΐρίας τά δτϋωχρά χάλλη φαίνονται ζτι θρηνούν την αίχμα• 
λω(Τ/ό(ν τ^ύΐν υπό τόν ούρανον τϊ5ς Έτρουρίας; Έχδε τ^ 
•βλέριαα ιτρο<ιήλώρι^νΐον εις το φέΟγον πλοίάριον, χαθώς εΓς 
^τά ιτέλαγος ό (ζάρήτης τί)ς πυξίδος μένει σταθερώς προς 
'Τόν τίόλον έσ-ίρεμμένος. Μαυροφορεί πλην τό μέλαν ένδυ- 
γ.ά της δεν έΤναε. στολή παρθένου, ζητούσης να επίδειξη τα 
*ϊ€ρίνα του στήθουςτης, ή να καλλωττ^σθί) μέ την μελαγχο- 
•λ(αν, ήτις διπλασιάζει τα θέλγητρα τών ώραίατΓ είνα: πεν- 
θούσης καρδίας έμβλημα, ψυχίΐς απαρηγόρητου εκφρασις. 
*Τά χείλη της.Ιχουν γλυκύ τι παραπονετικβν, και οι δακρύ- 
«οντες οφθαλμοί της ενίοτε άνυψοϋνται από τό σκάφος προς 
'ίΟ'^ ο^όί'^ό^^ ως νά έίιικαλώνται εΙς αύτο τήν θείαν άντΓ- 
ληψιν . • . Άλλα ποία κλαυθμηρά φωνή διέκοψεν εξαίφνης 
'^ήν νυκτέρινήν σιαπτήν, και άντηχεϊ ακόμη ώς δ παλμώδης 
, φ^ά»^γος κιθάρας, τής άποίας έΟραυσθησαν δια μι5ς α{ χορ- 
δαΓ; . . 'βτον ή πβνθοφοροϋσα νεδ^/ι'ς, ή δυ&τυχής Άσπα- 
-σία, ι^τ*^, ίδοΟσά τόν έραστήν-της ^ιπτόμενον είς τα ακόντι 
."^^ ψυλατί^ις^ άφί}χ€ κραυγήν έπελ-πισίαςκαΐ επεσεν ήμιθανής^ 



ΚΕΦΑ.ΑΑ10Ν Δ^ 

• Τά Βοόρτζιον, βενβτικής άρχ€τεκτον{κί}ς Φρούριο ν, ύψοβ- 
ταιβίς τ^ μέσον τ1)ς θαλάςίσης Ιμπρβσθβν τοΟ λιμένος τ7|[ς 
(ΐ,ικρδς μας Πρωτευούσης, και διαιρείται εις τρία χωριστά 
•^χυρώματα, τα δποΤα δλα ίμου περιζώνονται από τείχισμ« 
Όχεδόν κυκλοτερές• έντος δε τούτων είναι κατεσκευασμένοΓ 
«όρύχωρΛ θόλοι. 

Τό μεσαΤον, εΙς <ιχήμα Πύργου, είναΓ τ^ δυνατώτερσν^ 
^ν άλλων, χαΙ ύπ' αί^τό ευρίσκεται δπόγετος. φυλακή,, δπου» 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



— δΟ — 

οίά να νά Είιέλβϊ] τις πρέπβι νά χαταβί)^ ίνωββν οιά βά6|ΐ0ίς 
χρ6[Λα(ϊτί|ς .από στενήν όπήν, ήτις ένταυτφ εΤναι β (Αονο^ της 
φεγγίτης, άπό τον δποϊον δέχεται άμυδρόν τι φώς. Εις τόν 
καταχθόνιον αυτόν τίπον άναβρύει άλριυρ&ν ύδωρ, χαι τών 
δδιαχ^πως έηισωρευορ^νων αχαθαρσιών αϊ αναθυμιάσεις^ 
ένοόμεναι με την ύπερβολιχήν ύγρασίαν, τόν χαθιατώσι νο- 
σα^δη χαι πολλάκις θανατηφόρον. Έκεϊ χατ' έχείνην γή^ 
έτΓοχήν έστέναζον πολλοί κατάδικοι, έκ τών οΐίζάω'^ ολίγοι 
έγνώριζον τό . Ιγκλημά των. 

Κατά τό άριστερόν μέρος τοΒ Βουρτζίου ηιαν εξς τα δε• 
σμά ό Στρατηγός Νικήτας Φλέσας, ό Νικόλαος Κανού(ΐης, 
ό Βασίλειος Θεαγένης, 6 Πετρίδης χαι πολλοί άλλοι Συν- 
ταγματικοί* 

Τό δεξιόν μίνον ίμ^νβ κενόν. Άλλα χαΐ αυτό Ιμελλεν 
ακολούθως νά χατοιχηθί) από τόΰ; Σπύρον Σπηλιωτόπουλον, 
τόν Νικόλαον Παπαλεξόπουλον, τόν Παπα ταονην, τόν Σπύ- 
ρον πρόκριτον τ^^ς Άνδρούαης και τόν ^ωάννην Σοδτσον. 
Έκεϊ την νύκτα ^^ς είκοστ1)ς πέμπτης Αυγούστου έρρίφθη 
ο Έξόριβτος με νέο>» τινά Πελοποννήσιον φυλαχισθέντα χαΐ 
αυτόν δια τά φιλε7νεύθερα φρονήματα του. Είς τά σκότη 
τοδ δεσμωτηρίου, ή θρη^/ώδης είκών τί|ς Ασπασίας έπαρου- 
σιάσθη ευθύς εις την φαντασίαν του τόσον ζωηρ&ς, και τό- 
σον άλγεινήν προσβολήν έλαβεν ή καρδία του, ώυτε δύω 
ημερονύκτια ^ινβν εις ληΟαργικήν άκινησίαν, άναί<ίιθητος 
εις δσας παρηγορίας ό μ,όνος ιχυμμέτοχ^ος τ?)ς εφκτί}ς του, 
άπό εύσπλαγχνίαν κινούμενος, έζήτει νά τω προσφέρι^. Μό- 
λις την τρίτην ήμέραν συνί}λθεν ά}νίγον, και βλέπων τό? 
άγνολστον σύντροφόν του, σπουδάζοντα νά έπίχύσ^ι βάλσα- 
μον παραμυθίας ζΐς την ψυχήν τοίλ, τόν ή^πάσθη άδελφιχδ^ 
καχ. μετά δακρύων έξέφρασεν εΙς αότόν την ευγνωμοσύνη;/- 



•του. Έ χοινή δυατυχία συνήνω^εν εντός βλίγου τάς έμο^α• 
«αΟ«Τς των χαρδίας, χαιή^αχι^αν οί δύο δέσμίοι νά (ίχίΐίτιαν- 
τα( δμου πώς να χαταινφωΊΐ^ ελαφρατέρας τάς άλύσεις 
των. 'Οταν Ίζίρί τίιν με^τη^λβρ&αν βί<ίϊ)λθ€ν ό δβσμοφυλαξ φέ• 
ρων χατά τό σύνηθες τάν έπιούσιον ξηρόν άρτον^ τήν (&^νην 
τροφήν των, έπρ^σφερβν 6 Έξόρίστος εΙς αυτόν Εν πολύτι- 
μον ώρολέγιόν του, χοα με τό δώρον το3το έπέταχεν εύχό- 
λως τήν άδεκαν νά έζέ^γεται με τόν νέον φιΤ,ον του εΙς τάς 
επάλξεις τοδ Φρουρίου• 

Ώ θέα του πελάγους, παριστώντος τό ά<ττατον Μΐ χυ- 
|^ιατώ$ες τοΟ ανθρωπίνου βίουι έξυπνα ταραξιχάρδια ο^ιαθή- 
ματα εΙς τους δυστυχείς, άναχαλοΟσα τα ναυάγια τϊ|ς χλυ- 
ίωνισθείσης νε^τητός των• *Εν δειλινόν ό Εξόριστος, κα• 
θήμενος με τον συνδέσμιον το<^ έπί τίνος ύψηλοΰ προμαχώ- 
νος χαι θεωρών τήν Ιχτα«ν τΐ|ς θαλάσσης, μετά μαχράν 
σιωπήν άφήχεν άναστεναγμόν βαθύν χαί είπεν εΙς αυτόν. 
«"Όταν αγαπητέ, εις τάς αρχάς το3 φυλα^ισμοί> μου, μέ 
«Βες υποχύπτοντα εις τό βάρος τί)ς λύπης, αναμφιβόλως 
μ' εξέλαβες πάντ^] μιχρόψυχον χαι όνίχανον ν' άνθέξω εΙς 
τάς μιχρο τέρας έναντιότητας τής 'τύχης. Άλλ' αν έγνωρι• 
^ες τήν σειράν τών αλλεπαλλήλων α\}^ψογ&>^ μου, τάς 
όποίοις ήθελα γενναίως υποφέρει αν δεν έτάραττον τήν γα- 
λήνην του έρασμιωτέρου δι^έμέ πλάσματος τής φύσ^ως^. 
ίσως ήθελες χρί'/ει μδλλον συγχαταβατιχώς περ2 έμου.9^ 
Έζήτησεν δ νέος Πελοποννήσιος νά μάθη τά συμβάντα του. 
'Απεποιήθή χατ' αρχάς τήν ζήτηιιν 6 Έξ^ιστος. Άλλ* 
ύπενδίδων ύστερον εΙς τάς επίμονους παρακλήσεις του, χαΐ 
ίσως εις τήν έμφυτον του άνθρωπου ροπήν νά επανέρχεται 
εΙς τάς έρωτιχάς του ενθυμήσεις, ήρχισεν ρυτω. 

«Μέλλων, φίλε, νά σέ διηγηθώ τάς θλιβερωτέρας πε ρι• 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



ΟθΟ§ΐ€ 



^ — Ιί* — 

ιηώυέις *τ5)ς ζωί^ς μου, αύτός*έγώ έρυδρώ. ^Ο άνίσυχόί 
χαρΛχτήρ μου χαί οίάδβΛκοιιοΓ(ΤΛ»ρΛγ[^ί61 τ^^'ς^καρ^ιαζ ρ^οϋ 
θέλουν σέ φαν^ άΟλιίτητες και ά5!>να[ζίαε. '- 7^ 

«^Εγεννή^ην βίς την Κωνσταντινόύπολεν \ά'πό γονεϊς εύ• 
ϊςάτριδας-'χαΐ ΐϋλουσιβος. Τόήθάςμου-^τον π^ϊ5ΐίί9ε'>> μέ- 
λαγχολιχόν. Σιωπηλός χαΓκατηφ^'ής^Λ^ίπί^.τδ πλεΤίτο^, ά- 
φινα τοΐ>ς βορυβώΒεις και ^αιίρούς ίμηλΓκο\)ς μου^, . δια νά 
ίδώ 6«ό τό δάσος τα χρόλλα τοϋ-"φδινϊ«Γώρου ΐητΐτδ^ιία, καΐ 
ν' ακούσω επί τοΟ βράχου τους άνεμους στενάζοντας. 
- «Άλλ& ψυχρές χαΐάκοινώνητος προς "φίλους τους άλ- 
^οΟς;^ ήνοιγα την καρδίαν μου • εΙς ίσυνήλικιώτην μου σκυ- 
θρωποί '-έπισης χάρατ?)ρός, τόν-Τίικήσΐρατον. ^Ταυτ^της άί- 
σθτι^μάτων και ιδεών μδς συνέοεο'^ έξ άττάλών ένύχων, χΛι 
προβοί(νων ο καιρός κατέςτησενίτι'δυνάτωτέρουςτόύς δεσμοΐ)ς 
τϊ]ς φιλίας μας. ΌμοΟ άνεβαινομεν έίς τ& 5ρή και άνεζήτοϋ- 
μεν τάς φωλεάς τών πτηνών» Όμ'όΟ κάτεβαενομεν ε{ς τά? 
κοιλάδας ίιαΐ μετά τών "ζέφυροι; συνεψΛυρίζο μεν τά'μίχγΐκ& 
Ιπη τών αρχαίων ποιητών τ9)ς Ελλάδος.- 

«Έφθασα εις την ήλικίάν έκείνην, κ^αί' ήν, ΙξυπνοΟντες 
τέλοςίτάντωνάπό το τερπνόν ονειρον -^ών παιδικών άμερίμνων 
Ι^ρένων μας, τ^τε πρώτον. αίάθΐΐνομεθΑι την υπάρξιν, καΕ 
έστρέφομεν πέριξ ημών έκθαμβους οφθαλμούς. Περιεβλεψα 
γύρω μο;/^ και εΤδα τήν Έλλαδα, την πάλαι δέσποινάν τγ)ς 
'ΑσιΑς, δούλην αύτί}ς τί^ς Ασίας, και άφειμένον έμέ αυ- 
τόν εις βυθόν άμαθείας, προλήψεων καΐ αθλιοτήτων. Έκγο- 
ήτευθείς από τα συγγράμματα τοΟ -Ρουσσώ και του Βολ-τ 
'Γοίίρου, εξήτησα ν' αναπνεύσω ελεύθερον αέρα, επέτυχα την 
σι>ναίνεσιν τοΟ πατρός μου, καΐ πίερί τάς αρχάς του 1818 
Ιτους μετά τοΟ φίλου μου ϊίικηστράτου άπίδήμησα εις τή> 
^φήν Εύρώπην. " • ' 

Ό-ΦζΘά ΐίγ ν^οο^ι^ 



• «"Απληστοι ιτβριηγήσεων χαΐ οί δύω, ■ .ϊτερίήλθόμεν τήί 
Βρεταν/άν, τήνΤαλλίαν, τή>ί Γερμανίων χαί Ίταλίαν, ά- 
^(ροώμβνοί ^πίοττημών χαί φιλοσοφίας μαθήματα ^Ις τάς 
^Ακαδημίας των, χαΐ συναναστρεφόμενοκ τους σοφούς άν^ 
"δρας των. • ^ . ./ .. ^..^ν ; . - *- 

' έ Εξερράγη τί5ς Ελλάδος ^ίίτανάστΛσίς." 'ΠρΙίβυριάί άμ* 
ψότέροΓ, έτρέξάμεν εΙς την ϊρωνήν\ -ρίξς' πατρίδος^ ^^-είτβ 
«ολεμουΐ^τες είτε συγγράφοντεϊς^ ίξέπλιί^ρΙιίκίί^μεν'/κοίτΑ μέν 
ρος τό προς αυτήν χρέος μας; ^ ΑΧΚά '*λ(χχα τ3ι 482ϋ δ ΐτλ- 
τήρ μόυ, καταφυγών πρό πολλοΏάίτό τό; Βυζά^^τίον ^ς τά 
Κύθηρα, κ(>ί'^λέαίων τδτε τήνύγ^ίαν τόυ," με^^δίβαρείά^ 
άσθενειαν, έπακσθητδς έχκλίνοϋσαν καθ'ήμέρ«ν, μ^εγραψ^ νά 
υπάγω εΙς ε^τευξίν του. Τπήκουσα είς^τήν πίχτρικήν πρόσ- 
χλησίν, και μετά τοδ άχωρίστου φίλου μαυ Νΐ)Λ}στράτοΟ 
'^χετέβην ε{ς Κύθηρα. ■ ' / ' • 

*' «Ή ν?|σος αότή έχρησίμευε τότεώς άσυλων εις τάς κατ 
τΛδεωκομένας άπο τον 'Ιβ^αίμη^ ΪΕελ^όννησιακάς οΙχογβ- 
?^$ία<, καΐ τίσων άστεγων ^έμογενφ^ ή β^α μ' 'έΐίέβαλλε τό 
^ρέος νά τρέξω ^άλιν ζιζ την Πελοπόννησο ν, διά νά συνερ* 
γήσω τό κατά δύναμιν εΙς άτροκροιίσίν των άραβίκών στροΐτ 
Γευμάτων. Δύω περίπου μϋ)νες είχον παρέλθει μετά την εις 
Κύβήρα Ιλευσίν μου, και διά^ ν'^ οίναχωρή<?ω ιίεριέμενα τή> 
'άνά^^σιν τοί> πατρός μου,.δτέ μίαν έσπέραν^λθεν είςέπί• 
'σκεψίν ρου, ό Νικήστρα^ος δλοί ωχρός και καταβεβλ7}μέ- 
νος άπό τήν λύπην. Τον ήρω^ηήα ευθύς τό αίτιον τί}ς'τ^ο^- 
-αύτης αλλοιώσεως τοι>. Ήθέλη^ ;κατ' αρχάς νά με 6πρ- 
^χρυφθ^. Άλλ' Ίπειτα με ώμόλόγησεν δτι, από τάς πρώτας 
'ήμίρας άχόμη τΐ)ς εις τά Κύ;θηρα μεταβάσεως μας, 6 βά^- 
^κάνος τί)ς ησυχίας του δαίμων -ως έκ μαγείας τινός τόν 
έκρβςτει τυραννικώς υπό τά θέλγητρα νεανίδος, δεκαέξ μόλες 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



-.144 — 

ΙτΔν^ χαλουιιιΐνης Άσινασίας, άπό οΕχογ£νε(α>» έπιοημον ;Γΐ}ς 
ΙΙελοποννήσου χαΐ άνατεθραμμένης ε{ς Μααααλίαν* με ώμ^^ 
λει 8έ τ^Φον ενθουσιωδώς περί αύτί^ς %αί με την ιιαρίστα 
τόσον τεραστίου χαλλον1)ς, ώστε δεν μ^ εμειντ; αμφιβολία 
δτι τό πάθος του ήτον άνεπίδεχτον ιατρείας. Άφ' οδ τον 
^ίΐϋέπληξα φιλιχώς Ζίότι δεν με τό είχε φανερώσει άπ^ ^ρχ^ς, 
Ισπευσα να τον άναχουφίσω^ ύποθάλπων τάς ελπίδας χσψ 
χαί δια την έηιτυχίαν τ^ ύμεναίου του προσφέρων εΙς αύ-^ 
τον την σονδρομήν χαΐ ^ήν μεσιτείαν τοΰ πατρός μου•-~ 
Εις μάτην, φίλε, με ειπεν ίχ βάθους άναστενάζων- εΙς μάτην 
αί «ροσποίθήσεις σου. "Έμαθα την στιγμήν αυτήν δτι χθες 
ύΐ γονείς της τήν υπεσχέθησαν εΙς άλλον. — 

»Τήν Ιδίαν νύκτα μ' Ιχραξεν ό πατήρ μου εις τον χοι- 
ΐτώνά του χαΐ με ώμίλησε περί αποκαταστάσεως μου^ τζ^ 
βάλλων με να νυμφευθώ γυναίχα, ίκανήν, ώς μ' Ιλεγε, νλ 
με χαταστήση εΟιδαίμονα. — Ή νέα τήν οποίαν προορίζω» 
διό σύζυγόν σου είναι, μΐ είπε, σπανίας ώραιότητος, χοσμι« 
ωτάτων ηθών, ευγενής και πλούσια. — ^Καί ποΟ εύρίσχεταιρ 
— Ε{ς τα Κύθηρα• — Τ' ίνομά της ; — ^Ασπασία. — ^0 πάτ€(ΐ 
(ίου ! 6 Νιχήστρατος, ί αγαπητός μου Νιχήστρατος φλέγε- 
ται άπό Ιρωτα δΐ^ αυτήν. Ευτυχία εις ήμδς, δτι δυνάμεθβ^ 
σήμεοον να δώσωμεν εις αυτόν δείγμα προφανές τ1|ς φιλία^ 
μας. *Αν 6 μετά τ^ς ^Ασπασίας σύνδεσμος μου είναι άλη^ 
θής ευδαιμονία, παραιτώ προθύμως τήν εύδαιμονίαν αύτ^ψ 
4ΐς τον φίλον μου* 9 χαΐ λέγων αυτά, ίχ τΐ)ς χαρ&ς μοι> βδά* 
χρυον, ήσπαζόμην τας χε1ρ4ς '^οό χαί τόν παρεχάλουν νΑ 
ύπενδώσ)!• Σϋγχατένευσεν δ πατήρ μου. — Πλην πρόσεξα 
χαλά, με είπε, μή μεταμεληθΐ)ς. Τήν είδες αυτήν τήν 
Άσπασίαν ; Τήν γνωρίζεις ^ — Δέν μετανοώ^ πάτερ μου^ 



σΦζΘά ΐίγ ν^οο^ι^ 



ίηα^φφ^^α. Ένέργησ«, ιιροσπάβησβ νά πιισης τους γανεΤς 
^ς νά την δώσωσιν ιίς τόν Νιχήστρατον.— • 

ϊΤήν έπιοΟσαν 6 αγαθός πατήρ μον ύπί^γβν βίς αύτοός, 
χαι όφοΟ τους έβεβααωσιν οτκ έγώ δέν βίχα Βιάθεοιν 3ιά 
γά(Λον, έπρ^τεενεν άντ' έ(χσΟ τ4ν Νιχήστρατον, χαΐ αυθημε- 
ρόν απεφασίσθη τό μετά τΐ}ς ^Ασπασίας συνοιχέσκ^ν του• 
ΜΛις έλαβα την χαρμ^συνον αυτήν άγγελίαν, χαι τρέξας 
ζΐς τόν Νιχήατρατον, αέξεπληρώθησαν, φίλε μου, τόν είπα, 
αί θερμίτεραί σου εύχαί. *Η Ασπασία ήτσν προορισμένη 
2ι' έμέ, σε τήν παρεχώρησα, χαί 8ιά τής μεσολαβήσε«>ς τοΟ 
ΐζο^ρός μου μετ' όλίγΟν άρ^αβωνίζεσαι μέ αότήν.9 Ό Ν£- 
χήστρατος, έχτός έαυτοΟ χαί παράφορος άπό χαράν, μέ 
ήσπάζετο, μ^ εσφιγγεν εις τάς άγχάλας του χαΐ δεν έίυνατο 
νά έννοήση πώς συγχατετέθην τίσον εόχόλως εις τίσον 
μέγεθος θυσίας. Μετά τοΟτο ήρχι^ε μέ φλογέρας έχχυσείς 
Καρδίας νά μ^ έξειχονίζη έχ νέου τά χάλλη τ^ις ερωμένης 
του, χαί νά μέ παριστβ τήν μέλλουσαν εόδαιμονίαν του. 

«Ανεξήγητα μυστήρια τ1)ς άνθρωπίνης χαρδίας ! Έπι• 
στρέψας εις τό οΓχημά μου χαΐ μείνας μένος, ήρχ^σα νά ε- 
ξετάζω τήν ίοιχήν μου, χαί πλέον νά μή τήν εύρίσχω χαί•• 
ρο^σαν διά τήν γενναίαν της πρβξιν. Αέν έδυνήθην νά κλεί- 
σω τά όμματα δι' όλης σχεδόν τής νυχτός, άναπολών εις 
τήν μνήμην μου τάς πυρίνους τοδ Νιχηστράτου έχφράσεις 
περιτήςώραιβτητος τ1)ς Ασπασίας, χαί πριν άχόμητήν ιδώ 
αίσθανόμενος ενδόμυχους ταραχάς. *Η αυγή, χατευνάζου^* 
σα συνήθως τους νυχτερινούς σάλους τοΟνοόςμας, χαθητ 
σύχασεν 6πωα[οΟν τήν τεταραγμένην φαντασίάν μου, χαΐ 
μετ' ολίγον ή παρουσία τοϋ Νιχηστράτου, ευτυχούς δι' ε- 
μού, έθεράπευσε τό ασθενές λογίχίν μου. Άλλα τί έγινα, 
ό^αν τήν επαύριον, τελουμένων τφν ά^^&)άνών του, ε?δα 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



ΧΛτα πρώτον τ;^'»--Ασπααίαν•εΙς τον πατρικρν της οίκον !..χ^ 
«Έγνώρισα πολλάς γυναΐχοες, προς τάς οποίας μ' ίου^^ 
ρε γλι>ί«;εϊχ δυΑ^αιας αυ{χπαθείας. Πολλαί με είλκυσαν διά 
παντοίων ,.προχερί}[Λ<χτων. Ή.μελωΒία πολ?^άχις τί)ς φωνής 
τ:ων.,έξεβάκχευ.σε τάς άκοάς (;ιου^ καί•τΐ)ς μοριφί}ς.των ή χα-, 
ρ^ς έδούλωσε.τήν δρασίν .{ΐοϋ* .ΙΙοτΙ δμως δεν ήράσθην κάμ- 
μίαν^ εις τήν οποίαν, να μη, άνεκάλυψα μετ' ολίγον κρυ^ 
πχόν τ^ ελάττωμα,, /αΐ .νά μη «.ατεστράφη δια μ^δς τοΰ φί}ν- 
τρο,υ ή γρητεί(ϊ>. 'Α)Λ' .ή "^^^.(τπ^ρία^ τόσον . εντελής, τόσον^ 
υπέρτερα .ο3^ν^τί1(ν άλλ|^Υ, επλάσθη. από παν. ο,τι έρατμι- 
ώτερρ,ν εΰρίαχεταί είς,έκάστην αυτών. •. .^ 

/ ,((Τήν ,εΙδ(Χ».^α; άγγελος, μ' έ.φάνη,φωτός, κα-ί ή ψυχή-μοα 
ζμεινενδλη;έκ(ίτατ6οή ενώπιον της. 'ΙΕπλησίασαμέ.τρέμον-. 
'^^α μέλη πρός^ ^^7ψ% ^^Ι μδλις τά χείλη μου ,έπροφερον. 
δύο λέξεις χαφετισμου ,. . ^ Παρετήρηοε• τον θόρυβόν μου^ 
και ?ίς.τ0 πρόσωπον, τ ης διεχύθη ερύθημα αΐδρυς. Με ώμί-» 
λησεν . ?^• ή φ<«>νήι;ης η.τον ςλη αρμονία, καίείσέδυσεν είς 
τά-ένδοτ^ρα-τί^ς καρδίας '.,μου. Έφριξα έμβλέψας εΙς τήν 
άβυσσον επί τ-^ς. οποίας έκρ,εμάμην,. και από μόνην τήν τα^ 
χεϊαν φυγ^ήν έλπίσας,τήν. σχοτηρίχν.μου,, ΙπροφασίσΟην ένο• < 
χίν^ι^^ν τ^ς υγείας μου χοώ άπηλθο^ν .εύΟυς έκ τ'ϊ}ς οικίας 
της. "Ριγών, καίων^ςαΐ εΙς το στήθος μου .αίσΟανόμενος σει- 
σμούς εως τότε άγνωστους €ίς4μέ, «(ρθααα εις τήν κατοι-* 
3^'αν μου^ /Όλην έκείνην τήν ήμεραν; χαί δι' δλης τ^ς νϋ-κ 
κτος^λλην.άσχρλίαν δεν εΤχεν ή ψ'-ί/,ή Η'^'^» '^^Ρ^ ^^ ζ*^~ 
ΪΡ^?ί 7ήν εικόνα της. \Α.3ΐόμη έβλεπα τους χρυσούς βο - 
ίτρρχρυς, τ');ς λυτής,^ και μυροπνόου 3^όμης της, τήν ανθό-, 
στείυτον από ίάσμους ααί ναρκίσσους χεφαλήν της, τό δια-• 
(^ανές τϊ|ς ροδοχρίνου χρ^ιδς της καΐ τήν χατάλευκον παρ- 
θ^5V^κήν τ/5ς έαθήτα. Όσ^ραινόμην ακόμη τήν εΟωδίαν, τήν^ 

Ό-Φζβά ϋγ ν^οο^ι^ 



— 8.Τ ~ 

^τροίαν περιέχυσεν ή παρουσία της, χαί ύς ώχεανον μ.έθΐ)^ 

έβϋθ£ζθ|Αην.* Ένθυ|Λ0|5{4ην δτι ίρυΟρίασεν δτε κατά πρώτο»^ 
άπηντήθησαν οί όφ.Οαλ^Αοί μας, οτιέμειδίασεν ίλαρώς προς 
Ιμ,ε, και νά. πείσω έμαυτόν έζητουν ατι αατά τι προαήλαχτχ 
Τ/)ν προσοχήν της... Ποίον παράδειαον ευφροσύνης ριέ ήνοε- 
γεν ή έλπίς αύτη ! .• . Έλησμάνησα και τάς προς τον πα- 
τέρα (/.ου βεβαιώσεις, και την φιλίαν, και τόν Νκκήστρατον^ 
και έριέ αυτόν. 

»Έδύνατο ή αρετή νά 3αμάσ^ τόν έρωτα, εις τάς πρώ*- 
τας άχόριη όρ|/.άς του, (/.έ την ταχεϊάν (/.ου άπομάκρυνσεν. 
και (ΐέ την παρέλευσιν τοΟ χρόνου. . Άλλ' ή έχθρα \ιο\} ει-. 
μαρμένη άλλέωςη^Θέλησεν. Ό πατήρ {/.ου, μ^ζτέ. την τελευ- 
ταΖαν του νόσον, δεν έδύνατο πλέον ννάναλάβη, και ή κακή 
στρίσ^ς τΤ^ς υγείας του με ήνάγχαζε νά παρατείνω την δια*. 
^τριβήν μου εις τά Κύθηρα. 

• (Γ Μίαν ώραν μακράν της πόλεως Κυθήρων, εις τερπνο- 
τάτην. κοιλάδα, κατάφυτον- άπο μυρσίνας και ροδοδάφνας,' 
κείνται διεσπαρμέναι μετ(χξύ κήπων αί άπλοϊκαι οίκίαι χω-. 
ρίου τινός, Αιβάοΐογ καλουμένου. Έκεϊ έφθασα περί τάς αρ- 
χάς μιας νυκτός, άφ' ου δι' όλης σχεδόν της ημέρας πβριε* 
πλανήθην μόνος εις τά δρτψώδη Ορη τί|ς νήσου, ζητών εις. 
-;ήν βιαίαν ασκησιν περισπασμόν τοΟ πάθους μου. Άπηυδη- 
σμένος, κατεκλίθην πλησίον υψηλών κυπαρίίϊσων ύπό το φέγ- 
γος τγ]ς σελήνης, και άπεκοιμήθην . . . Γλυκύς ήχος κιθά-. 
ρας και πολύ γλυκύτερα ετι φωνή με άπέσπασεν άπό τόν 
μπνον. Ή συμφωνία την οποίαν ήκ^υα έμέθυςν άπό νέκταρ 
-τάς αίσθήτεες μου και μ' εφερεν εις τά ήλύσια. Ή φωνή 
|χ' έφάνη εξαίφνης ή γνωστή εκείνη τϊ)ς Ασπασίας... Έκτος ' 
φρενών, διευθύνομαι προς το μέρος δθεν ήρχετο ή θεσπέ- 
σιος αύτη ,ίφμονία. Όπισθεν τών δένδρων, δπου πλησίον 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθΟ§ΐ€ 



— 58 — 

έχο(μιί{ΐ.ην, <χρυπτ€τσ άγροτιχ6ςοΙχος, χαΐ ^ το $ώμά το^ 
Ιστεχεν ή Ασπασία . . • •Ή ^Ασίίάσία, ουρανέ ίι Κς τήν 
άχουσιον αυτήν χραυγήν μου, αι χεΤρές της τρέμουν, τό όρ- 
γανον πίπτβι, χαΐ αυτή άφίνουσα φωνήν, ήτις άντήχησβν 
«Ις τήν χαροόαν μου, γίνεται άφαντος... Τήν έρχομένην 
αύγήν ΙμαΟα δτι 6 οΤχος αύτ^ς,συγγενοΟς τίνος τ^ς ^ΑσΛα- 
σκας, τήν έδέχετο συνεχώς. 

ι^Ανταπεχρίνοντο άρα α{ χαρίίαι μας, ή αΓφνηδίου φό« 
βου αποτέλεσμα ήτον ή ταραχή της ; Έ2?σταζα εις τί νά 
τήν αποδώσω. Πλην ίκ τής στιγμής έχείνης ή δύναμης το& 
πάθους μου χατέστη άχαταμάχητοςι χαΐ φωνή ενδόμυχος 
ήρχισε να μ' έλέγχη τήν λήθην τών φ(λ(Χο^ν χρεών μου. 
Δεν έδυνάμην πλέον νά ζήσω, άπέθνησχα μαχράν τής Α- 
σπασίας. Άλλ' ή προς τον Νιχήστρατον φιλία τυράννιχώς 
μέ ήνάγκαζε νά τήν αποφεύγω. 

€^β τρομεραί άντιπαλεόσείς τής φιλίας μετά τοΟ ίρωτοςΙ 
Ώ εναγώνιοι στιγμαι υπάρξεως ! Εις τήν άνάμνησίν των, 
ίδρώς θανάτου περιχέει άχόμη τά μέλη μου. 

εΕίς τεσί^άρων ωρών άπόστασιν τής πόλεως Κυθήρω^ν 
εύρίσχονται τής αρχαίας Σκανδιναβίας τα ερείπια *. Ποσά- 
κις εΙς τους μεμονωμένους αυτούς τόπους διημέρευσα σύν- 
τροφον Ιχων τήν άπελπισίαν, και τά σκότη τής νυκτός μέ 
κατέλαβον έπικαλούμενον τήν αίώνιον άνάπαυσιν του θανά- 
του ! Ποσάκις εΙς τοίαύτην άγνωστο>> έρημίαν έπεθύμησα 
νά θάψω τήν ταλαίπωρον ΰπαρξίν μου Ι 

εΠρόςέπαύξησιν τών δεινών μου, 6 Νικήστρατος, τοδ 



1. Μ€ταξϋ κΰτ&ν 2ιαχρίνονται τά τουναου τΙ^< *Λφροβίτ«;ς, <1< τΟυ 6κοίοι> 
«Τάν χ«Τρ« «οτΙ φέρ^ντ» Ι«Ι ^άν «ύχαν 1κιχ«λ«Τν,» 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



Οθ03ΐ€ 



ι 



δΛοίου Ιφευγα τήν παρόυσίαν χαί προς τέν όποϊον μ' έπα- 
νεφερεν αίσθη(Λα ©ερμοτέρας Ιτε φελίας, ετρεφεν εις τά 
σπλάγχνα του λύπην άκαταπράϋντον. Με παρεπονεϊτο πολτ 
λάκις δια την προς αυτόν ψυχρότητα τί]ς Ασπασίας^ και 
[Λ8 παρεκίνει να τον συνοδεύσω εις την κατοικίαν της, ώ^ 
νά έζήτει μνστηριωδώς ή ψυχή του την συνδροαήν τϊ)ς φι- 
λίας προς τον Ιρωτα, Έγώ να τόν συνρδεύσω ! . . Εις τήν 
* Ιδέαν [Αονον αυτήν, έπάγρνι το αψά (Αου εις τάς φλέβας. 
Πλην συλλογιζόμενος πάλιν δτι έδυνατο ή επίμονος δρ^*^" 
σίς (χου να με προδώση, Ιτρεμα ν" αποποιηθώ φανερως τήν 
^Γτη^ίν του. 

«ΓΎπεχώρη<5^α τελευταϊον εις τήν ανάγκην και τόν συνητ 
ρ^ολΌύθουν εις τήν οικίαν τής Άσπι^σίας . . . Μαρτυρομαι 
τον οί^ρανόν πατών το κατώρλιό/ της, ποτέ δεν έβεβήλω• 
βα τήν ίεράν φιλίαν π^τε δεν ήτένισα βλέμμα ένρχον προς 
50 πλέον ά^ιολάτρερτον δν τής φύσεως. 

«Δύω μήνες ολόκληροι παρήλθον ούτω, μήνες βασάνων 
χαί αγωνίας. Κατ' αυτό τό διάστημα παρετήρησα και τήν 
^Ασπασίαν παλαίουσαν με πάθος, τοϋ οποίου δεν έδυνάμην 
τότε να γνωρίσω τήν πηγήν, και τόν Νικήστρατον καθ' ή- 
{ΐ.έραν εις τήν ύγείαν του φθειρόμενον άπό τήν σκληράν ύ- 
ποψίαν δτι παρεβίασε την θέλησιν τής Ασπασίας, ζητήσας 
αυτήν συμβίοιν του. 

«Συνέβη έν τοσούτω και ό θάνατος του πατρός μου. Αν 
^ζο δυστύχημα τούτο μ' έπήρχετο εις άλλην έποχήν, δεν 
.^θελα ίσως συναισθανθή τήν δριμυτάτην έκείνην λύπην, ήτις 
^λίγον έλειψε να σαλεύση τόν νουν μου καΐ εις κίνδυνον 
•εξέθεσε τήν ζωήν μου. Άλλ' δταν ή ψυχή ευρίσκεται άπφ 
.^ρρσβολάς άλλας έξησθβνίσμενη, ευκόλως καταβάλλεται 
εις τ^Ί Ιφοδον νέας δυστυ/ίας. 

Ό-Φζβό 5ν ν^οο^ι^ 



3!^ 60 4^ 

^Κατ' έχέίνάς τάς κρίσιμους ημέρας τοΟ πένθους μου ^ 
Νίχήστρατος χαί ή Ασπασία μ' έπεσκέπτοντο συνεχώς, χαί 
εΙς τάς άλλεπαλ7νήλους λειποθυμ&ας μου, συμπτώματα νεΟ- 
ρικης ασθενείας, ήτις με κατέλαβεν, αϊ χεϊρες της ^ΑσπΛ- 
σίας πολλάκις έκράτησαν την νεκρουμένην κεφαλήν μοο, 
χαί πολλάκις ή πνοή της, εις το πρόσωπον μου έπιχεομέ- 
νη, όπήρξεν ή ζωογόνος αύρα, ήτις μ' έπανέφερεν εΕς τήν 
ζωήν. Μίαν ήμέραν, ένθυμουμα^, συνερχόμενος άπό μακράν 
ληθαργίαν, τήν ήκουσα λέγουσαν. «*Ας ήμην ή σκιά τοτ> 
τόσον άγαπητοΟ πατρός του }» Ήνοιξα τους οφθαλμούς• 
^τον μόνη, και ό Νικήστρατος είσήρχετο άπό άλλον θάλα- 
μον, φέρων οξος εις τάς ναρκωθείσας αισθήσεις μου. 

«Μετά παρελευσιν τινών εβδομάδων, άναλαβών ολίγον 
τάς δυνάμεις μου και βλέπων δτι δ Ιρως είχε ^ιζωθή άνα- 
ποσπάστως εις τήν καρδίαν μου, απεφάσισα νά φύγω χω- 
ρίς αναβολής καιρού άπό τά Κύθηρα. Περίπατων μέ τον φ{- 
λον μου μίαν έσπέραν εις τά προαύλια του ναοϋ τής Μυρ- 
τιδιωτίσσης Θεοτόκου, διεκοίνωσα τον άμετάθετον σκοπών 
μου είς αυτόν, και διά νά προλάβω πάσαν άντίστασιν, τον 
παρέστηοα τήν κατεπείγουσαν τής υγείας μου ανάγκην 
ν' αλλάξω κλίμα και ν^ απομακρυνθώ άπό τόπον, δστις μ' έν- 
«θύμιζεν άδιακόπως τήν σκληράν στέρησίν του πατρός μου• 

«Κατά πρώτην φοράν, άφ' ου ήρχίσαμεν νά αίσθανώμ*- 
θα, έμέλλομεν ν' άποχωρισθώμεν και εις ποίαν στάσιν ! . . 
ασθενείς και οί δύω κατά τό σώμα, και τετραυματισμένοβ 
χαιρίως τήν ψυχήν. ^Ανεκαλέσαμεν εις τήν μνήμην τήν 
πρώτην άθώαν ζωήν ^ής παιδικής μας ήλικία^ και τάς πρώ- 
τας ευφρόσυνους ημέρας τής εαρινής μας ώρας. Έστρεψα- 
μεν δμμα θλιβερόν εις τάς τόσας συνοδοιπορίας μας, εις 
ηάς τόσας μελετάς μας, εις τους τόσους άγώγας μας, Έ-- 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



Οοο^ΐε 



*κέιτα ώς έκ του αύτοΟ αισθήματος ταυτοχρ(ίνως ορμώμενοι, 
ένηγκαλίσθημεν και ήτπάσΟημεν δ εις τον άλλον. — Άλ- 

λοίμονον ! με εΤπεν δ Νι/.ήστρατος• ποιος έχΟρο'ς μου α- 
στήρ με κρατεί προσηλωμένον εΙς αυτήν τήν νί)σον, 
και δεν με άφίνε: να σε άκο^νουθήσω ; ,Ειθε οΐ άσπαίίμοί 
μας αύτοΙ να μήν ήναι οι τελευταίοι! . . Δεν ήξεύρω, φίλε• 
άλλ' αισθάνομαι μαρασμόν τίνα έσωτερικόν, δστις με σύρει 
«ρός τον τάφον..• Είπε με, φιλίας δάκρυα εϊν' αυτά, ή ψυ* 
χ9)ς προνοούσης τον προσεγγίζοντα χωρισμόν της άπότά επί- 
γεια;.• Έλθέ, αγαπητέ, να σε θάλψω πάλιν εΙς τα στήθη 
μου, δπου συ έζήτησες νά φέρης τήν εύτυχίαν, τήν οποίαν 6 
θεός δεν προώρισε δι' αυτά. — Αι τελευταϊαι τοΟ ήλιου ακτί- 
νες, άντανακλώμεναι εις το πρόσωπον του, το παρίστανον 
ώχροτερονετι, και εις δλους τους χαρακτήρας του διέχβον τήν 
δύσιν τής ζωής. Τότε πρώτον παρετήρησα καθ'δλην τήν Ικ- 
τασιντήνκαταστροφήν, τήν οποίαν έπέφερεν εις αυτόν ή λύπη• 
α&ϊ ώμίλησεν έπειτα δια τήν κρυφίαν θλίψιντής Ασπα- 
σίας, δια τήν προς αυτόν άκούσιόν της ψυχρότητα, δια τάς 
ύπονοίας του μήπως τήν κατέστησε δυστυχή, ζητήσας νά 
σύνδεση τήν τύχην του με τήν ίδικήν της• με παρεκάλεσε 
δε θερμώς νά τήν ιδώ κατ' ιδίαν πριν τής αναχωρήσεως 
μου, νά εξετάσω τήν καρδίαν της και νά τον απαλλάξω 
άπό τόσον σκληράν άβεβαιότττα. Άντεστάθην έγώ κατ' 
αρχάς. Έπέμεινεν αυτός. Έζήτησα και αύθις νά ύπεκκλίνω• 
Με ώρκισεν έν ονόματι τής φιλίας μας νά μήν απορρίψω 
τήν έσχάτην παράκλησίν του. Ύπήκουσα λοιπόν• 

»Τήν επαύριον, ολίγας ώρας πριν τής φυγής μου, ύπή- 
γα εις τήν οίκίαν τής Ασπασίας. Έμβαίνων, έσυλλογίσθην 
εις τήν άποστολήν μου, και ήσθάνθην τά γόνατα μου νά 
χάμπτωνται. Οί γονείς της έλειπον αυτή δέ, εΙς τον Οάλα- 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



— 6ί — . 

{Λον τΐ^ς δποδοχ9|ς χαΟημένη, Ιβλεπεν άπο το παράθυρο^^ 
προ; τήν θάλασσαν [Λεί^αγχολική. Με ύπεδέχΟη [ΐέ ταραχήν, 
την οποίαν ματρίίως ^ζ^τει να κρύψτ), και με ήρώτησεν αν 
αληθώς έμελλα ν' αφήσω τα Κύθηρα, κα&ώς είχεν είς αύ^ 
τήν αναγγείλει ό Νικήστρα-^ος. Τ' όνομα του Νικηστράτοα 
ενίσχυσε τήν έκλείπουσαν άρετήν μου, και άνεκάλεσε τήν 
γενναιότητα μου. Άπεκρίθην δ^ι τήν ιδίαν έκείνην έσπέραν 
ήμην έτοιμος ν' απέλθω, και τήν ώμίλησα υπέρ του Νικη- 
στράτου με χαρδίαν πλήρη φιλίας και με φλογεράν εύγλωτ• 
τίαν. — ^Ω ! αν έκρέματο άπ' έμέ, με εί^ε, να εκτελέσω τήν 
ζήτησιν σας, πόσον ευδαίμων ήθελα λογισθη ! Πλην ή καρ- 
δία όπακουει ποτέ δυναστιχώς; Βλέπω τόν Νικήστρατον τη• 
κόμενον δι' έμέ . . ^ Ή ψυχή μου συμπάσχει . . . Έπεθύ- 
μουν να μήν έζων . ^ . Δεν δύναμαι νά τόν καταστήσω εύ• 
τυχή . ^ . δεν δύναμαι . . , — ΙΙροκατέλαβ^ν άλλος, Ικρα* 
ξα, τόν πολύτιμον τόπον τής καρδίας σας ; — Έσκάπησεν 
εκείνη, και. τα ρόδα της αίδους έκάλυφαν το πρόσωπον της• 
Άλλ' Ιγώ έκτος έμαυτου, ο:Ώ Ασπασία, τήν είπα, έκχυσε 
τήν καρδίαν σου εΙς φίλον, όστις δια τε7νευταίαν φοράν αέ 
όμιλεϊ, εις φίλον, όστις δια πάντοτε σε αποχωρίζεται. Σβ 
έμνύω ε!ς τήν θάλασσαν αυτήν, τήν μέλλουσαν εντός όλί•» 
γου νά με άπομακρύνη άπό σε, εις τον ένδόμυχον 6ψΐΊ τ1|ς 
λύπης, τόν κατασπαράττοντα τήν στιγμήν αυτήν τά εντό- 
σθια μου, και εις τόν πλησιάζοντα εύκταϊον ει; έμέ θάνα- 
τον . . . ανακάλυψε με τήν καρδίαν σου . . . Βεβαίωσε μ» 
δτι άλλος δεν έχει χώραν εις αυτήν . . . Βεβαίωσε με... — 
Αγνοώ τί άλλο τήν είπα. ΈνθυμοΟμαι μόνον δτι εξαίφνης 
Ιμεινα, εις τό μέσον της ομιλίας μου, άφωνος και τρέμων 
ώς ό συλληφθείς έπ' αυτοφώρω κακούργος. 

«Ή σύγχνσις τής φυσιογνωμίας μου Ιπρόδιδεν, ώς φαίνε-" 



— 63 — 

και^ την ψυχήν μου πλείότέρον από τους λόγους μου, δεότί, 
τυρός άπόχριτιν, εϊ3α τζρίΆτο^ την Άσπα^ίαν νά προσηλόν•)^ 
επάνω μου βλέμμα θλιβερόν, καΐ την ήκουαα ύστερον νά 
λέγη. «Δυστυχία ε?ς τον Νικήστρατον ! Δυστυχία εες σέ! 
Δυστυχία ε?ς έμέ Ι ΤρεΓς τάφους ας άνοίξωσιν οΐ συγγε- 
νείς μας, τον ένα πλησίον του άλλου. Άς ένταφεασθώμεν 
καν όμου, αν δεν έδυνήθημεν νά συζήσωμεν ευτυχώς• Ιδού 
οΐ π^θοι μου δλοι ! Ιδού αί ελπίδες μου δλαε.» Αυτά ει- 
πούσα χαΐ κρύψασα με τάς χεϊρας τό πρόσωπον της, έγινεν 
άφαντος• έγώ δε με τρέμοντας πόδας έξ^ίλθον από τόν οΤ- 
κ<5ν της και δ:ευθύνΟην προς τόν ίδικόν μου, παρακολουθών 
τόν αίγιαλόν. Έγόγγυζον τά κύματα, και ή φωνή τ^ς 'Α.• 
σπασίας επληττεν ακόμη θρηνώδης τάς άχοάς μου. Άκα- 
τασίγαστοι έλεγχοι συνειδήσεως άνεγείροντο συγχρόνως εις 
τά στήθη μου, και με κατεδίκαζον διότι άνεκάλυψα τόν 
ύπεύθυνον ερωτά μου είς τήν Άσπασίαν . . . Πιστεύεις ; 
την στιγμήν έκείνην ευρεθείς επί τίνος αποτόμου βράχου, 
Τρούλος καλουμένου, συνέλαβα τον άμαρτωλόν σκοπόν νά 
κρημνίσθώ εις τήν θάλασσαν, και νά πιω τό ύδωρ τής αιω- 
νίου λήθης. 'Αλλ^ εις τήν θέαν εκκλησίας τινός έμπροσθεν 
μου κειμένης, θρητκευτικόν αίσθημα με άνεχαίτισεν. 

«"Εφθασα εις τήν οίκίαν μου, δπου με περιέμενεν ό Νι- 
κήστρατος, ανυπόμονος νά με ίδί) και νά μάθη τήν Ικβασιν 
της αποστολής μου. Θεέ ! εις ποίαν θέσιν εύρέθην έμπροσθεν 
του ! Ήναγκάσθην νά ύποκριθώ εις τόν είλικρινέστερόν μου 
φίλον και νά μεταπλάσσω την μετά τής Ασπασίας συνομι- 
λίαν μου.., Μετ' ολίγον κατέβημεν εΙς τόν λιμένα και οι 
3ύω, άπεχαιρετήθημεν και απέπλευσα.» 

Έδώ διέκοψεν ό Εξόριστος τήν διήγη:;ίν του, κα'. πολ- 
λήν ώραν απέμεινε- σύννους. Περίεργος ό σύντροφος τής φυ- 



— 6^ — 

λακΐ)ς του ν' άχουση την συνέχειαν τί]ς έξίοττορήσεως τώ^^ 
συμβάντων του, τον ήρώτησεν «Άναχωρήσας άπό τά Κύ- 
θηρα, που διευθύνΟης ; 

«ΙΙοΟ ;... έπανέλαβεν έχεϊνος με δισταγμών, ώς να συν- 
ήρ5ζετο άπό μακρυνούς συλλογισμούς και νά έζήτεί να σύνα- 
ψη τό ν^μα των Εδεών του. 

«Επέστρεψα εΙς την Ελλάδα, θέατρον αιωνίας κινήσεως 
και ακαταπαύστων ταραχών, έλπίσας νά εύρω εις την δρά- 
(ΐτήριον ΰπαρξίν καΐ είς την τύρβην άνακούφισιν των άλγι^- 
δόνων μου. Ή Ελευθερία ύπ^ρξεν ή θεά, την οποίαν εκ 
πρώτης μου νεότητος έλάτρευσα. Είς τους βωμούς της έτρε- 
ξα και τότε νά καύσω πάλιν >ίβανον. Επικαλούμαι μάρτυ- 
ρα την Έλευθερίαν αυτήν ποτέ δςν διέμεινα είς τάς πόλεις 
της Ελλάδος, κυψέλας εκ τών οποίων τρέφεται ή άργιά 
των πολιτικών κηφήνων της. Πάντοτε είς τά στρατόπεδα, 
πάντοτε είς τά όρη και είς τάς πεδιάδας μετά τοΟ μεγάλοο 
Καραίσκου, Ιβαψα και έγώ άπό αίμα τυράννων τά χώμα•^ 
τα τ^ς Αράχοβας και του Διιτόμου.... 

«Ήλθεν είς την Ελλάδα ό Ιωάννης Καποδίστριας, καί 
είς τόν έμφανισμόν τοΟ άρκτωου Διπλωμάτου εφυγεν άπο 
την Ελλάδα ή Ελευθερία. "Έφυγα και έγώ, άκο7νουθών κα- 
τόπιν την σκιάν της. Την ίζήτησα είς την πάλαιαν μεγάλην 
Ελλάδα τ•?]ς Ιταλίας. Άλλ' έκεΤ τό ιερόν της πΟρ, ώς τό 
τ?|ς Αίτνης, ήτον προ πολλοΟ άπεσβεσμένον. Την έζήτησα 
εις την πατρίδα τοΟ Κάτωνος και τοΟ Βρούτου. Άλλ* έκ 
τών ερειπίων τοϋ Καπιτωλίου είδα την Τώμην δεν εΤδα 
*Ρωμαϊον. Την. ανεγνώρισα τελευταϊον είς την Γαλλίαν, 
και είς την Βουλήν τών Παραστατών του δήμου ήκουσα 
συχνάκις την γλυκεϊάν της φωνήν, όταν ένέπνεε τόν Ααφα- 
γέττην και τόν Βενιαμίν Κωνστάντιον. Την απήντησα πολ- 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



Οοο^\(^ 



ι 



— 6δ — 

Χάκις εΙς την πενιχράν καλύβην τοΟ εύθυμου Βερανζέρου, 
χαί ψάλλων μετ^ αύτοϋ άλματα τυραννοφόνα, την είδα να 
ύπομειδια ενίοτε και προς έμέ και να με ύτζόαγετοα δάφνας 
αμάραντους 

ί^Ω τρικυμίαι ψ^χ'^ς μη κατευναζομεναι υπό ούρανόν 
κανένα ! ^Ω ίρωτος ανιάτου όδύναι ! Σεϊς με άπεσπάσατε 
άπό τάς Αθήνας τί)ς Γαλλίας και μ' Ιπανεφέρετε πάλιν 
εΙς την Ελλάδα. 

«Ήλθα περί τα 1830. Προ πολλοΰ ήδη χρόνου ή μετ'έμοδ 
αλληλογραφία τοΟ Νικηστράτου εϊχε παύσει, καΐ ή σιωπή- 
του με κατετάραττβ. Κεραυνός έπέπεσεν εΕς την κεφαλήν 
μου, δταν, φθάσας εις την Ελλάδα, έλαβα την άγγελίαν 
τΐΐς προ ενός έτους σύμβασης τελευτης του, την οποίαν οί. 
φίλοι μου με εΤχον εως τότε αποκρύψει. Ό δυστυχής ! μα- 
βών άπό την ιδίαν Άσπασίαν την μυστικήν προς έμέ κλίσιν 
της και την προς αυτήν άκούσιον άνταπόκρισιν τ^ς καρδίας 
μου, παρητήθη γενναίως άπό την δια γάμου μετ' αυτής σύ- 
ζευξιν, και άξιοθρήνητον θϋμα του έρωτος και τής φιλίας, 
βαθμηδόν άπεμαράνθη* ή δε ^Ασπασία, κινδυνεύσασα κατ* 
αρχάς ν' άποθάνη εκ τής λύπης, άκίμη εύρίσκετο εις τα 
Κύθηρα πενθοφορρυσα και εΙς άπαρηγόρητον θλίψιν βεβυ• 
θισμένη. 

«θεε ! ποίαν έντύπωσιν όδυνηράν Ικαμεν εις τήν καρδίαν^ 
μου ή'πρός έμέ τοΟ φίλου μου -επιστολή, τήν οποίαν ίγρα- 
ψεν ολίγας στιγμάς πριν του θανάτου του Ι Τήν κρατώ έγ- 
χόλπιόν μου.... Τα δάκρυα μου έξήλειψαν σχεδόν τους χα- 
ρακτήρας της, και μόνος έγώ δύναμαι ακόμη νά τήν ανα- 
γνώσω.... Άκουσε και κρϊνε ποιον άνεκτίμητον θησαυρόν 
έστερήθην. 



οίοίΐίζθό ϋγ ν^οο^ι^ 



— 66 -^ 

«Με τρέ[χουσαν χεϊρα σε γράφω.... Αί σκιαΐ τοδ θανάτο!> 
ι^σχοτίζοαν τά δ[/.ματά μου... Αποθνήσκω... ίίλήν 6 τελευ-^ 
ίίταϊοζ κτυτΓος τγ]ς καρδίας μοΰ είναί δ^ά σέ. 

αΉθέλησάς νά με κατασ'τήίίης εδτυχί), παραχωρών τήν 
«εύτυχίαν σου εις Ιμέ, καί δι^ Ιμέ σήμερον άλητεύεες εις ξέ- 
Λνην γην. ΪΙλήν ή θεία Πρόνοια ηύδόκησεν άλλέως. 

«Έδυνάμην νά συνδεθώ δια τοΟ ύμεναίου μετά τγ^^ Ά" 
λσπασίαςι Πολλάκις ττιν εΤδα έτοίμήν νά με άκολαυθ'ήσν) 
3)ώς θύμα Ιις τον ναόν *Αλλά οεν συγκδίτένέϋσα νά φέρω 
3) τον θάνατον εΐξ +ήν καρδίαν της και εις την Ιδικήν σοα 
3)?σως• και καθ' δαον συ καΐ αύτη έσπουδάζέτε νά θυσιά- 
^ί)σ^τέ την έύδαιμονίαν σας εις έμέ^ κατά τόσον έχρεώστουν 
3) και έγώ νά πολεμήσω τον Ιρωτά μου και νά φανώ άξιοί 
»σοΟ καΐ αύτης. Ή πάλη ΰίύτή μ' έφερε τέλος πάντων εις 
»τά χείλη του τάφου. 

«Πολλάκις βασανιζόμενος άπό σκληράν Ιδέαν οτιδι* 
ίέμέ μόν•ν ταλαιπωρούνται ίύω τόσον αγαπητά εις την 
35 καρδίαν μου δντα, ηθέλησα νά σέ γράψω, φίλε, δτι έπεθύ- 
2)|Λ0ϋν νά νυμφευΟη; τήν'Ασπασίαν. Άλλ^ ήμην βέβαιος δτι§ 
ι>ζώντος έμοϋ^ ή γενναία σου ψυχή δεν ήθελε συγκίχτανεύ- 
3)σει ποτέ εις την θέλησίν μου. 

«Σέ δρϊιΐζω σήμερδν εΙς τήν φεύγούσΛν ψυχήν μου, είς 
ίτήν μνήμην τ^ς ίερδς φιλίας μας και ε?ς τά τελευταία 
»μου αυτά δάκρυα, νά σϋζευχθ^ς τήν'Ασπασίαν καΐ νά τήν 
3)κΛταστήσης εύτυχί). Ή έλπις δτι θέλεις εκτελέσει τήν 
ϊυστερινήν μου αυτήν αιτησιν εϊναι ή μόνΐ) παρηγοριά τοΟ 
5>άποθνήσκοντος Νικηστράτού σου.» 

(τ'Αφ^ ης ώρας μέ έν/]γγέλθη το θλιβέρόν τέλος τοΟ Ν^ 
'κηστράτου, έξύπνησεν Ικτοτε εις τά στήθη μου ό άκοίμητβέ 



ΟίΟίΐίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



^. 67 — 

βκώληξ τ9)ς συνειδήσεως• Αυτός Ιδεωξεν άπέ την Μαρδχα'/ 
μου και πόθους, και ελπίδας, χαί π5σαν αΓσθησίν διά τάς 
ήδονάς, χαί πασαν άγάπην διά την ζωήν. 

αΤί να αϊ ειπώ ; Όλίγους μήνας ύστερον ηλθεν εις τ6 
Ναύπλίον ή Άσπα<ίία. "Ετρει^α νά την ιδώ• Ιτρεμα νά 'ϋήν 
6μιλήίίϊ5ΐ>' Ιιβίί ίσως αί τύψεις τοΟ σ^νείδότος μου ήθελον 
μέ απομακρύνει διά πάντοτε από αυτήν, αν α?φ>»ηδίως ή 
δέα της, την οποίαν απέφευγα^ δεν έξυπνα τόν βαθέως εις 
την καρδίαν μου εμφωλεύονται έρωτα χαΐ οέν μ' έδέ^μευδ 
πλησίον της. 

*Ω εξοχαί τοΟ "Αργούς, ποσάκις €?δβτέ την ^Ασπασίαν 
μου δακρύουσαν εις την ένθύμησιν του Νικηστράτου, χαί 
ποσάκις τήν ηχούσατε κάταπραόνουσαν μέ την γλυκεϊάν 
της φωνήν τάς ενδόμυχους ταραχάς μου ! ^Ω έςοχαι τοΟ 
"Άργους, δπου τό ώραιότερον πλαστούργημα τ5)ς φύσεως 
άνεκάλυψε πολλάκ^ς εις έμέ την ώραιοτέραν ψυχήν, καΐ 
πολλάκις άπό τα βάραθρα τ'2)ς λύπης μέ άνήγει^δν εις ού- 
ρανόν παρηγορί&ς ! 

(1 Είναι στιγμαί, φίλε, καΟ^ ας φέροιν εις τήν μνήμην μου 
την προς έμέ τρυφεράν άγάπην τοΟ Νικηστράτου, και κατα- 
δικάζων τήν προς τον Νιχήστρατον έτχάτην διαγωγήν μου, 
θεωρώ τον ερωτά μου ως έγκλημα μυρίων ποινών άξιον. 
^Αλλ* εϊναι πάλιν και άλλαι^ καθ' ας συλλογιζόμενος εξ 
ενός μέρους τοός τόσους μου αγώνας ^ιά νά καταδαμάσω 
τό άκούσιον αυτό πάθος, και νομίζων εξ έΧλου χρέος μου 
νά υπακούσω εις τήν τελευταίαν παραγγελίαν του Νικη- 
στράτου, αποδίδω τά πάντα εις τό Πεπρωμένον, και άφίνο- 
μαι εις τό γλυκύ αίσθημα '^ό σύρον με προς τήν Άσπασίαν» 

αΐΐλήν διατί, ένώ αί ασθενείς μας καρδίαι κατασπαράτ* 
^νται πολλάκις άφ' εαυτών, ευρίσκονται και άνθρωτζρι ζη• 



Ό-φζΘά Ιίγ ν3θΟ^Ι€ 



— 68 — 

^οΰντες τήν εύτυχίαν των εΙς την δυστυχίάν τώ>) άλλων ^ 
Ηαΐος δαίμων καταχθόνιος παρώξυνε κατ' έμοΟ και κατέ- 
στησεν άντίζηλόν μβυ Αύγερινόπουλον τ^να, ευτελή καε ου- 
τιδανόν Πελοποννήσιον ; Αυτός, αυτός, αναφανείς εραστής 
^χί τόσον της Ασπασίας όσον τ•?)ς περιουσίας της, διαβάλλων 
με εις τον πατέρα της, κατασκοπεύων με εις την κερκυρο?ϊ- 
κήν Κυβέρνησιν, δια παντοίων υπονόμων έπεβουλεύθη την 
ήσυχίαν μου και ύπγ)ρξε συμβοηθός της άνιλέου Ειμαρμέ- 
νης μου.» 

Έδώ έτελείωσεν ό Έξόρίστος την {στορίαν του... ΆλΧ' 
εν τοσούτφ άναγνώσταί μου τινές με χττόμα χασμώμενον 
άπό νυσταγμό ν με διακόπτουν λέγοντες• «Μη τόσον έρα>- 
τικός πάλιν, Κύριε συγγραφευ του Έξορίστρυ. Δεν κατα- 
βαίνεις ολίγον άπό τα ύπερφα τ7]ς αίσθητικότητος 
εΙς τα ήθη και εις τα συμβάντα της Ελλάδος ; Δεν φαι- 
δρύνεις και μίαν στιγμήν το μέτωπόν σου με τον σατυρικόν 
γέλωτα, παριστών τα πρόσωπα και τα πράγματα τοΟ και- 
ροΟ ; "Η τάχα, ένω τοσάκις μας έκαμες άλλοτε ν' άγρυ- 
πνήσωμεν άναγινώσκοντες τους εύθυμους στίχους σου, Ιχεις 
σήμερον έρεξιν νά μ&; άποκοιμίσης με τήν σοβαράν πεζα- 
γραφίαν σου•^ — Πάρα πολύ βιάζεσθε. Κύριοι. Το σύγγραμμα 
μου Ιχει ακόμη άρκετήν εκτασίν, και χάρις εις τόσους καΐ 
τόσους πολιτικούς άγύρτας μας, δεν θέλετε μείνει αγέλα- 
στοι και παραπονεμένοι. Αριστοφάνους σκηνάς με ζητείτε ; 
Μή σας μέλη. Παρουσιάζεται μετ' ολίγον εις το κοινόν ή 
γραία Γερουσία τής Ελλάδος με τα μ/) ψηφώμενα Ψηφί- 
σματα της• τήν διαδέχεται ή τρισελευθέρα Συνέλευσις τοΰ 
Ναυπλίου με τους υπεξουσίους Πληρεξουσίους της, με τους 
ΐΡΕυρπολιστάς Ρήτορας της, καί κλείεται το κωμικώτατον 
δράμα των καποδιστριακων οργίων άπο τον αστειότατα^ 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθΟ§ΐ€ 



— 69 — 

Δονχίσ^την Αύγουστϊνον. Ίσως προς 'ζούχοις τϊερί τά τέλτί[ 
θέλετε ίδεϊ ν' αποσπάται ή φενάκη και από συνταγματι- 
κούς τενας άναφαλαντίας. 

Λάβετε υπομονήν, Κύριοι θέλετε ίδεϊ άνατροπάς Κυβερ- 
νήσεων, [χεταβολάς Υπουργείων και διασκορπισμούς Συνε- 
λεύσεων. Θέλετε ακούσει τους παιάνας τών νικώντων και 
τάς θρηνωδίας τών νικωμένων. Εις αύτάς τάς κωμικοτρα- 
γικάς παραστάσεις, θέλετε ίδεϊ κορυφαίους τινάς ύποκριτάς 
ένδυομένους μετά χαράς, ή άποβάλλοντας.μετά λύπης τήν 
χρυσγ)ν θεατρικήν των στολήν, και συγχρόνως πολλά κωφά 
και άλαλα πρόσωπα παρακολουθοδντα εκαστον νεοφανγ] 
πρωταγωνιστήν. 

"Ω ! εις τάς παραμονάς πάσης κυβερνητικές άλλαγ-^ς 
παριστώνται πίθηκοι τζοΧη^^-οί τόσον άστείως σοβαροί, τό- 
σον παιγνκοδώς σπουδαίοι, ώστε πρέπει τις νά κρατί] τά 
πλευρά του γελών. "Οταν ή ανωτάτη βαθμίς τ?]ς πολιτικϊ)ς 
κλίμακος μένη κενή, πόσαι τότε κυλίσεις προς τά κάτω, 
πόσοι τότε ώθισμοί προς τά επάνω τών θρασυτέρων, και εις 
'ολον τον 8ιαπληκτισμ(3ν τούτον πόσος δισταγμός, πόση πε- 
ρίσκεψις εις τά έργα, εις τους λόγους και εις τάς κινήσεις 
τών δειλότερων ! Παρατηρήσετε πρό πάντων τους τελευ- 
ταίους τούτους το έρμαφρόδιτον πρόσωπον των, εκφράζει 
εντελή ουδετερότητα• ή φωνή των δεν Ιχει σχεδόν ήχον δι- 
φορούμεναι και μονοσύλλαβοι αι αποκρίσεις των λαθραία 
και αμφίβολα τά βήματα των δσον το δυνατόν κρύπτονται 
τήν ήμέραν, τρέμοντες μήπως καθ' όδόν άπαντήσωσι συγ- 
χρόνως τους αρχηγούς, ή υπαρχηγούς και τών δύω άμφι* - 
σβητούντων μερών εις τά σκότη μόνον της νυκτός εξέρ- 
χονται ως νυκτερίδες άπό τάς τρύπας των, και τρέχουν 
χρυφίως εις έπίσκεψιν τών αρχηγών του ενός καΐ τοδ ά?ν-• 



ΟίΟίΐίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



.- 70 — 

λου έν ταύτω κό[Χ(χατος. Τέλος πάντων το εν Ικ τών δύβι> 
ύκζριαγύ^ί και καταβάλλει το άλλο• τ(5τε αυθάδεις μέχρις 
άναισχυντίας αί περιφρονήσεις των προς τους νικηθέντας• 
τότε χαρμεπεϊς μέχρις άνδραποοωδίας αί αφοσιώσεις των 
ε!ς τους νικητάς* Δυστυχία εις τους αποτυχόντες, αν τολμή- 
σω(τι να φανώσιν εις τάς ίγοράς^ ή εις τους περιπάτους ! 
Κανέν σκιάδιον υπαλληλίσκου δεν σαλεύει, κάαμία κεφαλή 
δεν κλίνει προς αυτούς, και δλων τα χείλη χλευαστικώς 
ύπομειδιώσιν εις την παρουσίαν το)ν... Γελοίοι έν γένει όλης 
τ^Ις οικουμένης οί πολιτικοί, γελοιότεροι άσυγκρίτως οΕ τ75ς 
Ελλάδος ! 



ΚΕΦΑΑΑ10Ν Ε'. 

δις την έποχήν, καθ' ην συνέβαινον δσα περιγράφομ^ν, 
δ αιγιαλός του Ναυπλίου δεν έστολίζετο καθώς σήμερον 
άπό τόσας οικοδομάς• οίτε ή ανοικονόμητος Οικονομία εΐ- 
χεν ακόμη πωλήσει ώς οΐκόπεδον και την θάλασσαν αύτήν^ 
δια να ευχαρίστηση την δίψαν τόσων αισχροκερδών Πολιτι- 
χών και Πολεμικών μας, ούτε οι Κύριοι τοκογί^ύφοι μας εΤ- 
χον ίχόμη παραδεχθτ] δλοι την μέθοδον του να κερδίζωσιν 
εκατόν εις τα εκατόν, χτίζοντες εφήμερους οΙκίσκους μέ 
όλίγην δαπάνην, δια να τους ένοικιάζωσιν εις τήνύπέρογκον 
τιμήν τών Παλατίων του Λονδίνου• 

Εις οΤκος πρωτότοκος και μονογενής άνυψουτο τότε ε{ς 
το παράλιον, δίπατος, εύ^ύγ^ωρος και κορυφούμενος άπό 
■δωμάτιον έπι6λέπον τον άργολικόν κόλπον. Αύ:ό Ιγινεν ή 
συνήθης κατοικία τής ^Ασπασίας, άφ^ ης ημέρας εΤχεν ίδεϊ 
τέν έραστήν της φερόμενον εις τήν Οαλάσσεον φυλακήν τρυ^ 



ΟίΟίΐίζθό 



5νΟθ03ΐ€ 



— 71 -* 

ΖητοΟσα να λησ{λονήσ>) τους ανθρώπους χαι τάς αδίχίας 
των, σπανίως χατεβαινεν εις τους πατρικούς της θαλάμους, 
δπου άδιαχόπως συνέρρεον οι Γραμματείς, ο{ Γερουσιασταί 
χαί οί οπαδοί δλοι τ'?]ς χαποδιστριακ•ί]ς Κυβερνήσεως. 

Ό τίατψ της (καιρός εΤναι να σχετίσωμεν και αυτόν με 
τους άναγνώ^τας μας), λαμπρδς καταστάσεως ΙΙελοποννή- 
σιος, ήτον μακράν τοΟ να Ιχη τα εύγενΤ) και 6ψη7^ά αίσθή^ 
ματά της• κακαι μάλιστα γλώσσαι διέσπειρον περί αύτοΐί" 
δτι βπλούτησε, ζωοτροφών κρυφίωιί τα εχθρικά μας φρού• 
ρια και τα στρατεύματα του Ίβραίμη. Δεν έπαυεν δμως δια; 
τούτο να χαίρη την ύπόληψιν τών δυνατών τ5)ς ημέρας, νοι 
έπαιν^ται ώς αγαθός πατριώτης και ν' άπολαμβάνη αύτ^- 
χθονίας ατελεύτητα δικαιώματα. 

""Αν καί είχε διατρίψει πολύν χρόνον εις την Μασσαλίαν, 
ποτέ δμως δεν έπέρασεν από την ίδέαν του ν' άλλάξη την 
άσιατικήν του στολήν, ή να παύση ξυρίζων την κεφαλήν 
του. ^ίΙιοΊ μέχρι φειδωλίας οΙκονόμος. Άλλα μοίλλον κενδ• 
δοξος ή φιλοχρήματος, συνείθιζε να ενδύεται μεγαλοπρεπώς 
ώς Σατράπης. Με δλην την προβεβηχυϊαν ήλιχίαν του, έπε- 
θύμει να φαίνεται ακόμη νέος καϊ δια να χαρ^ τάς ολίγας 
φθινοπωρινάς του ημέρας, δις τοΟ μηνός τακτικά έμελανδ^ 
βαφετούς μύστακας του. 

Το θέρος έφ' ήμιδνου Ικαμνε την περιοδείαν και την γε* 
νικήν έπιθεώρησιν τών εκτεταμένων γαιών του• τόν υπεδέ- 
χοντο άσκεπεϊς ο{ χωρικοί του, έστρογγυλαίνετο από θυ- 
ρ,ηδίαν τό πρόσωπον του, και ή έξις αύτη του να βλέπη εαυ- 
τόν απόλυτον κυριάρχην υποστατικών, τά όποΓα δεν έδύνα- 
το νά καταμέτρηση τό βλέμμα του, τόν αποκαθιστά χαρά- 
κτϊ]ρος δεσποτιχοΟ και θελήσεως άμετατρέπτου. 

Διατί έτρεφε τόσην άγάπην προς την χαποδιστρζακήν 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



— 72 -^ 

^Α/5χήν ; \ι6τΐ καΐ αύτίς, καθώς τ<5σοί άλλοι, έξαπατώμέ-*. 
νος, απέδιδε την ήσυχίαν τί)ς Ελλάδος δχι εις την μεσο- 
λάβησιν τϊ)ς τριπλΐ^ς Συ[Λμαχίας, άλλ' ε?ς την πολιτικήν 
έ(Λΐχεφ(αν καΐ σύνεπν τοΟ Ιωάννου Καποδίστρια* Έκτος 
τούτου έβλεπε τόν Κυβερνήτην έχοντα έξιδίασμένην τινά 
κλίσιν προς την Ιίελοπόννησον, την οποίαν έθεώρει ώς στα- 
θεράν Ήγεμονίαν του. Τόν ήγάπα λοιπόν εξ δλης καρδίας 
χαί ώς κτηματίας φιλήσυχος και ώς Πελοποννήσιος. Διά 
τούτο ή πλέον ιερά δι' αυτόν έπίκλησις ητον ή Αότ ο υ Έ* 
ξοχ^της, και οσάκις έπρ($φερε την Α υ τ ο υ Έξοχό- 
τ η τα Ιχλίνεν άπό θρησκευτικών σέβας την κεφαλήν, καθώς 
συνειθίζουν εις τό Διβάνιον οί Βεζίραι και Σεϊχουλισλάμαι, 
δταν άναφέρωσιν την Αύτου Σουλτανικήν Μεγαλειότ/]τα, 
ιρόν κύριον τών δύω γαιών και τών δύω θαλασσών. 

Λέγουν (πρέπει να τό πιστεύσωμεν ;) δτι, εν μεσονύκτιον 
τοϋ Απριλίου μηνός 1831, έτελέσθη μυστηριώδης τις ιε- 
ρουργία εις την οίκίαν του, και δτι έταιρικαί χδϊρες έκίνη- 
ααν πολλάκις σταυροειδώς υπέρ τγ)ς κεφαλής του λαμπά- 
δας άναμμένας• άστεϊοι δέ τίνες προσθέτουν δτι άφ* οδ 
καθυπεβλήθη 6 κατηχούμενος εις πολλάς ερωτήσεις καΐ δο- 
κιμασίας, χορός Έταιριστών έπεφώνησε τό του Μολιέρου• 
α ΒβΏβ, Ββηθ, Ββηβ, 1)βοβ Γβ8ροη(1βΓβ ! 
Βΐ^ηυβ, (]ίξοο8 68ΐ ίηΐΓβΓβ 

Ιο ηΟδίΓΟ (1θε(θ €0Γρ0Γ6•9 

ίΚαλά^ κάλλιστ' άπεκρίθη ! Τί προσμίνομεν ακόμα ; 

Είναι άξιος νά εμβγ) στό τρισέν^οξέν μας σώμα. • 

Άφ' δτου διά της μυσταγωγίας αύτης Ιγινε μέλος τ^ς 

καποδιατρ(ακ'3)ς Εταιρίας, παρετηρήθη δτι ελαβεν Ικτοτβ 

πολλήν έλάττωσιν ή προς τόν Έξόριστον κλίσις του καί 

δτι κατά λδγον άντίστροφον ηυξησεν ή προς τόν Αύγερινό- 



*Γόϋλον εόνοίά τόυ. Έπεεδή δε χρεωστόδμεν ^ά γράψωμέν 
άμερολήπτως, όμολογοϋμεν δτι ό ήρως μας εΤχε και αότός 
τάς έλ7νείψεΐς του. Ό άνήρ ούτος, γενναίων και ύψηλών^ 
- φρονημ^?των, έστερεϊτο άπό τα μικρά έκεΐνα πλεονεκτήμα- 
τα, τα τ($σον άναγκαϊα εΙς την πρακτεκήν ζωήν. Μη δυνά- 
μδνος να συμμορφωθ^ με την κοινωνίαν μας, τγ)ς οποίας 
χατεφρόνει τάς προλήψεις καΐ δεισιδαιμονίας, έφαίνετο πολ- 
λάκις παράξενος είς τά έμματα τοϋ κόσμου, και τά φρονή. 
ματά του, άπαρέσκοντα προ πάντων είς τους γέροντας, .τ07 
άπεξένουν άπό τάς καρδίας των. Έξ εναντίας ό Αύγερινό- 
'κουλος εΤχεν είς ύπέρτατον βαθμόν τήν έπιτηδειότητα νά 
έξοικειοΰται με αυτούς. "Εμπροσθεν των ή έσιώπα, ή, αν 
ήνοιγε τό στόμα του, έπήνει τά παρελθόντα και κατηγορεί 
τά παρόντα. Δεν έλειπε κφμμίαν Κυριακήν άπό τήν έκκλη- 
σίαν. Έγνώριζεν ακριβώς δλας τάς έορτάς τοΟ ένιαυτοΟ, 
δλας τάς τιμάς των πραγμάτων, δλας τάς ειδήσεις τί|ς 
"ημέρας. Διηγεΐτο είς τάς γραίας βίους των Μαρτύρων, ή 
των Όαίων Πατέρων, τους οποίους έξεστήθιζεν άπό τά 
Συναξάρια, και ιστορίας μορμολύκων εξερχόμενων άπό τά 
μνήματα, ή Στοιχείων καθήμενων είς τάς γέφυρας τών 
ποταμών. Τοιούτος νέος πώς νά μη φαίνεται χαριτωμένος; 
Πρό τίνων ήμερων, μετά τόν φυλακισμόν τοΟ αντιζήλου 
του, είχε κινήσει πάσαν μηχανήν διά νά καταφέρη τέλος 
πάντων είς τους σκοπούς του τόν πατέρα τγ]ς Ασπασίας. 
'Αλλ** οδτος, συλλογιζόμενος δτι ό Εξόριστος ήτον πρό- 
θυμος νά νυμφευθ^ και άπροικον τήν θυγατέρα του, και άνα- 
μετρών τά στρέμματα τής γης, τά όποια ήθελεν άναγκα- 
σθ-ί) ν' άποκόψη διά τόν Αύγερινόπουλον άπό τήν ίδιοκτη- 
αίαν του, εύρίσκετο πάντοτε είς δισταγμούς, και δεν έδύνα- 
τρ ν' άποφασίση ούτε υπέρ τοο ενός, όίίτε υπέρ του άλλου. 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθΟ§ΐ€ 



— 7Α ~ 

Έννοήσας τότε 6 Αύγερενόπουλος οτ^ δέν ήθελε φθάσει 
ποτέ εες το ποθούμενο ν, εν οσω εΤχεν ΙμπροσΟέν του τοίου-^ 
τον παρεμπόδίον, κατώρθωσε οιά των [5ο;5ιουργιών του νά 
)(άθϋποβληθί) ό εχθρός του εις πολεμικόν διχαστήριον, δ^ά 

να χαταδικασθί) ως επαναστάτης εΙς θάνατον. 

Την πρω(αν της 25 Σεπτεμβρίου, έδημοσιεύθη &π6γααί(ξ 
τοΟ Κριτηρίου, .χεφαλΓχήν ποινήν έπιβάλλουσα εις τον Έξό•» 
ριστον, ώς ζητήσανταν' αναστάτωση την Στε-? 
ρεάν Ελλάδα κατά τ•ϊ)ςΑότου Έξοχό-τη•» 
τ 9 ς, τουνομ{μουΚ.υβερνήτου, 

Την αυτήν ήμέραν, μόλις εμαθεν ό πατήρ τής Ασπασίας 
«την κατά τοΟ Εξόριστου προφερθεϊ ιαν θανατηφόρον ψήφον, 
και ως να ε?χε περιμείνει τήν καταδίκην αύτου οιά νά λυτ• 
τρωθη άπρ τάς περ• εκλογής γαμβρού αμφιβολίας του, ε- 
τρεξεν εις έβδομηκοντούτην τινά Μνήμονα, τον γνωστότετ 
ρον τότε εις το Ναύπλιον. ^Ητον ούτος ευρωπαϊκά ένδεδυ- 
μένος. Άλλ' εις το τ^τριμμένον άπρ τον πανδαμάτορα 
χρόνον φόρεμα του ειχεν έπ^σωρευθή τόσος ^ύπος, ώστε τό 
περιλαίμιόν του προ πάντων Ισχιλβεν ως ό κηρωτός ίστός^ 
Εϊχε τούζ πόδας λ^πτοΐίς ως καλάμους, ετρεμον ίτζ.^ γ. ρας 
αΐ σιαγόνες του, και ή κιτρινόλευκος ρυπαρά κόμη του έλη- 
γεν όπισθεν εις οΟράν, τήν οποίαν ή γαλλική έπανάστασις 
ρέν είχε δυνηθή νά )ίθλρβώ•η. Άφ' ου, διπλώσας εις δύω 
τον ύψηλόν σκελ^τόν τρυ, έπροσχύνησε ταπεινως τον ^αθύ-" 
πλουτον πολίτην '^ής Πελοποννήσου, πριν ακόμη τον προσ-;• 
;ιαλέση νά καΟίση, τον εΤπεν ότι έχ πρώτης νεότητός του 
εσπούδασε τά νομικά εις τό Παταύϊον, δτι έπειτα έχρημάτισ§ 
θαυμαστός Συνήγορος εις τήν βενετικών Δημοκρατίαν, δτι πρό 
^ικοσι π€ρίπ<>υ ετών έπέστρεψεν εις τήν κλεινήν πατρίδα του 
"5?^ς Πάτρας, και δτι εσχάτως, δόξα εις τον Νομοθέ^ην 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



ι 



— 75 — 

Γεννατδν τόν κα^'ανίααντα προς τοΤς ίλλαις χα{ τέ πέρΙ 
Μνημ^νίρν κ^φάλαιον, καπίτολοιχ(Λ μνημοναρουμ, 
•ζ^οχεσεν ένδοξως•νάμετέρχ$τα, εΙς την Πρωτεύουσαν τό έπ- 
άγγεϊνμά του• τέλος δέ• πάντων κυψας μέχρι ποδών τήν 
κεφοίλήν του, (^λάβετε, εΤπε, πανευγενέστατε, τον κόπον να 
καθήσετε. Είμαι δλος εις τάς προσταγάς σας. Όρίζετε ϊσως 
Ίο^σας κο^μω την διαθήκην αας, τεσταμέντουμ τεστα^ 
μ$.ντό ρ ουμ ;•!-^Όχι• με συγχωρείται, θέλω εν νομικον 
σχέδιαν προικοσυμφώνου. — Νομικον σχέδιρν, τό οποίον λέ*> 
γεται Λ«ινιστί νίμικουμ νομικορουμ; Έδώ εΤμαι, 
Κύρι^' προστάξετε με — Να.-^ναι . άπαράλλακτον καθώς Θέ- 
λω τό υπαγορεύσει, κατέ λέξιν, με ολην τήν ένδεχομένην 
ίκρίέειαν, με δλους τους τύπους. — Με δλους τους τύπους, 
τό όποϊον λέγεται Λατινιστΐ τύπικουμτυπικ^ρο^μ; 
Μάλιστα• αμέσως.» 

Έ^αλεν.ό Μνήμων τάς ύέλους είς τα όμματα του κ^Ι 
ήρχισε να καταστρώνη τό συμφωνητικόν 6 δε πατήρ τ•ί}ς Α- 
σπασίας, είς πάν κτ•?)μα παραχωρούμενον εις τόν γαμβρδν 
τον^ίφινε βαθον αναστεναγμών, δμοιον μ^ έ^κεϊνον, τοΟ οποίου 
κ<5πτει 6 χειρονργός κάνέν γαγγραινωθέν μέλος. Μετάτήν ό-τ 
δμντ^ράν οιύτήν έργασίαν έπιστρέψας εΙς τήν οικίαν του, έμή- 
νυσετόν Αύγερινόπουλον, δστις, ώς νά εΤχε πρρμαντεύσει τα 
αίτιον τΨ^ς προσκλήσεως, εφΟασεν αμέσως, πετών άπό χαρά ν • 
'Λφ^ου ό γέρων τόν υπε^έχθη καθήμενος σοβαρως,ώς ό Ναπο- . 
λέων ^ίς τήν ςιγμήν του νά χαρίση κάνέν διάδημα, ΑΠ τόν είπε 
ζίξροβήχων• «ημείς οί πατέρες κοπιάζομεν §ιά σ5ς τα τέκνα 
μο(ς, 9^ γέροντες ήμεϊς δια σόϋς τούς^έςυς. Ό πόθος σου, υίέ, 
ΗίΟν,έξδτελέσθη. "Απόψε γίνονται οι αρραβώνες σου. Ηδέ και 
'εόπροικοονμφωνον,ί^ΕΙς τήνάνάγνωσιν του πολυτίμου έγγρά- 
90^1 ό .ΑΟγ^ρινόι^ουλος έγ^νεν δλος λάμψ&ς και χαρά. Ποτέ 

6 



ΟίΟίίίζθό ι^ν ^ 



^ 7θ -^ 

άχορέστου ΐΓ7ν6ονεξιας μειδεα[Λα το:οδτόν ^^εν έφαίορυνδ^ 
άνθρωπου πρόσωπον. Ήσπάσθη πολλάκις την δεξεάν το& 
μέλλοντος πενθεροΟ του, χαί δεν εύρισκε λέξεες νά έκφρά- 
στ] τήν άκραν εύγνωμοσύνην του. «Λοιπόν τό έοτπέρας, I- 
πρόσθεσε μετά μυριας διαβεβαιώσεις υιϊκ7]ς αγάπης κοιι υπα- 
κοτ)ί, θέλει έξασφαλισθγ) τέλος πάντων ή ευδαιμονία μου; 
Ή Ασπασία γνωρίζει την διαταγήν σας; — ΤοΟτο είναι ίδι- 
κή μου φροντίς. 11:οσκάλεσε τους συγγενείς και φίλους σοο• 
θέλω προσκαλέσει και εγώ τους ιδικούς μου. ΘέλωΙχείμου- 
σικήν, δεΤπνον μεγαλοπρεπές, και τα πάντα θέλουν γίνει έξια 
έμουκαί της θυγατρός μου•» και άποχαιρετήσας τον φαΐ• 
δρόν Αύγερινόπουλον, άνέβη εις τό δωμάτιον τ7)ς%\σπασίας. 
Ό κοιτών ούτος ^τον μικρός• άλλ' εΤχεν ώραιοτάτην 
θέαν, έπεκτεινομένην μακράν προς τήν θάλασσαν. Έστολί- 
ζετο από έπιπλα πολυτελή) και άπό ανθοφόρα σκεύη αλα- 
βάστρου. Εις τους τοίχους έκρέμαντο ζωγραφίαι παριστώσαι 
άγροτικάς τοποθεσίας, ποίμνια βόσκοντα εις χλοερά λιβά. 
δια, καταρράκτας πίπτοντας εις φάραγγας, αετούς πετών 
τας έπι τ•?)ς έρημου, καΐ πλοϊα κλυδωνιζόμενα εις πέλαγα 
άχ-ανές. Ήτον έκεϊ έξεικονισμένη και ή μήτηρ τ^}ς Ασπα- 
σίας-, άποθανουσα πρό τριών ετών ε?ς τά Κύθηρα. Πλησίον 
τ1)ς είκόνος αύτί^ς έκάθησεν 6 γέρων. «Αι! κόρη μου, εΤπεν 
ε!ς τήν Άσπασίαν, • δεν ζ^ πλέον ή μήτηρ σου. Έγώ γηρά* 
σκω καθ' ήμέραν. Μετά τήν θλιβ^ράν άποβίωσιν τοΟ Νιχη- 
<χτράτου, ή ασθενής υγεία σου με ήνάγκασενά βραδύνω τήν 
άΐϊοκατάστασί>/ σου...— Τήν άποκατάστασίν μου ] Εις τήν 
γ7)ν αυτήν, πάτερ μοα, δεν υπάρχει ευτυχία δι' έμέ. Έπδ- 
θυμουν ν* άπέλαυα τήν αιωνίαν άνάπαυσιν τής μητρός μοθ• 
— Αί σκοτειναι αύται ιοέαι σου πηγάί,ουν άπό τόν έρημον 
βίον <50Ό* Νομφευομένη και εις τήν ένεργητικήν ζωήν τοί>^ 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 




-1^ η — 

χ^[χου έμβαίνουσα, θέλεις αλλάξει διάΟεσιν. Ό Αύγερινί* 
τϋΟϋλος, νέος μέ σπάνια προτερήματα...— Ό Αύγερινάττου- 
λος, πάτερ μου !... ποτέ... ποτέ...» *Η φωνή της έξέλειπει 
χαΙ οι οφθαλμοί της έπλημμύρησαν από δάκρυα. 11(πτουσα 
-ίπειτα εις τους πόδας τοτ> πατρός της, «άφήτέ με, είπεν, 
άφί)τέ με ν' αποθάνω κάν ήσύχως... — Έδωκα ε{ς τον Αύ- 
γερινόποηλον την δπόσχεσίν μου, άπεχρίθη αυτός με μέτω- 
πον κατηφές. — Ή ίδεκή μου δεν εξέρχεται άπό το στόμα 
μου οόδέ με την τελευταίαν άναπνοήν έφώναξε λαμβάνου* 
σα τόλμην ή Ασπασία. — Γνωρίζω, επανέλαβε μετ' όργί]ς δ 
γέρων, γνωρίζω την αίτίαν. Απόψε δμως άρραβονίζεσαι, 
και δταν πληροφορηθ?)ς δτς ό αίτιος τ^ς πρώτης αότ'}}ς προς 
έμέ παρακοϊ)ς σου δεν θέλει μετ* ολίγον υπάρχει, και συ 
αότή θέλεις ευλογεί την άπόφασίν μου.» Εΐπεν αΟτά, καί 
κατέβη άπό τον κοιτώνα της. 

«Δεν θέλει με τ^ ολίγον υπάρχει» άδτάς τάς 
λέξεις με τρέμοντα χείλη έπανέλαβεν ή Ασπασία• αύταΐώς 
κεραυνός έβρόντων έπί τ^^ς κεφαλ'7]ς της• αύταΙ αντηχούν είς 
τα βάθη τ^ς καρδίας της. Ηθέλησε να περιπατήση ολίγον 
άλλα κλονηθειια είς τους πόδας της, Ιπεσεν είς τό Ιδαφος 
λειποθυμημένη. Εις τ^ΐς πτά^^εώς της τόν κρότον, εδραμεν 
ή πιστή τροφός της, και μόλις τήν άνεχάλεσεν είς τάς αι- 
σθήσεις της. αΜήν τόν φονεύετε... έκραζε ΧΓ/ουμένη ως πα- 
ράφρων ή Ασπασία• μήν τόν φονεύετε..— -Τί ακολούθησε, 
κόρη μου ; τήν εΤπεν ή τροφός της. — Τόν έρβστήν μου φο- 
νεύουν... Τρέξε, δια τους οίκτιρμούς τοΟ θεοΟ, τρέξε να μά- 
δτ]ς τί έγινε. . Δ έ ν θέλε ι με τ' ό λ ί^γο ν υπάρχει!... 
Τ(:έξβ νά ίο^ς, καί φέρε με τόν θάνατον, ή τήν ζωήν.— - 
^.Υπάγω νά εξετάσω* ειπεν ή τροφός της περίλυπος.» Έξήλ- 
©βν αμέσως άπό τήν οίχίαν, καί μετ' όλίγην ώραν έπέσ'^ρε- 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



ψι.— Τί άχοϋσ^ςί•.. την ήρωτψ^ τρέμοααα ή ΆσπασέΛ.•--*• 
'Λλλρί^ιιανον ί Τί να 06 το κρύψο> ; Κατεδιχά^θη, λέγουν, 
εΙς θάνατον άπο χ,Οές, ^Ακό(Λη δμ^ο^ς δεν εϊν^ι βέβαιον» *Εχδΐ 
& ί^^ς, τέκ^/ον μου. Μήν απελπίζεται• ίαωις. . •— Τετέλε- 
αται !..... . Άποδνψκοι)^ τροφός μου, και άποθνήτκω με %ΐ'» 

κρ^ύς έλεγχους συνειδή(7ε(3ί>ς... Φωνή βρηνώ.δης σπαράττ©^ 
τά Σπλάγχνα μου..* «Ό έρως (του, με λέγε:, άφαιρεε τήν 
ζωήν άτνά ταν ίραστψ αου.)> Ναέ, ό &ανά<χιμο.ς αντίζηλος 
του ό ΑΟγερίνότΕουλος τ^ν ^υ^ίάζει, έλτϋίζων να δίαδεχθ^ 
τον τρπον του εις την καρδίαν μου... Έξ αιτίας μου άπο-• 
θνήσκει δ μόνος και άχώρίστος φίλος τί}ς ψυχί)ς μαυ • • • 
Διατί 3εν δύναμαι να τον ιδώ ;... «Διατί δεν δύναμαι νά τον 
είπώ; Έγώ σε Καταβιβάζο εις τόντάφρν. Έγώ θ.έ?^ω σέάχο* 
ΧρυΟήσ^ζ.^ Έζήτηαεν ή τροφός της^^ά τγιν ποιρηγορήαΐ}. σΈν• 
θυμεισαι, την εϊπε χύνουσα πύρινα δάκρυα ή. 'Α,απα^ία, Ινθυ^ 
μεϊσαι οτι προ μηνών ολίγων Ιρρο^πτα μόνη την νυμφικήν 
στολήνμου; 4υτή θέλω^ σήμερον νά ένδυση τα λείψανα μ.ου*%. 
Όχι, οχΐ" άν ό πατήρ μου εχτ^όλέγην εύσπλαγχνίαν, δ|ν &ελ^4 
απορρίψει την τελευταίαν παράκλη,σίν μου..• δέν θέλει εμπο- 
δίσει νά θάψουν το νεκρόν μου σώμα εις τρ ίδιον μνήμα,δ.ποι> 
θέλει Γΐταφιασθή το αΕματωμενον ^τώμα του βραστού μου.*• 
— ^Ίφες με, ειπεν ή τροφός της, ολίγον νά συλλογισθώ•. 
Ίσως ήμπορέσωμεν νά τόν λυτρώσωμεν. *Ίσ<ι)ς ήμπορέσωμεν 
νά κερδίσωμεν με χρήματα τους φύλακας του... — Οι λόγοι 
<ϊου μ' επαναφέρουν εις την ζωήν... 'Ο γλυκύτατη, έλπίς !.•• 
Αάβε, αγαπητή μου, τους θησαυρούς μου δλους• Αάβε, τάν 
χρυσόν μου δλον, και τρέξε εις την φυλαχήν του νά τ^ν 
σώσης... Νά τόν ίδω μίαν στιγμήν, και ύστερον άς έκπνευι? 
σω.>. *4^λ' ή ταραχή μου μ' έκαμε νά λησμονήσω. Δεν σέ 
δΐπ(» την δυστυχίαν -μου δλην. *0 (?κληρός πατήρ μου υπό•^ 

Ό-ΦζΘά ϋγ ν^οο^ι^ 



— Ϋ9 •- 

ίτχεται άπίίψε τήν δ$ξίάν (αοο εις τόν Αύγερ^νόττουλον.— 

Είς τόν Αύγερινόπουλον !... Μή <ϊυγχίζε'7αί δ.' αυτό, 'Τε- 
κνον [Λου. Εΰχολον εϊναι νά το αποφυγής. Ζώήν αίνον 
νά έχτ} 6 εραστής σου.» 

Άλλ^ άς άφήσωριεν ολίγον τήν Άσπάσίαν και την τρο- 
φών της σκετΓΓομένας περί τΙ]ς άπολυτρώσεως του Εξόρι- 
στου, και άς έκθέσωμεν, έν ^υντόμφ κατά ποιον τρόπον εΤ- 
χε γίνει ή κατ' αύτοΟ έγκληριατική αγωγή και ή δίκη του. 
■^ .Την οεκάτην πέμπτην Σεπτεμβρίου, υπ^γεν επισήμως εις 
τά Βούρτζιον 6 Δημόσιος Συνήγορος, τ) μάλλον ε?πε?ν Κα- 
τήγορος του Κράτους. Επειδή δέ ή Ελλάς ελα€β τήν εύ- 
τυχίαν ν' άλλάζη καθ^ εκαστον έτος νομοθεσίαν κα^ δικανι- 
χήν όνοματοθεσίαν, Γσως ήΟελεν εΐίθαι καλήτερον, άν ή 
χρονολογική τάξις το έσυγχώρει, νά τόν ένομάσωμεν ^Επί- 
τροπον τής Επικρατείας^ κ^α^ ακόμη καλήτερο,ν Εισαγγε- 
λέα. Εέσηλθεν εις τήν φυλακήν γλυκύτατος χαί <ραιδρότα* 
τατος, ώς νά εφερεν αγγελίας χαρΑ;. Έπήνεσεν είς τόν• 
'Εξόρι^στον- τήν θεσβν τοΟ Φρουρίου ώς ώραίαν καΐ σκηνο• 
γραφικωτάτην, και τήν έν τώ μέσω τών κυμάτων έο/;μ(αν 
του ώς προσφορωτχτην διά φιλοσόφους κατοικίαν. Έζήτη- 
σεν έπειτα χάρτην 'καί μελανοίοχειον, και με άκραν εύγε• 
νειαν εϊοεν εις τον Έξόριστον, παρόντος και τοΟ δεσμοφύ• 
λακος. α*Ηλθα, Κύριε, νά κάμω τήν έ^έίτασίν σας. Πλην* 
τούτο- δέν πρέπει νά σάς. δυσαρέστηση κατ' ουδέν. Δεν σάς 
λ^xνθάνει πόσον είμαι φίλος της άθωότητος^ και δ,τ( κάν- 
ψ^νΐβ τό χάμνω διά το καλόν σοις. 

>Εατηγορε?σθε, Κύριε, δτι έζητήσατε νά οπλίσετε τήν• 
γ^έρσοΊ Έλ)νάδα κατά της Α.υτου Έξοχότητος, τοΟ νομί• 
^ου Κυβερνήτου τής Ελλάδος.- — Ός τοιούτον άέν τόν άνα.• 
γνωρίζω έγώ.--:::•0 Κύριος είπεν δτι δέν αναγνωρίζει τήν^ 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθΟ§ΐ€ 



— 80 — 

ΑύτοΟ *Εξοχ^τητα. Μαρτυρεί και συ δεσμοφύλαξ, καΐ έγώ 
τά γράφω εις την Ικθεσιν. (Δια το καλόν σας, Κύριε, τό κά- 
μνω, και μη σόίς κακοφαίνεται.) 

ίΚατηγορεϊσθε, Κύριε, δτι έγράψατε γράμματα επανα- 
στατικά εις πολλούς Όπλαρχηγούς τγ]ς στερεοίς Ελλάδος. 
Ε{ς τοΟτο τί έχετε ν* άποκριθ?)τε;» Βλέμμα περιφρονητι- 
κάν ε^^ιψεν έ Εξόριστος εις αυτόν και δεν κατεδέχθη νά 
προφέρτ) λέξιν. ο: Ή σιωπή τοΟ Κυρίου σημεϊον παραδοχϊίς, 
Ικραξεν 6 Δημόσιος Συνήγορος. Ώμολόγησεν ο Κύριος δτι 
Ιστειλε γράμματα επαναστατικά εις πολλούς Όπλαρχη- 
γούς τΊ^ς στερεοίς Ελλάδος. Μαρτυρεί καΐ συ δεσμοφύλαξ, 
και έγώ τό γράφω είς τήν Ικθεσίν. (Μήν έξάπτεσθε^ Κύριε,^ 
|ΐαί τό κάμνω διά το καλόν σας.) 

«Δεν ύπήγετβ. Κύριε, εις τήν Τδραν; — 5χι. — τΔέν παρε!>- 
ρέθητβ, Κύριε, εις τον Πόρον; — Όχι. — Και είς τά δύο εΐ- 
πεν 6 Κύριος ίχι• έφώναξεν ό άνθρωπος τοΟ νόμου* Δύω αρ- 
νήσεις ποιοϋσι μίαν κατάφασιν. Συγκαταφάσκει λοιπόν 6 
Κύριος δτι και ύπήγεν είς τήν "Υδραν και παρευρέθη είς 
τον Πόραν* Μαρτυρεί και συ δεσμοφύλαξ, καΐ έγώ τό γρά* 
φω εΙς τήν Ικθεσιν. (Μή χολοσκάνετε, Κύριε, και διά τό κα- 
λόν σας τό κάμνω.)» 

Είς τό αναιδές τοΟτο σόφισμα Ιγινεν όλος οργή 6 Εξό- 
ριστος, και με κεραυνοβόλων φωνήν «φύγε, τόν είπε, δορυ- 
φόρε τοΟ ΚαποδιστριαχοΟ ψεύδους. Οργανον τής γεννατικί|ς 
στρεψοδιχίας ί... — Έξι>βρίζει δ Κύριος τό άτομον τής Αύ- 
*τοΟ Έζοχότητος. Έγκλημα καθοσιώσεως. Μαρτυρεί και σύ 
δεσμοϊύλαξ, και έγώ τό γράφω εΙς τήν Ικθεσιν. (Μή θι*μό- 
νετε, Κύριε, και τό κάμνω διά τό καλόν σον). » 

Άφ^ ου ό Δημόσιος Συνήγορος έτελειωσε τήν έξέτασιν, 
ίΐινεχάρτ^ τόν ίξόρισταν διά τόν γενναϊον και άνεξάρτι^ο'ΐι 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



Οθ03ΐ€ 



— 81 -^ 

5(^οιραχτ1}ρά του, ίστις -ίόν άνεδείκνυεν, εΤπεν, άξιον ':9^ γε^ν^ 
νικί)ς δπολήψεως του Ιθνους. Έηειια με άχραν εύγένειοιν 
χαί [ΐέ τό «Κύριε» πάντοτε εΙς τα χείλη ένεχείρισεν είς 
αυτόν τήν Ικθεσιν, παραχαλων να •ζθελε την τιμήσει μέ την 
ύπογραφήν του. Ε{ς την άπάρνησιν του Έξορίοτου, έξεφώνη* 
σε πάλιν το σύνηθες έφύμνιόν του• «Μαρτυρεί και συ δεσμο- 
φύλαξ, και έγώ το γράφω εΙς την Ικθεσιν.» Μετά τοΟτο 
ίσφιγξε φιλιχώτατα την δεξιάν του και τον άπεχα^ρέτησε, 
λέγων με στόμα γλυκύτερον μέλιτος δτι Ιμελλε μετ' ολί- 
γον να τον έπαναϊδί), και τοϋτα πάλιν δια το καλόν του- 

Καί τφ όντι έφύλαζε τον λόγον του. Την είκοστήν τβ* 
τάρτην τοΟ αύτοΟ μηνός, έφέρθη ό Εξόριστος σιδηροδέτμιος 
ίνώπιον του εξαίρετου ΈξαιρετικοΟ Δικαστηρίου, δπου 6 
χαλός μας Δημόσιος Συνήγορος τον έχαιρέτησε πάλιν εύγε- 
νικώτατα, τοΟ εσφιγξε πάλιν την δεξιάν άδελφικώτατα,^κύϋ 
υατερον άρχισοις την κατ^ αύτοΟ δημηγορΓαν του^ έζήτη- 
σε^ν από τους Δικαστάς,. εΓς τον καταν^>κτίκώτατον έπίλο- 
γόν του, (δια το καλόν πάλιν τοΟ Έξορίστου), να έπιβληθί|" 
χεφαλική ποινή ε{ς αύτάν,. ως έπαναστάτην καί 
ύβριστήνέν ταύτώ τϊ)ςΑύτοΟ Έξοχάτητ 
τος, τοΟΕυβερνήτου τ9)ς Ελλάδος. ΈΟεμε- 
λίωσε δε δλα τά επιχειρήματα χαί τάς αποδείξεις τ•3)ς κοι* 
τηγορίας του εις τήν έξαγόρευσιν• του Έξορίστου. 
Τό Δίχαστήριον τοΟτο συνίστατο άπό πέντε μ-ελη Ιν προς 
Ιν εκλεκτά. Τά προεδρεύον δίδκρίνετο τών άλλων άπό τήν 
έωσφορίχήν του φυσιογνωμίαν, και ή κάτωχρος ως τό θεϊον 
ίψις του έμαρτύρει δίψα^/ αίματος, του οποίου έφαίνετο να 
μήν εΤχεν ουδέ ^ανίδα εις αάς φλέ€ας. «Έχεις ν' άντιτά- 
ίΐ^ς τι προς άπολογίαν σου κατά του Δημοσίου Συνηγόρου;; 
ι^^ώτησε με άπαίσιον τόνον φων^Ις τόν Έξόριστον^ 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



~ β« — 

κ^(6ν), ^Είχόί. ν^ αντιθέσω ^ολλά.^ Πλην ήν άθώωσί^ μοο δϊ- 
νλε ^ί^-ΐα&'κη σας, Μέ πόϊον δίΧΛίωμα έχεφοτονήθητ^ σεΤς 
Κριτ«{ *ΤόΟ ί^'ίους^ χαι ώς άπλοϋν δδίορ χύνετε χ6 άν$ρώ*•^ 
ΐ€ΐνον αίμα; Άλλα τ|)1μετε!... Ή τελεαταία ώραΜ< έ^λν}^ 
•<ίίỀν.., ΈξύΤδνησεν ή Έλλάξ. .. 4>ονέυ<ϊατέ με ... Αύ^ 
^θέλδΐ μ* ίκδικηθ^^. » 

«Ό Νάμο^, έτίανέλαβεν δ φονικός Πρ^δροί^ ίτρόΐΤίάζ^ε 
νά τ^μωρη65)ς με θάνατον. Δυνα^α^ 6μω(ί νά έπίχαλεσθ^ς 
δι'.ήμώντήν εύίϊπλαγχνίαν χαΐ το Ιλεος τί)ς ΑότοΟ Έξο)^ί- 
'τητος, τ^ΰ Κυβερνήτου τ^ς Ελλάδας. — Έγώ νά ζητήσα> 
τήν ζωήν ώς χ^ριν !... *Α(ρ1]τ4 μέ τάς χ^ϊρδίζ μίαν (τηγμ1)*> 
ίλεΐίθέρας^ χαί τότε ^λέιεετε ϊροϊος θέλεί ζ'ητήαειχάρίν.» 

'Αφ' ίοδ «νεγνώ(ίθη έι^ι Κριτηρίου ιις τόν Έξόριίτον ή 
Λίατ' «ύτοΟ θόενάτηφόρος άΐϊο'φασίς , μείτεφέρθη ττάλίν ΐΓ€)ρί 
'ίην ίίτπεραν εΐ^ τό οεομωτήρίον. Αί^θανόμενος εις τήν δε^* 
ν^παθοϋιϊαν ψυχήν-'ϊου ανάγκην απομονώσεως- διάνα συν- 
έλθη χ«4 νά χαΐταμετρήση ^ην την δ'νίστυχίαν τοί>, ίχλεί- 
υβη μόνρς Βχς ερημον χοχτω^ησκον του φρουρίου^ χαί μετά 
τρ&λλών ωρών εναγώνιους συλλογισμούς μόλις εδρεν ^λί* 
γην άνάπΛοσίν εις του διτνου ^ήν άναισΙησί^ν» Ή άπεο* 
Χ*»ιία 6?δη^ς τ?}ς καταδίκης του ιτερι^λθεν ολην ^ήν φυλά- 
κήν, χαί τήν άχόλουθον Όΐύγήν δ νέος Πελοιτον^ήσιος, είς 
τόν όποιον είχε ^αχοινώσει τά συμβάντα τ•?|ς ζω'9]< ^οο^ 
ήλθε προς αυτόν περίλυπος. 'Αφ' οδ πολλά (Σ>μίλ•ησαν, «αδ- 
τήν την νύκτ^, τον είπε δακρύων 6 Εξόριστος, εΙδά τον 
άγαπητόν μου Νιχήστρατον. Το πιστεύεις; Τόν είδα είς τό 
άμυδρόν ^ώς τ'^ς σελήνης, τά είσδύον άπό τό ύψηλόν καέ 
στενόν το5το παράθυρον ^ . . *^Οχι> δεν ώνεφευόμην . . . Μ*^ 
δλόν δτι τά βλέφαρα μου •ξσαν άπό την άγρυπνίαν ^^ο^τα* 



ΟίΟίΐίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



~ 8» — 

Γμ^έ^α, δεν είχον 3μως κλβϋσΟί) άχ(ίμη . . . Τίν^ «ίδ« ώχρον 
.. κίίΐδως εί(; την έιχάτην ή^χέραν τοΟ άκογωμ^μ,οΰ μα:^ λ^Ι 
μέ ήνοιγε σιωηίηλός, τάς άγχάλας του. Συλλογισθείς οτί 
μετ'όλίγβν άποδϋθτ|Λαι την υλην ως έχεϊνος, «ή/νθες φί/.τα- 
τε, τον ε?πα, νάμ* έπκικεφθτ^ς εις τάς τελευταίας στ^ι'^χάς 
τ^ς άναχωρήτεώς {χου άπά την γ^ν ; Περ'μενε με όλ''γον, 
χαΐ θέλομεν οδοιπορήσει όμοϋ.Λ Αότά λέγΓον, άνεση '^ώ^^/ην 
διά νά τον ασπασθώ . •. Άλλ' εκείνος Λ3υστ!ίχ'})ς ^\σπα- 
^ία !» κράξας με ι^^νήν κλαυθμηράν, εγινεν άρανΐος.» 
. Έν^ ή ^νθόριησ^ς τ^ς ερωμένης τοα δέν άφινε τόν Έ- 
ξόριστον νά βλέπη με άναλγητον ίίμμα τόν πλησιάζοντα 
θάγοιτ^ του, ή Ασπασία, μετά πολλούς δισταγμούς πάρα-• 
ραδοθεισιχ τέλος• πάντων εις τάς συμβουλάς και εΐζ τήν 6- 
δηγίαν τ^ς τροφού τη;, προεμελετα νά δραπέτευση δια νυ• 
κτός άπο τόν πατρικών της οίκον, διά νά τρεξη προς Λπο* 
λυτρωσςγ του έραστοδ της και ν' άποφύγη συγχρίν«ος τόν 
Αύγερ^νοπουλον. Ή έλπις τής επιτυχίας μετριάζουσα 
την -Ολίψιν της, τήν «αθίστα όπωσουν ήσυχον καθ' δλον τό 
έπίλοιπον μέρος της είχρστής πέμπτη; Σεπτεμβρίου, και 
φ π^τήρ-της χ^χίριαν- διά τήν μετα€ολήν αυτήν, τήν όΐϊοίαν 
ρπέθβτεν αποτέλεσμα μεταμε^Ν^ίας και συμφρονήσεως, Ικα- 
μνεν ετι μέίλλον προθύμως τάς προπαρασκευάς τών ά^^α- 
βώνων της δι\έκείνην τήν έσπέραν. Ματαίως ή ^Α<ϊτρασία, 
βασανίζομένη άπό τήν ίδέαν δτι έμελλεν ή φυγή της νά 
χοινολογηΒ^, έπροφασίσθη δτι τήν έλειπον αναγκαία τίνα 
στολίδια, και τόν έζήτησε ν' άναβάλη τήν τελετήν διά μίαν 
μδνον ήμέραν. Αποκριθείς 6 γέρων δτ^, άν εΤχε 'χρ^ί^^ 
κανενός πράγματος, έδύνατο νά τό δανεπΟή άπό κ<^ •μίαν 
(ϊυγγεν^ της, εστειλεν άμέσιος εις δλους τους Υπουργούς; 
χαΐ Γ«ί>βασιαστάς τί)ς Αύτου .'Εξοχδτητος. ιτρο.<ϊχλη?ι.κά' 



ΟίΟίίίζθό 



ίνΟθΟ§ΐ€ 



~ 84 — 

γραμ.μάτ(α9 τά διιοϊοι διά το ίπίση(Λίτερον εΤχεν άχ^μιΐ} τι^ 
κώσει, καίύπ5)γεν ό ίδιος εΙς τόν Άρχηστράτηγον Αύγου- 
στϊνον^ παραχαλώνταπεονώς τήνΠανεκλαρι- 
«ρ^τητά τ ο υ να ή θελε τιμή σ ε: τόπτωχικ6>^ 
τουμέτάςδάφνας τί|ςστρατηγικ•^ςτου δό- 
ξης. Προητοίμασε τράπεζαν συβαριτικήν δίά τον Κόριον• 
Κόμητα, και προ πάντων δια τά σεβαστά μέλη τ^ς Γερου- 
σίας, τά όποϊα έκ πείρας γαστρονομικές έγνώριζον πίσην 
ίχει έπι^^οήν εις τόν έγκέφαλον ή ευλογημένη κοιλία, καΐ 
δια τοΟτο έλο^μβανον έξιδιασμένην φροντίδα περί τοϋ σημαν- 
τικοΟ αότοΟ μέρους τοΟ σώματος των. ,Έξέθεσεν έπιδεικτι- 
χώς δλον τόν άργυρόν του, και κατεκόσμησεν δλους τους 
θαλάμους του με πολυτελή] κειμήλια και με χρυσοκέντητα 
μεταξωτά υφάσματα. Μετά τοΟτο έζήτησεν επιμόνως άπα 
την μονογενή θυγατέρα του νά στολισθ^ με τους πλουσιω- 
τέρους τιμαλφεϊς λίθους της. *Τπήκουσεν*ή Ασπασία. Άλλα 
με ποίους παλμούς λύπης, με ποίου; έλεγχους συνειδήσεως 
^ήναγκάζετο κατά πρώτην φοράν ν^ άπατήση τόν πατέρα 
της, διά νά σώση τόν έραστήν της ! 

Είχεν αρχίσει νά νυκτόνη, καί οί ύπηρέται κατεγίνοντο 
ν' άνάψωσι τους πολυάριθμους φανούς καί πολυελαίους, 
δταν μετά πολλών ωρών άπουσίαν έπέστρεψεν εις την οΐ- 
κίαν ή τροφός ιΐ^ς Ασπασίας, καί την είπε μυστικά λό- 
γους τινάς, οί όποιοι διέχυσαν την χαράν εις όλον τά πρό- 
σωπον της. Μετ' ολίγον έφάνη καΐ ό Αύγερινόπουλος όλος 
εύωδιάζων άπό μΟρα καί συνοδευόμενος άπό πολλούς συγ- 
γενείς του. 'Όσους στολισμούς επιδέχεται ή μαχαρία φου- 
στανέλα, δλους τους εΐχεν εις την ίδικήν του. Με την δβ-^ 
ξιάν χεϊρα Ιβαλλεν εις συμμετρίαν τους μύστακας του, 
τίΡ^Ι μέ την άρίστεράν έπαιζε τά εκ τϊ^ς ζώνης κρεμάμενα 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



— 85 ~ 

χορτάλλινα ΐΓατ€ρη(ΐά του, φροντίζων έν τοσούτφ νά φαινε-^ 
ται χαί τό σμαράγδινον νυμφικών του δαχτυλ(3(ον, το ό-^ 
ΐϋοΓον ήρχετο ν' άνταλλάξη. Είδε μακρόθεν τή>* Άαπασίαν 
άκτινοβολοΟσαν άπό αδάμαντας. Έπροχώρησε με βί|μα βρα- 
δύ προς αυτήν, τρίβων τό μετωπών του και συλλογούμενος 
νάέφεύρη κανένα πνευματώδη χαιρεπσμόν. € Κυρία μου!- 
τήν είπε τελευταϊον, προσηλόνων τα όμματα εΙς τ6 έκ μαρ- 
γαριτών βαρυτιμον περιδέραιόν της, εις το μέσον τοΟ οποί- 
ου έλαμπε λιθοκολλητος ή εικών της• πόσον θαμβόνει την 
δρασον τό έκ τοΟ λαιμοΟ σας κρεμάμενον άντίτυπον τί)ς 
μορφ1)ς σας ! Συγχωρήσατε με ν α σδς τό ειπώ• πρό πολ- 
λοΟ κρατώ είς τά φύλλα τής καρδίας μου άντίγραφον αύ- 
τ1)ς, ίσον άπαράλλακτον τ^ πρωτοτυπώ. — Κάνέν δίπλωμο^ 
σας άναγινώσχετε. Κύριε Αδγερινόπουλε, ή κάνέν προικο- 
σύμφωνο ν ; τον ήρώτησεν εξαίφνης εΐς άστέΤος, διακόπτων 
την άγχινουστάτην μεταφοράν του. — Ή αηδής εΙρωνεία νά 
μή λείψη ποτέ ! άπεκρίθη στραφείς προς αυτόν 6 Αύγεριν/5- 
πουλος. Πάντοτε σκωπτικός ; Πάντοτε πρόθυμος νά θυσιά- 
ζετε τον καλτρτερον φίλον εΙς τήν χειροτέραν βωμολοχίαν;» 
χα2 πλησιάσας περισσότερον εις τήν Άσπασίαν, έξηκολού- 
θησε νά τήν όμιλί) με χαμηλήν φωνήν, είς τό πείσμα τοϋ 
περιέργου άκροατοΟ του. ^Αλλ' εκείνη με πολλήν έπιτηδέι- 
^τητα και χάριν απέφυγε πδσαν όμιλίαν, και απεσύρθη άπό. 
-τόν θάλαμον. ε*Η σκληρά με άπο^^ίπτει ...» είπε κατ' 
Ιδίαν 6 Λύγερινόπουλος. Έπειτα βλέπων τό πρόσωπον του 
εΙς τό άντικρυνόν κάτοπτρον, αμά τόν θεον, έπρόσθεσε, δέν 
εΤμαι νέος διά ^ίψιμον . . . θέλει συναισθανθή τό άδικόν 
της• θέλει με αγαπήσει με τόν καιρόν.* 

Ήρχισεν έν τοσούτφ νά συ^^έη κόσμος πολύς, δτε ή Ά-• 
Φ^βσία χαί ή τροφός της έξήλθον κρυφίως άπό μικράν όπί•^ 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθΟ§ΐ€ 



^ 88 — 

τΰνοιάριον χαι δίδνίΟύνθνραν ττρός 'ϋό φρουρίου του Βουρτζίοτί• 
αΠοϋ (Λδς δττάγοον ; . . . ήρώτηΰεν ή Ασπασία τήν τρο-^ 
φιόν της, άφοϋ άπ6|Λακρύνθησαν 4λίγον άπό τό^ αίγιαλόν. 
"Έχδίς βεβαιότητα δια τήν πίστην των ; . . Έγώ τρέμω... 
— -Σέ τό είπα, κ<5ρη μου* οί κωπηλάται αύται είναι άνθρω- 
ποι τοΟ χαλοΟ Ύδριώτου, εις του όποιου τό σπήτι θέλει 
χρυφΰ-ϊ), άφοϋ τόν γλυτώσωμεν άπό τήν φυλαχήν Μή σέ 
μέλει• ολα τά έπρίβλεψα• εχω άγορασμένον τον φύλακα 
του. Ό θ^ός βοηθ<ίς, και τόν έλευΟερόνομεν.-^Καί που εί- 
ναι τό σπήτι αυτό του Υδραίου;.. — Έδώ, εις τό παραθα- 
λάσσιον. — θεέ μου ί /. Εις τό Ναύπλιον δλοι τόν κατα•- 
τρέχο^ν . . .* Είναι τίσοι κατάσκοποι ! . . *Αν. τύχη και μά- 
θ«ον τό μέρος, 5που θέλει καταφύγει; .. — Εις τό ]>ίαύπλιον 
δεν έχει να σταθτ) παρά- μίαν ή δύω- ήμέρζχς τό πολύ, Ιως 
νά ευρεθώ) ευκαιρία διά τήν *Ύδραν. — Άλλος ακόμη συλ^ 
λογισμός με βασανίζει... Τήν στιγμήν αυτήν με προσμένει 
ό πατήρ μου . . . Ποίαν λυπην 61λει δοκιμάσει, δταν με ζή- 
τηση και δεν μ' ευρη ! .. . Με τι πρόσωπον εις τό εξής ίγχα 
πλέον γά τόν ίδώ ; . . » 

Έφθασαν ε?ς τό Βούρτζιον. Με κλ^πτοφάναρον ε?ς τήν 
χεΤρα τάς απεδέχθη 6 δεσμοφύλαξ, και, δ^ά να μή κάμΐ} 
χρότον, πατών εις τους δνυχας των ^οδών τοίί, τάς ωδή- 
γ /ρε ν εις τόν-κο^τωνίσκον του Έξορίστου, δστις πλησίον 
σβύνοντος λύχνου έκοίμδτο τήν στιγμήν έκείνην ωχρός κ«1 
με κόμην άνεστραμμένην. Εις τό θέαμα τούτο άφ-ζισε χραυ• 
γήν άκούσιρν ή ' Ασπασία, και ό Εξόριστος, άνοίξας τους 
οφθαλμούς και νομίζων δτι Ιβλεπε καθ^ υπνον τήν έρώμέ- 
νην το^, «διά τελευταίαν φοράν, είπε, παρουσιάζεσαι εις 
τ' ίνειρίν μου, Άσττ^σία ; . • Ήλθδς νά μέ;άίίοχαίρ6τήσ'»|; 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



-- 87 — 

ίϊ^Ιν 'ϋώ ©ανάτον (ΐοΐί ;,•— 'Ιδέ μ«, άγά7η}τέ • . . ^Α>«γνώ- 
ρισ« τήν-'Ασίίο^ίίίαν σαυ • .. . -^ θεέ ! . * Είς την γϊ)ν, ^Μ 

ίΟΜ οόρανόν ^ύρίσ^ρμαι ; . . ^Όραμα βλέπω; . . 'ΕζυπνοςδΤ* 
[Λβι^ . , 9 χαί χ^ίμα^ροί; δακρύων έ^λημμύρει τα έ(ψατά 
τ^ϋ, χριί σπασμώδης κλαυθμος διέχοπτε την φωνήν τ«ϋ• 
€ 0λθ^ νά αϊ άπολντρώσω• τον εϊπδ ή \4<τ.πασία, χαταβ|)|^ 
χουσα τάς χεϊρά<ί του μς τά δάχρυά της. Μη χάνωμεν και* 
ρόν. *Όλο* συν(άμού(Τ(ϊν κατά σοΟ. Έδώ είναι πλοιάριον Ιτοι- 
μον δια νά σ^ φέρη ε{ς το Ναύπλίον, καΐ οίκος• έκεϊ φιλί* 
χές διά^ νά κ^^^ιφθ^ς ά,κο τά όμματα των δημίων οβυ.^-^'^Αί-' 
φες με ν^ ΐιέ {δφ . , . "Άφες νά χαρώ την μακαρίαν αάτην 
στιγμήν ^ . ^ '€τ?ο(νερχόμδνβς άσό τον βάνατ^ν εις τ:^^ 
ζίρήν, άτϊο το σκέτος τίΐς φυλακί]ς εις τβ <ρώς τί|ς άγγελι•}^ 
κης παρου(7(ας σοΡ) δεν δοακρίνω ποϋ ευρίσκομαι, ή ορα^$ 
μου Οαμβρν^ται καΐ.τό λογικοΜ μου έκλε(ηε& ... ι χο^ι μέ 
ς/ροδρςύς ^λ:όνς^υς καρδίας έξελθών άπο την φυλακήν, έμ- 
βηκε με την Άσπασίαν και με την τροφόν αύτί]ς εις τά 
σί(ά({^ς^ άφοΒ άντέμείψε και αυτός με άορθονον χβϊ^α τόν 
δείϊμρφύχακρι. Είς. την συντομον διάπλευσίν των, οι δυστν• 
χεΙς έρασταί μόλις έλαβον κοίιρόν νά διηγηθώσιν & |ϊς εις 
τόν άλλον ρβα Οπέφερον μετά τόν χωρισμών τ<ϋν, και. όταν 
έφθασαν εις τό παράλιον, ααΰριον θέλω σε γράφει τά χατ^ 
4μέ, εϊιιεν εις τόν Έξόριατον ή ^Ασπασία. Αά.βετήν επιστή- 
θιο ν μου (ίύτήν εικόνα, υπό την οποίαν τοσΰ^κις Ιπαλεν ή 
3(αρδία μου, τρέμουσα διά τάς ημέρας σου . • . Λάβε την 
ώς ένέ/υρον τ^ σταθεράς μου αγάπης . * . Ά ς. με άνακα- 
λη αυτήν εις την μχήμην σορ, δ(?ον άκόμτ} καιρόν ή σκλη- 
ρά τυχή μας άΐΓοχχι;ρίση. 3 

Και ό μεν. Εξόριστος, άκ^νου&ή^ας ε^^ατφν πιστ^^ν χώ•" 
«ηλατ^ν, δ^ευδυνβη τςράς την οίκίαν\τοΟ Ύδραίρυ, βπου 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



2:- 88 ~ 

{μιλλύ νά χραφβ^• ή ίε Ασπασία χατεφυγέν άς ίνα τ^ 
Προνοίας οίκίσκον, τόν όποιον ή προβλεπτική τροφός της 
εΤχε φροντίσει νά ένοικιάσΊί), καΐ άπό έκεϊ Ιγραψεν αμέσως 
βίς τόν πατέρα της δτι προέκρινε μυριάχις ν' άποΟάνη, παρά 
νά δεχΟί) την δεξιάν τοΟ λύγερίνοπουλου, και δτι, αν εκεί- 
νος επέμενε ζητών νά την θυσιάση, εΐχεν αύτη άπόφασιν νά 
βάψη τάς λοιπβς ημέρας τ';)ς ζω9)ς της εις κάνέν Μοναστήριον. 

Άς στρέψωμεν τώρα τά Ομματα εις τόν πατρικόν της 
οίκον, δπου τά πράγματα ελαβον αρκετά κωμικήν [ΐ.οργ'ψ, 
*Ηλθον κατ' αρχάς οί Κύριοι Υπουργοί τ9)ς Αύτοϋ Έξοχό- 
τητος, είς το μέσον των φέροντες τόν θούριον άνδρα, τόν 
Αύγορστίνον Καίσαρα, έπειτα ο{ σεβάσμιοι ΓερουσιασταΙ 
καΐ τό άνθος τώ^ χαποδιστριζόντων. Μόλις οί μάκαρες .αυ- 
τοί έπάτουν τό κατώφλιον τοΟ μεγάλου θαλάμου τί)ς ύπο- 
δοχ9)ς, χαί δύω ύπηρέτιδες, ή μία έκ δεξιών κα{ ή άλλη- έξ 
αριστερών, τους έρράντιζον με ροδόσταγμα και τοός έκάπν(• 
ζον με αρώματα. 

Καθήσας ο Κύριος Κόμης και λαβών τάς συνήθεις Φΐλο« 
φρονήσεις, μετά πολλΛς τ7)ς σοβαρότητος άπέτεινε τόν λό- 
γον προς τόν πατέρα τϊ]ς "Ασπασίας. α*Αν δεν εΤχα, τόν 
εΤπεν, Ιδιαιτέραν άγάπτην προς την οίκογένειάν σου, δεν ήθε- 
λα δεχθή απόψε τήν πρόσχλησιν, επειδή αδριον, πριν φέξτ] 
ακόμη, αναχωρώ διά τήν Έρμιόνην, διά νά καθυποτάξω τήν 
^Τδραν. Ό Κύρ Αόγερινόπουλος, νυμφευόμενος τήν θυγα- 
τέρα σου θέλει αποχτήσει δικαιώματα. εις τήν εύνοιάν μου. 9 
Και πολλο( τών παρευρισκομένων ύπεμειδίασαν πονηρώς, χ,αΐ 
δ Κί>ρ Αύγερινόπουλος έσηχώθη αμέσως, και με βαθύτατο ν 
σέβας έπροσκύνησε τόν εύμενέστατον Κόμητα. «Άλλ* ή 
Κυρία φιλτάτη σας δεν φαίνεται• έπρόσθεσε γηραιός τις Γε- 
ρουσιαστής, όστις, γαργαλιζόμενος -^δη άπό τήν δια^^εομ^* 



-- δ§ ^ 

νην τόβ [Ιαγείρέίόυ εδωδίαν, ηθέλησε να Ιπιταχυνν) τήν ώρα^ 
τοΟ συμποσίου. Ό Κύριος Κόμης δεν δύναται νά χρονοτρι- 
βήσΐ} έδώ πολύ, επειδή, ώς Στρατηγός, Ιχει νά δώση πολλάς 
διαταγάς και νά σκεα^θί) ώρίμως περί -ροΟ πολεμικοϋ σχε- 
δίου, έχ τοΟ οποίου κρέμαται ή σωτηρία τ1)ς Ελλάδος και ή 
^ξόντωσις τών κακόβουλων της'Ύδρας.ϊ Ό πατήρ τ5)ς 
Ασπασίας, νεύσας εις μ(αν βεραπαινίδα νά πλησιάτη, εμή- 
νυσε τήν θυγατέρα του νά Ιλθη αμέσως, και καρδία τοΟ 
Αόγερινοπούλου έσκίρτησεν άπό χαράν. Ό ανυπόμονος μνη- 
στήρ εΤχεν ήδη τους οφθαλμούς προσηλωμένους εις τήν 
θύραν, οτε ή αυτή θαλαμηπόλος επέστρεψε μέ σύγχυσιν, 
τήν δηοΙαΊ δέν έδύνατο νά κρύψη, καί είπε μυστικά εΙς τόν 
αύθέντην της δτι έχ^θη άπό τήν οίκίαν ή Ασπασία. 

Ό πατήρ εξέρχεται τεταραγμένος . . • Ό Αύγερινύπου• 
λος ώχριδ, ύποπτεύσας ευθύς τήν δυστυχίαν του • . . 0£ 
προσκληθέντες αρχίζουν νά κρυφολαλώσι καί νά ^ίπτωσδ 
βλέμματα πονηρά εις τήν άλλοιωθεϊσαν φυσιογνωμίαν τοΟ 
Αδγερινοπούλου . . . Μετ' ολίγον 6 οΙκοδεσπότης μηνύει 
έ5 ενός μέρους εΙς τήν όμήγυριν δτι έρχεται, εξ άλλοα 
ατέλλει ανθρώπους καί ο ίδιος τρέχει προς άναζήτησιν τής 
Ουγατρός του εις δλας τάς συγγενικάς του οικίας. . . Πολ- 
λή ώρα παρέρχεται. . . Ό Στρατηγός τής Ελλάδος, κατα- 
φλεγόμενος άπό άρειμάνειον πΟρ, ζητεί μάχας • . • θέλει 
ν* αναχώρηση . . . ^Εξαίφνης εις άνεπιτήδειος υπηρέτης 
έμβαίνει, κρατών Ιν γράμμα . . . «ΆπόποΟ αυτό τό γράμ** 
μα;... φωνάζει 6 Αύγερινόπουλος, τρέμων καΐ νομίζων 6x1 
Ιφθασεν ή έγγραφος άκύρωσις του προικοσυμφώνου. — Τώ- 
ρα τώρα τό έφερε κάτω ένας ξένος, καί άριέτως έφυγε . • • 
Φαίνεται άπο τό έπανώγραμμα νά ή ναι άπό τήν Κυρίαν 
^Ασπασίαν . . . Αάβετέ το, Κύριε, καί δταν γυρίσΐ} ό αΟθέν- 



^ 00 ^ 

^ΐ}ς άν έξω τοδ το δίδεται— Δεν δΤν'έδώ , • ^ ή ^Ασπ^-ί 
σίβι!•. λέγει καθ' εΛντόν $ ΑύγερΐνόπΘυλος•'δέν εϊν' εδώ!..» 
χαί ή φωνή έ)ίΐίνέει εΙς τα χείλη του, \4νΰπίμονος νά ί9?$ 
τ( έ(Απεριέχζ{ τό γράμΐ]ΐ.α, χαί &έλων ν' άποφύγτ} την περε- 
εργειαν 'ίών Οεο^τών, μεταβαίνει εάθΟ; εις άλλον θάλαμον, 
άν^'γει την έτι^στολήν, την άναγινώ^Χεί [ΐέ ιτα^φορββ; λύβτ^ 
ση^, και μη τολμών ν<?ι φαν% πλέον είς την ^νανασ'ίροφ'ί^ν, 
γίνεται άφβιντος. - . . - ' 

Έν τοσο6τ^ έπεστ^^έψεν ό πατήρ τ^ Άσηα<?ί<χς, άφ' όδ 
ματαίως τήν έζήτησε > εις αλων τών συγγενών του τβις• ΟΓν 
κίας, χαΐ νομίζων δτι δεν ειχεν ή φυγή της φανερ^ρθή,, βζη- 
τφ, είπε, συγγνώμην άτ^ο τήν έντιμο ν (7υνάΟροϊ(?ιν^ χαί προ- 
πάντων ά;^ τον Ιΐανεχλαμπρ^τατον, ίν αίφνήδιο,ς ά<ϊθενεΐΛ 
τ•^ θυγατρίς μου δεν τήν συγχωρεί} ^ά πα^ουαιάοθ^}. ΧάρΙτι 
6εί<χ όμως, άφ' ου έφλεβοτομήθη, ε6ρίβ>($τα4 ί5θλί> καλήτβ 
ρα, χαι πα^ιακαλοΰνται οί Κύριοι να μήν ήθ'ελ-ο^^ άκομη άπ 
4λβει.ί( Συγχρόνως ήρχισεν έξω ή μουσική να παίζη εν ^ 
δισμα πολεμικόν, χαί ο Στρατάρχης Κόμης, ώς ν^ειχεν ά^ 
χούσει σάλπιγγος ήχο.ν, ζωσΟείς ευθύς τήν ^ομφαίαν τβυ, 
έτρεξε. νά παρασκευασθώ) δια τα τίεδία του Άρεως• Ήσ.αν 
δλοι ετοίμρι νά διαλυθκί^σιν^ δτ$ εΐς Γερουσιαστής, βλέπων 
παρα<^κευασμένον εις τον πλησίον ^ά\(ψ,0Η δεϊπνον μεγαλρ-ϊ 
πρεπές^ «Κύριοι, έφωνα.ξε, δεν μετα€αίνομεν άπό το μέρος 
αυτό. εις το άνταρυνον έκεϊνο ; Ή Κυρία φιλτάτη τής τι-" 
μιότητός τρυ, καθώς βλέπετε, έπρόλριβε τά κακ^ό-ν, και δίν" 
. ξϊναι πλέον εις χφνένα κίνδυνον. . . "Επειτα, κατά τον σοφάν ' 
Άρίστοτέλην, το καλό φαγητόν άναπαίει τάς μ^γαλη-τέρας 
λύπας, χαΐ 6 λάρυγξ έχει μεγάλην σαγγένειανμέ τήν κα(Η. 
ϋβν. Αί 1 πάλιν δεν θα σχάσωμεν άπό μελαγχολίαν ... ' 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθ03ΐ€ 



— 91 — 

β^Έ ! χοΟ ί έλοίστε. 
Φδρτβ, )αρΛστε 
Βάλτε, νά πιουριε, 

Κά εύφρανθου(Α€• » 

Ή γνώμΐΐ] του εμβριθούς Γερουσιασΐοΰ ένεχρίθη ό(ΐοφώ- 
νως. Υπουργοί και Γερουσιασταί, Γραμματείς χαί Φαρι- 
0αΤθ(, όλοι συνεδρίασαν περί την τράπεζαν, χαί άφ' ου κατ* 
3(ίρον ί^αγον και άωθόνως Ιπιον εΙς δγείαν τοϋ οίχοδεσπί• 
του και του άπίντος γαμβροΟ, έΐϊέστρεψεν ίκο^στος εις τα 
ίδια. 



ΚΕΦΑλΑΐΟΝ ΣΓ. 

. Φθάσας ό Εξόριστος εΙς το άσυλόν του, έζήτησεν ευθύς 
νά 1δ5) τον μεγαλόψυχον οίχοδεσπότην, δστις έρριψοκινδύ- 
νευε δια νά τον σώ^η άπό τον θάνατον. Άφ' ©υ άδελφικως 
τόν ένηγκαλίσθη, «γενναίε άνθρωπε, τον είπεν, οί χαρα- 
κτ-ί)ρές σου δεν με είναι γνωστοί. Άλλ' ή ευεργεσία σου αύ- 
τη με συνδέει με σε δια βίου. — Σε γνωρίζω έγώ έκ φήμης, 
άπεκρίθη άντασπασΟείς αυτόν ό καλός Τδραϊος. Αι πολ- 
λαι σου έκδουλευσεις προς την πατρίδα, δ έξορισμός σου 
άπό το Ναύπλιον, και δσα εσχάτως έπαθες άφ' ου σε συνέ- 
λαβον εις την Σαλαμίνα, μ' έφιλίωσαν με σε, και χρέος 
μου άπαραίτητον ένόμισα νά σε βοηθήσω εις αυτήν τήν πε- 
ρίστασιν.» 

Ό νησιώτης Ο'^τος ήτον έκ τϊ^ς μεσαίας κλάσεως, και 
είχε τ' αρχαϊκά ήθη τ?]ς Τδρα^ς. Ειλικρινής φίλος της ε- 
λευθερίας, άπεστρέφετο τήν καποδιστριακήν Κυβ^ρνησίν Ικ 

7 



--92 — 

πρώτης άρχ-^ς, και χατ' έκείνην μάλιστα την έποχήν, χαθ' 
^ν ήρχισεν αύτη άνερυΟριάστως να χαταπολε|Λί) την νί^οόν 
του με ξε'νην ναυτίχήν δύναμιν. 

Ανυπόμονος να μάθη δ Εξόριστος εις ποίαν στάσιν ήσαν 
τα πράγματα τίίς Ελλάδος, εΤπεν εις αυτόν. «Εξερχόμε- 
νος άπό φυλακήν, δπου έμεινα δλόχληρον μήνα έστερημένος 
πάσης συγκοινωνίας, ευρίσκομαι σήμερον εις παντελή ά- 
γνοιαν των διατρεχόντων. Είναι ακόμη έλπίς ν' άποτινά- 
ξωμεν τόν ζυγδν τοϋ Κερκυραίου; — Είς αυτόν τον κόσμον, 
άπεκρίΟη στενάξας δ ΤδραΤρς, φαίνεται να επλάσΘησαν οί 
χαλοι δια νά βασανίζωνται, και οί κακοί δια νά εύτυχώσιν. 
Ό Καποδίστριας θριαμβεύει. Εις ολίγας ημέρας καταστρέ- 
φει την Ελλάδα . . , — Και ή άντιπολίτευσις της "Ύδρας ; Οί 
τόσοι λόγιοι άνδρες, οί έκεϊ συσωρευθέντες; Οί τόσοι πολιτι- 
κοί αρχηγοί τ^ς Πελοποννήσου, οί εκεί καταφυγόντες ; Ό 
Μιαούλης ; Ό Κριεζ•^ς ; Ό Μαυρομιχαλικός οιχος, δ κενών 
την Μάνην δλην ; Τί γίνονται δλοι αυτοί ; — Καθώς βλέπω, 
τω δντι δεν γνωρίζεις τα τελευταία συμβάντα μας, και είς 
δλίγους λόγους θέλω σε τα εξιστορήσει. Μετά το καύσιμον 
του δίκροτου μας εΙς τον Πόρον, ή 'Γδρα συνεκάλεσεν έθνι- 
κήν Συνέλευσιν. Πεντήκοντα Πληρεξούσιοι άπό τό Αιγαίον 
πέλαγος, δεκατρείς άπό την Μάννην έπί κεφαλής των έχον- 
τες τον Άντώνιον Μαυρομιχάλην, δ Ανδρέας Ζαίμης άπό 
την Κυναίθην, δ άξιος υιός τοΟ ενάρετου Κανακάρου Βενι- 
ζέλος "Ρουφος άπό τάς Πάτρας, χαί άλλοι Πελοποννήσίοί 
συνί)λθον είς την "Ύδραν. Ή πρώτη πράξίς των ήτον νά 
διακηρύξωσι τόν Ίωάννην Καποδίστριαν εκπτωτον τ^ς άρ- 
χ'3|ς, χαί νά συστήσωσΐ νέαν Κυβέρνησιν είς τάς επαρχίας 
τάς δποίας άντεπροσώπευον. Διά νά δυνηθί) δε ή Μάννη νά 
Ικχυθί) και νά διακοζνώση την έπανάστασιν είς την λοιπήν 



ΟίΟίΐίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



— 95 — 

ϊΐ€λοπόννη<τον, έσπευσαν νά στείλ^ιίσιν ιΐς αδτήν πλοία με 
χρήματα χαί πολεμεφόδία• Άλλ' έξο«φνης έφάνη πάλιν ή 
σύμμαχος τοϋ Καποδίστρια ξένη ούναμις, χαί χατέχαυσεν 
εις έχείνα τά μέρη τον στολίσκβν μας• Μετά τοΟτο έδιώχ- 
Οησαν τά πλοίά μας χαί άπά το Αίγαϊον, χαί σήμερον ή 
'^ϊδρα, 6χι μ^νον εΤναι εις στενόν άποχλεισμόν, άλλα και 
κινδυνεύει νά έξολοθρευθ^ άπό πολυάριθμον στράτευμα, 
συναθροιζίμενον καθ' ήμέραν εις την Έρμιονην διά νά χά- 
μη άπόβασιν €ίς αυτήν.— Οι Στερροελλαδϊται, ό στρατηγός 
]Βάσος πρό πάντων, δεν έκινήθησαν ; — Μετά την σύλληψίν 
σου εις την Σαλαμίνα, παρε/νύθη δλον το σχέδιον τί]ς άνα- 
στατώσεως τ^ς Στερεδς Ελλάδος, καΐ τά πλοΤα, τά 6τ:οΪΛ 
' Ιστειλεν εΙς την ν5|σον αυτήν ή *Ύδρα διά νά παραλάβώσι 
τον 2τρατηγόν Βάσον, ήναγκάσΟησαν νά ύποχωρήσωσιν εις 
την Τωσσικήν Μοίραν καΐ νά έπιστρέψωσιν άπρακτα— Και 
εις τοιαύτας δεινάς περιστάσεις, ό Λάζαρος Κουντουριώτης 
τί κάμνει ; — Στέκει ατάραχος, ώς έμπειρος καΐ ατρόμη- 
τος ναύκληρο^, και είς αυτήν άκ($μη τήν στιγμήν τοΟ ναυ- 
αγίου. Είναι βέβαιον δτι εστειλεν ό Καποδίστριας προς αυ- 
τόν ενα ίερέα κατ' αρχάς, και Νικολαίδην τινά ύστερον, διά 
νά τόν καταπείση με λαμπράς υποσχέσεις νά παραδώση τον 
Άλέξανδρον Μαυροκορδάτον, τόν Κωνσταντϊνον Ζωγράφον, 
τόν Πολυζωιδην, τους Σούτσους, τους Κλονάρας και όλους 
τους κινοδντας τήν νοεράν αότήν συνταγματικήν πάλην. 
Άλλ' αυτός, καθώς και ό αδελφός του Γεώργιος, απέρρι- 
ψε με άγανάκτησιν τήν τοιαύτην πρότασιν. — Ό δε Ιωάν- 
νης Κωλέττης τί κάμνει έδώ ε?ς το Ναύπλιον ; Ποίους σκο* 
πους τρέφει ; — *Έως σήμερον ησυχάζει εις τήν γερουσια- 
στικήν του καΟέδραν. — Είναι πολύς καιρός, άφ' ου λείπεις 
άπό τήνΤδραν; — Τρεις μόνον ήμέραι. Είδα τόν Μαυρο- 

Ό-Φζβό 5ν ν^οο^ι^ 



— 94 — 

Μρδάτον λυιτοόμενον δ«ότι, άφοΟ αυτός τ^σον γέννΛ^ίωί 
Ι2ωχβ το σύνθημα τ!|ί Ιτεαναστάσεως^ έλπεζων βίί *ίήν σύμ•- 
«ραξιν τί)ς ίτερςδς Ελλάδος, βλέπει τάν Κωλέττην νά 
μέν'^} ακόμη αργός. Εϊδα τόν Ζαίμην βλιβόμενον^καέ αδτον, . 
ίχι διότι, χατήντησαν είς ά-κόγνίί^ιν τα πράγματα ^^ πΛ- 
-ιρίδος^ άλλα διότι άπεχλείσθησ^ΐν είς τ^ν Ύδραν οί φιλό- 
δοξοι σχοποί τοίί. Ό Μιαούλης ητον ασθενής. Ό Τσάμ^ 
Καρατάσος έτοιμάζετο νά ^ιφθ^ απελπισμένος ε!ς την Μάν^ 
νην. Είς τάς παραμονάς αύτάς της έφόδοι>, ήτις παρασκεα- 
άζετόα κατά τ•^ "Υδρας, άλλοι άποφασιν έχουν νά μείνω*• 
<αν εΙς τους βράχους της και νά σφαγα^ι πολεμοΟν^ες• 
άλλοι μελετώσς ν* άφήσωσΐ την Ελλάδα^ την γί}ν αυτήν 
^?^ϋιγ αΐωνίχαν στεναγμών^ και ν' άποδημήσωσι με τήν Ιντι* 
μον πενίαν των.— ^ΈκεΙ τρέχω, έφώναξεν' ένΟουσιων ό Εξό- 
ριστος, έ»ει νά χύσω το αΐμά μου όλον υπέρ τών έθνιχων 
{Λος δικαίως . . . Ευρέ με, φίλε, κάνέν πλοιάριον, διά νά 
φύγω άπό τον μεμολυσμένον αυτόν τόπον τ1^ς δουλείας... 
Αισθάνομαι πνιγηρόν τόν αέρα, τόν όποιον έδώ αναπνέω, λ 
*Χπεσχέθη ό *Υδρα?6ς νά τόν προμηθεύστ^ τήν έρχομένη-ν 
ήμέραν άρμόδιον πλοιον. Έξί)λθε το πρωί διά τουτο^ και 
μετ' ^ολίγας ώρας έπιστρέφας, «ή φυγή σου, τόν εΤπεν, 
εφανερώθη. Οί κατάσκοποι σε ζητόΟν εις όλα τά μέρη, καΐ 
δημόσιος Κήρυξ εΙς τήν άγοράν φωνάζει οτι δύω χιλιάδας 
Φοινίκων ίχδΐ νά λάβη προς άνταμοιβήν, όστις ήθβλε σε 
παραδώσει. Το κα}νόν εϊναι μόνον ότι ευρέθη ευκαιρία διά 
τήν ^Υδραν. Αδύνατον Ομως εΤναι, διά τήν αύστηράν έπα- 
γρύπνησιν τής Αστυνομίας, νά έκπλεύσης άπό τόν λιμένα 
του Ναυπλίου* ΙΙρέπει λοιπόν αΰριον τά χαράγματα με φο- 
ρέματα χωρικού νά Χινήσης πεζός διά τό Τολόν,^ βπου άπο- 



Ό-Φζβό 6ν ν^οο^ι^ 



— 95 — 

ψε^ κατά παραγγελίαν ρ,ου απάγει Εν πλοιιάριον να αέ ίςροσ- 
ΐχείνη. 

Την είκοίΐτήν έ^δόμην Σεπτεμβρίου, ήμέραν Κυριαχήν, 
δέν εΤχεν ακόμη ανατείλει 6 ήλιος, καί 6 Έξόρίστας ύπ6 
άπλ<2 ενδύματα χωρικοΟ, άφοΰ δι?|λθε την μικράν δύραν 
ΐΓα9 αΙγεαλοΟ, διευΟύνετο προς την πύλην τγ)ς ξηράς, άτϋο- 
ψεύγα>ν τάς μεγά7^ας καΐ πολυάνθρωπους οδούς τ?)ς πό- 
λεως διά νά μή γνωρισθϊ) άπό κανένα διαβάτην. Άλλ' Ιμελ• 
λε μετ' ολίγας στιγμάς νά γίνη αυτόπτης μάρτυς μεγά• 
λου συμβάντος, το οποίον θέλομεν έκζΐέσει λεπτομερώς. 

^ΗτΟν έκτη και ημίσεια σχεδόν ώρα, και οί κώδωνες: 
ίπροσκάλουν το{>ς πολίτας εις την λειτουργίαν, δτε κατά 
την στενή ν τοδ Αγίου Σπυρίδωνος άγυιάν εξαίφνης έφάνι^ 
Ιμπροσθέν του δ Ιωάννης Καποδίστριας, παρακο7νθυ9ουμδ- 
νας άπα δύω σωματο<ρύλακας, Γεώργιον Κοζώνην τόν μσ* 
νόχειρα και Δημήτριον Λεωνίδην. Ό αγέρωχος Κυβερνήτης 
διευθύνετο πρ6ς τον ναόν τοϋ *Άγίου Σΐίυρίοω-νος, καχ ή^ 
κλίσις του σώματος του προς υήν γήν έπρόδιδε τήν θλίφι>^ 
τής ψυχής του. Έρ^ιψε βλέμμα διαπεραστικόν πρΑς τον 
Έξόριστον, καΐ το πρόσωπον του, έξαγρι6ι>θέν διά μι£ς^ 
έφάνη νά προεμήνυσεν ότι Ιμελλε ν' άναχαλόψη τον 6ι^ό 
χωρικήν στολήν κρυπτόμενον εχθρό ν του. Άλλα δύω άλ-- 
λοι άν&ρωποι ολίγον τι μακράν ειλκυσαν δλην τήν προσο- 
χήν του. Ήσαν αυτοί ό Γεώργιος ΤΜίαυρομιχάλης καΐ α 
^εΤός του Κωνσταντίνος, προσευχόμενοι παρά τήν Ούρα^ 
τής εκκλησίας, ό εΙς ένδον και ό άλλος Ιξω. ΙΙρά πο7νλοί^ 
χρόνοι> υπό φύλαξιν άστυνομικήν όντες, συνωδεύοντο τότε 
άπο δύω στρατιώτας τής Πολιταρχίας. Κοίτα πρώτην πρόσ- 
οψιν άποδειλιάσας, ώς φαίνεταε, ό Καπαδί(ίτριας, έστάΟΐ|^ 
ολίγον, και τά ομματά του εστράφησοιν εις τήν γειτονεώ*^ 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



Οθ03ΐ€ 



— 96- 

ουσαν οιχίαν τοϋ ΎπουργοΟ του Τοδίου. ^Αλλ' Ιπειτα ως 
να εΤχεν έρυθριάσει δια τοοοΟτον δεϊγ{Λα 'μεκροψυχίας^ έπρο- 
χώρησε Οαρ^αλέως, ΙφΟασε ιιλησίον εις τους Μαυρομιχά-^ 
λας χαί τοας έχαφέτησεν, δτε 6 [/.εν Γεώργιος από τήν 
ραύρην χλαίναν, την οποίαν έφορει, εξέφερε με τήν μίαν 
χεϊρα ξιφίδιον, καε άρπάσας αυτόν με τήν άλλην έχ το^ 
στήθους, τοδ τα ένέπηξε δις καί τρις εις το ύπογάστριον, 
κατά τόν 5εξιόν βουβώνα• ό δε Κωνσταντίνος έκένωσε ταυ- 
τοχρόνως θανατηφόρον πυροβόλον όπισθεν της κε(ραλί}ς 
του ... Ό Κυβερνήτης τ^ς Ελλάδος Ιπεσεν ύπτιος, και 
άναστρέψας άγρίως τους όφθαλρ,ούς, έδειξε καΐ αποθνή- 
σκων τήν άφοβίαν, ήτις τόν έχαρακτήριζεν. «Έκδικήσεως 
αποφράς ήμερα ! Γενικής απελπισίας Ικρηξις θανάσιμος Ι 3 
Εϊπε καθ' εαυτόν, δακρυσας ό Εξόριστος, και όπισθεν τοι> 
άλλη έκπυρσοκρότησις ήκούσθη, και άλλο θΰμα έπεσε κατά 
' γήζ*•• Ό πυροβοληθείς ήτον 6 Κωνς'αντϊνος Μαυρομιχάλης- 
. Ό φόνος τοΟί Κυβερνήτου έν ^οπί) οφθαλμού διεκοινώθι^ 
καθ' δλην τήν πόλιν, και πανταχόθεν τό στρατιωτικόν 
συνέρρεεν ατάκτως. Άφήσας μετά πολλών άλλων τήν πλή- 
ρη α§μάτων και θορύβου όδόν 6 Εξόριστος, εξήλθε τεταραγ- 
μένος άπό' τό Ναυπλιον. Περίεργος δε νά ίδ.η τό άποβησό— 
μενον, έλησμόνει δτι έκινδύνευε, και αντί νά ταχύνη τά βή- 
ματα του προς τό Τολόν, έβάδιζε βραδέως πρας τήν Πρό- 
νοιαν. Άφ' ου περιεφέρθη πολλήν ώραν εις τό Προάστειον 
χωρίς νά δυνηθί] νά μάθη τι νεώτερον, ίδών τέλος πάντων 
πολλούς ανθρώπους συναθροιζομένους εις εν Καφενεϊον^ 
υπήγεν εκεί χαί αυτός. 

«Έστεκόμην είςτήν έχκλησίαν, διηγεϊτοεΐς πολίτης καβ^ 
ήν στιγμήν είσήρχετο εις τό Καφενεϊον ό Εξόριστος, έμ- 
προσθεν της εισόδου, ρταν ήλθον οί δύω Μαυρομιχάλαι. Ό 



— 97 ~ 

Γδώργιος, άφ' ου ήιπάσθη τήν είχένα, παρήγγειλεν εις Ινα 
στρατίώτην, όστις τον συνώδετ>ε, V άνάψη λαμπάδα εΙς τόν 
Άγιον, χαι δστερον έστάθη μέσα, άχουμβών εις το φύλ)νον 
^ θύρας. Ό Κλήτωρ τ1|ς Αστυνομίας, χατά την συνή- 
βεαχν, Ιδωχεν είδησιν δτι Ιρχεται ό Κυβερνήτης, καΐ οΕ 
Μαυρομιχάλαχ συνενοήθησαν εύΟύς με τά νεύματα. Μόλις: 
έχεϊνος έιιάτησε τό κατώφλιον, χαΐ αυτοί, ένώ τους έχαι^ 
ρέτα, τον έκτύπησαν σχεδόν ε!ς την στιγμήν, 6 Γεώργιος 
με μαχαιρίδιον, χαΐ ό Κωνσταντίνος με πυροβόλο ν. ^Τί 
σδς έχαμα;...» αυτό μόνον τόν ήκουσα να είπί), χαΐ τον 
είδα να πέσή νεκρός. Την περασμένην Κυριακήν, καΐ χθες 
^κόμη, ήλθον οί δύω Μαυρομιχάλαι εΙς τανί'Άγιον Σπυρί- 
δωνα, και καθώς σήμερον, έστάθησαν είς την αυτήν θέσιν- 
με τον αυτόν, ώς φαίνεται, σκοπόν. Τό παράξενσν εΤναι δτι^ 
προ ενός μηνός και περισσότερον, ά Αστυνόμος τοΟ Ναυ- 
πλίου, μαθών δτι δ Γεώργιος Μαυρομιχάλης εΤχεν αγορά- 
σει εξ πιστόλας από ενα Τήνιον Ιμπορον^ τό εΐχεν αναγ- 
γείλει ευθύς με το μέσον τοΟ ΔιοιχητοΟ Άζιώτου ε!ς τό'^ 
Κυβερνήτην. Αυτός δμως δεν έδωκε τήν Ιταραμικράν προσσ- 
χήν, και δεν εΤναι αμφιβολία δτι με κάνέν άπό αΟτά τά^ 
δπλα σή[/ερον έφονεύθη.» 

Ό Εξόριστος, δστις άπό μακράν ήκουε προσεκτικός αυ- 
τήν τήν ομιλίαν, έπιθυμών να μάθη τι και περί τΐ|ς τύχης 
των φίλων του Μαυρομιχαλών, έπλησίασεν ολίγον εις τόν 
διαλεγόμενον, και με άπλοΟν τρόπον χωρικού τόν ήρώτησε. 
περί αυτών. Άλλ' έχεϊνος μη χαταδεχόμενος, φαίνεται, νά 
δώση άπόχρισιν εις τόν Έξόριστον ώς εις άγροϊχον ζέυγο- 
λάτην, και άποτεινόμενος προς τους άλλους, <!^δέν ήξεύρε- 
τε Γσως, έξηκολούθησε νλ λέγη, με ποιον τρόπον έθανατώ- 
Φη δ^ Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης ;, . . . Εύρέθην παρών* 



^. 98 — 

Άφ' ου αυτός έδωχε την θανά(«{Λον ιυληγήν ίΐς τόν Κυ&ρ- 
νήτην, ά(Λέ(5ως, δίά να σωθ^), έπήδησεν εις ενα στενόν άνή* 
φορον, εύρισχόμενον Ιμπροσθεν εΙς την θώραν τί)ς εκκλη- 
σίας. Κτυπηθείς αμως έκεϊ με πιστόλαν άπό τόν Γ. Κοζώ- 
νην, σωματα^ρύλαχα του Ευβερνήτου, Ιπεσε κατά γϊ}ς^ 
Άνεσηκώθη μ' δλοντοΰτο ευθύς, έκάθησεν εες μίαν πέτραν 
καΐ βλέπων τόν Κυβερνήτην πνιγμένο ν εΕς^τό αΐμά τον, 
άνώρθω*ε με άγρίαν χαράν τους μύστακας του και είπε. 
«Βαρείτε με τώρα. . . Έσκότωσα τόν τύραννον ...» Οί λ(ί- 
γοε του αύτοι παρώξυνον ακόμη περεσσότερον τους στρατώ- 
τας, οί όποϊοι, πληγόνοντές τον με άσπλαγχνίαν και κι>- 
λίοντές τον ζωντανόν εΙς τους δρόμους, τόν Ιφερον έως εΙς 
την πλατείαν τοΟ Πλατάνου, • δπου έξεψύχησεν. Άπό έκε? 
εσυρον πάλιν τό πτώμα του έως εις την Άρβανητιάν, κα£ 
τέλος πάντων τό έκρήμνισαν άπό τους βράχους εις την θά*• 
λασσαν. Ό Γεώργιος Μαυρομιχάλης, δια να γλυτώση, έτρε- 
ξε και αυτός προς την κατοικίαν του Στρατηγού Γεράρδοιι. 
Ευρών δμως έκεΐ πλησίον άνοιχτην την θύραν του Ταγμα-^ 
τάρχου Θεοδώρου Βαλιάνου, έμβ^χεν εις την οίχίαν τοα 
κρατών μίαν πιστόλαν και φωνάζων άγρια. «Βαλιάν^ ί 
έσκοτώσαμεν τόν Κυβερνήτην, και φύγε δια να πιάσωμεν το 
σπ*?^τι...» Ό Βαλιάνος έκπεπληγμένος, «τι Ιγινεν, αδελ- 
φέ;» τόν εΤπε. «Σιωπή... έπανέλαβεν ό Μαυρομιχάλης• τόν 
έσκοτώσαμεν... τόν έκάμαμεν χίλ^α κομμάτια...» και βάλ- 
λων την πιστόλαν εις τό στήθος του Βαλιάνου, ανά φύγης, 
Βαλιάνε!... έξηκολούθησε να λέγη* να φύγης!...» Έπειτα 
κυττάζων κάτω εις τόν Ζρά^αο'^^ «μη μας βαργ]τε, διότι α&ς 
βαροΰμεν...» έφώναζεν ώς μανιακός, καΐ συγχρόνως Ιφρατ- 
τε τα παράθυρα με δ,τι ευρισκεν έμπροσθεν του. Τέλος τίάν- 
των βλέπων δτι έκεϊ δεν ήτον εις άσφάλειαν^ Ιπέρασ$ν &η^ 



-^•09 — 

τήν πλαγιαν θύραν τοδ κήπου εες τήν γειτονικίιν οίκίαν τβΟ 
Άντίπρέσβεως τί]ς Γαλλίας• «Έσκοτώσαμεν τόν τύραννον.. 
Ιχραξεν άναβα(νων• πατρίς... ελευθερία... τιμή...» Τραβή- 

σας ύστερον τό πυροβολον άπ6 τήν μέσην του καΐ φΛήαας 
αύτο• «παραδίδω, εΤπε, τό δπλον τοΟτο εις τήν τιμήν τ?,ς 
Γαλλίας.» ΙΙανσπερμία στρατιωτών έσυνάχθη έκεΐ μετ* 
ολίγον, και δλοι ομοφώνως έζήτουν τον Μ«υρομιχάλην, 
φοβερίζοντες να καύσουν τήν οίχίαν τοΟ Άντιπρέσβεως, άγ 
δεν ήθελε τόν παραδώσει. Τί απέγινε πλέον, δεν ήξεύρω•» 

Μετά τήν διήγησιν αυτήν, καθείς εκ τών περιεστώτων 
είπε τό ανέκδοτο ν του, ή ίκαμε τήν παρατήρησίν του. «Εί- 
ναι κάμποσος καιρός, ειπεν εις έξ αύτών^ άφ'•ου κάθε βρά- 
δυ εΰγαιναν εις τόν περίπατον οί δύω Μαυρομιχάλαι μ' ενα 
μόνον στρατιώτην, και παρεμόνευαν τόν Κυβερνήτην. Δέν 
τόν επέτυχαν δμως, επειδή αυτός, καθώς ήξεύρετε, συνείθι- 
ζε τώ'ρα υστέρα να πηγαίνη με Οχημα. — Καθώς μ' έβεβαίω- 
σαν, Ιλεγεν άλλος, χθες τήν νύκτα οί δύω Μαυρομιχάλαι 
είχαν συμπόσιον, και συνευθυμουντες έλεγαν δτι θέλουν δει- 
πνήσει τήν έπιοΟσαν ε?ς τόν αδην. — Κυττάξετε τό πεπρω* 
μένον, έπρόσθεσεν άλλος. Ό Κυβερνήτης έξώρισεν δλους 
τους εχθρούς του άπό τό Ναύπλιον, καΐ δεν άφησε πλησίον 
του ποζρά τους Μαυρομιχάλας, άπό τους οποίους μόνον 
έπρεπε να φοβήται, ώς να τους έκράτει ό δυστυχής διά τήν 
σφαγήν του. » 

Έξήλθεν ο Εξόριστος άπό τό ΚαφενεΤον, καΐ άνακυκλών 
παντοίους διαλογισμούς εΙς τόν νοΟν του, ήκολούθει τήν 
συντομωτέραν προς τό Τολόν όδόν, δτε, τρία σχεδόν τέ* 
τάρτα τής ώρας μακράν της Προνοίας^ εις μονοπάτιον δποα 
σπανίως Ιφαίνετο διαβάτης, άπήντησεν εξαίφνης τόν Αώ-^ 
γερινόπουλον. Ό έκπτωτος αυτός γαμβρός μας, μετά τά 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



Οοο^\(^ 



-^ 100 ~ 

νυχτδρινόν πάθημα του, δια ν' αποφυγή τον περίγελων χαί 
τά σατυριχά βέλη τϊ)ς Ναυπλιωτ6κί}ς νεολαίας, ε?χε χρίνε^ 
βδλβγον να κλείση το αΤσχος καΐ την άδη^ι,ονίαν το^, δι' Ινβΐ 
τού^άχο<ιτον |Λί}να, εις άγροτικήν του τινά ίδιοκτησΓαν^ 
ολίγον άπέχουσαν τί)ς Πρωτευού<της, ^4λλ^ άκουσας τστβ 
τόν φόνον τοΟ Κυβερνήτου, καΐ [χή δυνάμενος νά πκιτεύ<ιυ 
ςτι ευρέθησαν άνθρωποι τίσον τολμητίαι, ώστε νά κατα<- 
στρέψ<ί>σι μέ την ζωήν του Καποδίστρια τά μεγάλα πολβ- 
τικά σχέδια τοΟ Αύγερινοπούλου, ήρχετο δρομαΤος εις την 
πάλιν διά νά πληροφσρηθ^, Ανεγνώρισε και όπό χίορικά 
ενδύματα μακρόθεν ακόμη τόν άντίζηλόν, του και σταμα- 
τήσας αμέσως, Ιστρεψε γύρω τους οφθαλμούς, ζητα>ν νά 
ευρη κανένα στρατιώτην τ'3|ς Αστυνομίας, διά νά προδώτη 
τόν άσηοΊΐο'Φ έχθρόν του• Πλην εΤδεν εαυτόν ερημον, κα| 
τότε ό τρόμος διεδέχθη την λύσσαν... Άλ?νθ μέσον σωτη- 
ρίας δεν εδρε παρά την υπόκρισιν, καΐ με θάρρος έπιπλα^ 
στον πλησιάσας εις τόν Έξόριστον, «εχθρός σου έστάθτρ, 
τόν ειπε' σε κατέτρεξα όσον έδυνήθην. Σήμερον δμως αι- 
σθάνομαι νά μαλάττωνται τά σπλάγχνα μου. Σε βλέπω 
κατάδικο ν, δραπέτην και τρέχοντα προφανέστατο ν κίνδυνο ν ^' 
Έλθέ εΙς την πλησιόχωρον έδώκατοικίαν μου νά βάλης εΙς 
άσφάλειαν την ζωήν σου..• — Ό Καποδίστριας, κακούργε, 
δεν ζ^ πλέον... Τρέμε !... Ή τελευταία σου ώρα Ιφθασεν,.ΐί' 
άπεκρίθη με κεραυνοβόλον φωνήν ό Εξόριστος, και παρου- 
σιάζων εις αυτόν δύο πυροβόλα, τά όποια Ικρυπτεν εις τό^ 
χόλπον του, ε έκλεξε^ τόν εϊπεν, Ιν άπό τά δύο.» 

Καθ' ί]ν στιγμήν ήνοιγε τόν χιτώνα του διά νά έκφέρΐ]- 
τά πυροβόλα, ή αδαμάντινος είκών τ^ς Ασπασίας, την 
οποίαν είχεν εις τό στήθος του, και ήτις εις τόν Αύγερινί- 
ποϋλον, κατά τήν άξιομνημόνευτον έκείνην έσπέραν τής ε{• 



— ίΟί — - 

κοσττίς πέμπτης Σεπτεμβρίου, εΤχε φανϊ} απαράλλαχτος μέ 
τό πρωτίταπον, τ ο Ο όποιου έκράτει χαΐδίδιος 
άντίγραφον εις την χαρδίαν το ο, Ιλβμ•» 
ψεν αιφνιδίως εις τα ομματά του, καΐ ώς αστραπή Ιχυσε 
φως όλέΟριον εις την (τκοτεινήν σύμπτωιιν τί)ς λυτρώσεως 
τοΟ Εξόριστου από την φολακήν και τίίςφυγϊΐς τί|ς Ασπα- 
σίας άπό τον πατρικόν της οικον. Ή μετάβασις τϊ|ς είχα• 
νος από την Άσπασίαν ε?ς τόν Έξ<5ριστον, έξηγοΟσα την 
αίνιγματώδη αυτήν συγκυρίαν, Ικαμεν εις αυτόν θανίσιμον 
έντύπωσιν- Άλλ'^ ή πρόσκλησις τοΟ άντεραστου του εις μο- 
νομαχίαν τόν έφάνη άσυγκρίτω λόγω θανασιμωτέρα, και ή 
βεα των δύω φονικών μηχανών, τάς οποίας είχεν δπ' έψιν, 
έξυπνίσασα τόν τρόμον εις τήν ψυχήν του, άπεκοίμισε διό- 
λου τήν ζηλοτυπίαν. 'Ηρχισε λοιπόν νά ξηροβήχη, νά μα- 
σά τους λόγους του, νά πρόφασίζεται μάρτυρος άπουσίαν, 
χειρουργοδ Ιλλειψιν. «Πώς είναι δυνατόν, είπε, νά πολεμή• 
σωμεν χωρίς τήν παρουσίαν τρίτου προσώπου;... Τί θέλεις 
γίνεί ό Γδιος χωρίς Ιατρόν, άν σέ πληγώσφ;.. — Έρ^α^ δει-* 
λέ,'καί όχι λόγους!.,.» Αποκρίνεται δ Εξόριστος, τρέμω'λ 
δλος έκ τής οργής και προτείνων εν έκ τών πυροβόλων εις 
τό στήθος του. 

Απελπισθείς τότε δ Αόγερινόπουλος, αναί . . . κράζει 
εκτός έαυτοΟ και φρενιτιών• ναί . . . Πρέπει νά χυθή ενός 
ημών τό αίμα ... και ή είκών αυτή τής Ασπασίας έλταζω 
νά στολίση τό λείψανόν σου... και λαβών τό άλλο πυροβό- 
λον, άφ^ ου τό παρετήρησεν «εΤμ' έτοιμος . . . λέγει• εις 
τά πέντε, τραβοΟμεν. . . — Ναί, εις τά πέντε. . .» αποκρίνε- 
ται ό Εξόριστος, μακρυνόμενος ολίγους πόδας και βαλλό- 
μενος εις θέσΐν κατάλληλον. 

«*Εν. . . δύο. . . τρία. . . τέσσαρα. . .« φωνάζει δ Αύ- 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



102 — 



^ 



γερ^πουλος, και δ μόλυβδος σψζ& άνωθεν τ?)ς χεφαλί}^ 
τοδ Έξορίσταυ. 

«Πέντε..• δολοφόνε !« φωνάζει |Λετ' αυτόν ό Έξόρι-^' 
(ΐτος^ καί με σκέλος συντετριμμέ'νον, πίπτει κατά γΐ|ς ά 
Λύγερινόποϋλος. 

Βλέποιν αυτόν κατακείμενον, «σε χαρίζω, τόν είπεν, άναν- 
δρε^ την ζωήν. Ή στάσις σ^υ αύτη μ' έκδικεϊ και μ' έξιλεοΓ 
δι* δσας σκευωρίας και καταδρομάς ένήργησαςκατ'έμου/Ηλ- 
πιζες ή κεφα7νή μου, πίπτουσα υπό τόν πέλεκυν των δημίων^ 
να θέλξη την δρασίν σςυ. Άλλ' ή θεία δίκη σ' έτιμώρησεν.}^ 

Άφϊ]κε τόν Αύγερινόπουλον κυλιόμενο^ εις τό αΐμά του^ 
καΐ μετά σπουδής έξηκολούθησε τόν δρόμον του προς τό 
Τολόν, φοβούμενος μήπως διά την έπισυμβδ^αν βραδύτητα 
εΙς την όδοιπορίαν του, δεν ήθελε πλέον ευρει έκεϊτό πλοιον* 
Άλλα με ποίαν άγαλλίασιν, περ'ί τάς τρεις μετά μεσημ^ 
βρίαν, τό έπρόφθασε καΟ^ ην στιγμήν, ετοιμον νά φύγη εξ- 
ήπλονε τά ιστία του εις ούριον άνεμον, δστις ήρχιζεν ήδη• 
νά πνέη. Άρμενίσας δλην την νύκτα, κατευοδόθη την αΟγήν 
εις την Τδραν, δπου πρώτος έφερε την είδησιν τί^ς τε?^ευ- 
τ5)ς του Κυβερνήτου. Τόνυπεδέχθησαν δλοι με χαράν και μ^ 
ένθουσιασμόν, ώς αγαθόν πολίτην, του οποίου ένόμιζονπο- 
λύτιμον τήν ζωήν, και ώς άγγελον έν ταύτφ ελευθερίας^ 
αν και δλοι περιέμενον τήν άνάκτησιν αύτης άπό τήν άπο- 
δίωξιν )ίαί όχι άπό τόν φ όνο ν το Ο Καποδίστρια. 

"Εγινεν εόθύς συνεδρίασις δλων τών Πληρεξουσίων, δσο« 
εύρίσκοντο τότε εις τήν "ϊδραν, και τριμελής Επιτροπής 
συγκειμένη άπό τόν Μιαούλην, Ζαίμην καΐ Σπυρίδωνα Τρι- 
χούπην, απεστάλη περί τό εσπέρας εις τό Ναύπλιον. διά 
ν' άποφασίση μετά, τών έκεϊ περί τής συστάσεως νέας Άρ*• 
χ?^ς. Άλλ' δταν αυτή Ιφθασεν, εύρε καθιδρυμένην ήδη Κο- 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθ03ΐ€ 



^ 103 — 

βέρνησίν, και δέν νομίζομεν ττεριττόν να είΛώμεν ίλίγα τινά 

χαΐ περί τούτου. 

Μ^ς δ Κυβερνήτης, περιτετυλιγμενος ε?ς αίματοσταγί) 
<πνΒ6νην, μετεχομίσθη νεκρός εΙς τό Παλάτκίν του, χαι 4 
αδελφός «ύτου Αυγουστίνος, δστις, ϋπό αίφνήδι&ον κέφα- 
λαλγίαν ^μποδισΟεΙς νά κάμη τήν μεΑετωμένην έκσ'ίρ^τείαν 
τί|ς Ερμιόνης, εύρίσκετο εΙς τό Ναύπλιον,κεντούμενος άπό 
τους περί αυτόν, ενήργησε νά συγχαλεσθΐ) αυθημερόν ή Γε- 
ρουσία. Έννεα ΓερουσιασταΙ με πενΟίμους ταινίας εΙς τή^ 
κεφαλήν και εΙς τήν δεξοάν, άλλοι, δια νά φανερώσωσιν 
δτι κλαίουν, μιμούμενοι τόν μυκηθμόν τΟυ σφαζομένου 
βο^ς, και άλλοι, δια νά κρύψωσι τού^ άδακρύτους όφΟαλ• 
μούς των, καλύπτοντες τους με άπ<$μακτρον ώς νά τους 
έσφόγγιζον, συνήλθον εΙς τό κατάστημα τ9)ς Γερουσίας, ο- 
πού παρευρέθησαν και τα μέλη του υπουργικού Συμβουλίου. 
Άπό τό θρηνα>δες αυτό Συναγώγιον εξήλθε κατ' αρχάς βοή 
συγκεχυμένη δωδωναίου χαλκείου. «Ό Κυβερνήτης δεν ζ?| 
πλέον . . .1) είπε τέλος πάντων εΐς Ιξ αυτών μΙ διακεκρίμέ- 
νην, πλην κλαυθμηράν φωνήν. αΔέν ζ^ πλέον.. .» αντήχη- 
σαν δλοι συγχρόνως οι άλλοι. «Νά τόν διαδεχθΐ) δύναται 
μόνος ό Κύριος Αυγουστίνος. . .ί έξηχολούθησεν 6 αυτός. 
«Μόνος ο Κύριος Αυγουστίνος . . .« έπανέλαβον οί άλλοι 
δλοι 5 κανοναρχσΟντες ό εΐς είς τόν άλλον κατά σειράν. ΕΙς 
τοια^την περίπτωσιν, δ Τήγας Παλαμίδης τολμά νά προ- 
φέρτ) τ' όνομα του Ιωάννου Κω7νέττου και νά τόν π^οβάλΐί) 
συνεργάτην τής Αύτοϋ Περίλυπου Έκλαμπρότητος, τοδ 
Κόμ.ητος Αυγουστίνου." Τά όμματα τών όδυρομένων άφί- 
νουσι ευθύς τά δάκρυα κατά μέρος, και τοξεύουσι βλέμμα- 
τα όργίλα εις τόν θρασύν Τήγαν Παλαμίδην. Ό Τάτσης 
Μοιγγίνας μόνον ύποστηρίζβΐ τήν γνώμην τοΟ συναδελφοδ 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



ΟθΟ§ΐ€ 



τοο, και 6 Ιντιμος Κίίμης Ανδρέας Μεταξδς «ογκαταβαί^ 
ν6{» έπΙ (ίυμφωνίςε, δμως του να ήδελεν είςενακάποιρν 
τρ ^ Λαν διορκιθί) μέλος και ό ενάρετος γέρων Θεόδωρος 
Κολοκοτρώνης. Γερου^ιαο^τικόν Ψήφισμα λοιπόν παρέδωκ* 
τό πηδάλιον τοΟ Κράτους εις Τριανδρίαν, συνισταμίνην 
άπό τον ΑδγουστΤνον, ιιτρόεδρον αύτϊ5ς, τον Κωλέτην καΐ 
τον Κολοκοτρώνην. 

*Όταν οί απεσταλμένοι τϊ^ς *Υδρας έφάνησαν εις τον λι- 
μένα τϊ^ς πρωτευούσης, ό ευαίσθητος στρατηγός Άγαλλό- 
πουλος, συνάξας άλιεΓς τινας και αχθοφόρους, έπί κεφα- 
λ^ίς τοιούτων ηρώων διευθύνθη προς τόν Ναύβιρχον τ7]ς 
*Ρωσσίας κύριον Τΐκόρδον, λιμενεζόμενον τότε ε?ς τό Ναύ- 
πλιο ν, και μετά θρήνων ήρχισεν ό γεννάδας να ζητ^ έκδί- 
κησιν δια τό χυθέν αΐμα τοΟ Ιωάννου Καποδίστρια. «Να 
σφαγώσι τ-^ς "Υδρας δλοι]» Ή κραυγή αΟτ/] διεχύθη άπό 
τό παράλιον προς την θάλασσαν, καΐ εις την κραγήν αυ- 
τήν, άπήλθεν ή Επιτροπή των Συνταγματικών εις τήν 
'ϊδραν. Λέγουν δε δτι ό Κύριος Ζαίμης, πνέων όλος. όργήν 
πατριωτικήν, εΙσήλθε τότε εις τό συνέδριο ν των έν ^Γδρα 
Πληρεξουσίων, συνηγμένων εις τό Μοναστήριον, και με 
φωνήν άρειμάνιον είπε• ((Στείλετε με ν' αναστατώσω τήν 
Πελοπόννησον δλην . . . Πόλεμον ζητεί τό έθνος έξυβριζό- 
μενον . . . Ν' άνάψωμεν πυρχαϊάν άπό τήν μίαν άκραν τής 
Ελλάδος μέχρι τής άλλης.» Ποιος βλέπων τοιοΰτον εύγε- 
νΐ) ένθονσιάσμόν, αν και αληθώς ολίγον τι υπερβολικόν, δεν 
ήθελε θαυμάσει τό φιλόπατρι ..τοϋ κυρίου Ζαίμη ; Ό Εξό- 
ριστος τόν ήσπάσθη λέγων α'Αρατε τής Αχαίας, έξελθε 
€ΐς τήν Πελοπόννησον, και σε άχολουθοΟμεν δλοι. ϊ *Αλλά 
θέλομεν ίδεϊ μετέπειτα τάς άνδραγαθίας του κυρίου Ζαίμη* 
Κατά τό παρόν, πρ»ν τελειώσωμεν τό κεφάλαιον τοϋτο, άς 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



Οοο^\(^ 



— 405 — 

;ώ{ΐεν τινά πδρί τοΟ χαραχτ1|ρος τοΟ Ιωάννου Καπο8ί- 
στρια, τοΟ οποίου σύντομος τις έπίχρισδς δέν θέλει φαν?| 
ανοίκειος εις την παροΟσαν συγγραφήν, δπου τοσάκις Ιγινε 
ίχρ«α ν' άναφέρωμεν τάς πράξεις του. 

Ό άνήρ ούτος, ύψηλϊ)ς διανοίας και σπανίων πρότερη• 
μάτων, ύπ'?)ρξεν άναμφεσβητήτως ανώτερος δλων των ξένων, 
δσους είδεν ή Ελλάς είςτό στάδιον της επαναστάσεως της. 
Ι Έλλην το γένος, ειχεν έκεϊνον τον σφοδρόν τζς ψυχής όρ- 
γασμόν και τον άκοίμητον έκεϊνον νοΟν, δστις διακρίνει 
• τον *Έλληνα. "Όταν συλλογισθώμεν δτι έκ ταπειν^Ις κατα- 
στάσεως εφθασεν ε?ς τοιαύτην λαμπρδτητος περιωπήν,. δτι 
; προσείλκυσε καρδίας βασιλέων, αριστοκρατών και δημοκρα- 
τών τ^ς Ευρώπης, και κατέστησεν ίατορικόν τον βίον του, 
2έν δυνάμεθα ν' άποδώσωμεν δλα ταΟτα εις άπλ7)ν συνδρο- 
μήν ευτυχών περιστάσεων, άλλα και εις πραγματικήν έν 
ταύτώ εύφυίαν, τί]ς οποίας αληθώς ήτον πλήρης. *Ανατρα- 
φεις δμως εις βενετικά ήθη και είς ίταλικάς Σχολάς εκπαι- 
δευθείς, δεν ελαβεν οδτε το υψος έκεινο τών αΙσθημάτων, 
τό χαρακτηρίζον τους μεγάλους άνδρας, ούτε την προς 
την ανθρωπότητα συμπάθειαν, την οποίαν και γηράσκοντες 
δεν άποβάλλουσιν οι αληθώς ενάρετοι. Μετά τούτο, ζή^ας 
πολύν χρόνον εΙς Μονοκρατορίαν, παρεδέχθη ως υγιείς πολ- 
λάς σαθράς αρχάς πολιτικής, και ανεπαισθήτως ένεδύθη φυ- 
σιογνωμίαν δεσπότου. 

Ή τοιαύτη ανατροφή και συμβίωσις διέστρεψε τό ευγε- 
νές τής φύσεως του, και Εδού πόθεν αί τδσαι άντίθετοί 'κα- 
κίαι και άρεταί, τάς οποίας παραδόξως συνήνωσε. Διαφθο- 
ρευς εις τήν πολιτικήν, ήτον σεμνόβιος και αγνός ε?ς τάς 
;!διωτικάς του σχέσεις. Πολύπλοκος και μέχρις άγυρτβίας 
έπιτετηδευμένος αυλικός, έφαίνετο αφελής και άπέριιτός 



^ 106 — 

^Ιλίσοφος εΙς τέν οΤχίν του. Καί ΐ:οι ένθουαηών δίά τους 
μεγάλους άνδρας τϊ5ς Αρχαιότητος, τους οποίους πο)νλά* 
?ίΐς έσπσόδαζε να λάβη ώς ύπογραμιχόν, ασυστόλως χατε- 
ΐΓάτ6( τους νόμους χαί άσυνειδήτως έμιτορεύετο τήν ανθρω- 
πότητα. 

Ψε'πων έιησης καΐ ΐϊρός το καλόν χαί προς τό χαχόν, 
ϊσως δεν ήθελεν εξοκείλει τόσον, αν ήκολούθει τάς συμ- 
βουλάς χρηστών πολιτών. Άλλα παραδοθείς ε!ς τήν όδη^ 
γίαν τώ^ αδελφών του χαΐ κακόβουλων υπουργών, απέθανε 
δυστυχώς έν μέσφ εξοριών, φυλακισμών και παντός είδους 
προγραφών• 

*Η εόγλωτ•ίία του συνίστατο εις εόκσλίαν λόγων μάλ- 
λον, ή είς δόναμιν συλλογισμών, και ή νομ^ζομέν/] γραφι- 
κή του δείνότης μάλλον είς πνευματώδη σοφίσματα, ή είς 
άνάλυσιν μεγάλων ιδεών. "Αθλιος νομοθέτης, άθλιώτερος 
ϊτιπερι τα διοικητιχά και οικονομικά, ύπί}ρξεν αναντιρρή- 
τως ό έπιδεξιώτερος της Ευρώπης διπλωμάτης. 



ΚΕΦΑΑΑΙΟΝ Ζ'. 

Έπεκδή ό ήρως μας εις τό έξ-ζς λαμβάνει μέρος ένεργη- 
τικώτερον είς τάς πολιτικάς ταραχάς της Ελλάδος, άναγ- 
καζόμεθα να ίστορήσωμεν αύτάς ακολούθως λεπτομερέςερον. 

"Άμα εξεδόθη τό περεβόητον τ•ϊ]ς είκοστί|ς εβδόμης Χε- 
ιττεμβρίου γερουσιαστικόν ψήφισμα με όλα του τα Έ π ε ι- 
δή, με δλα του τα Βλέποντες και τά θ ε ω ρ ο υ ν• 
τ-β ς, /:αΙ & Αυγουστίνος Καποδίστριας κατέστη δι' αύτοο 
Πρόεδρος τί}ς Διοικητικούς Επιτροπής, πρώτη φροντίς τ«0 



^ 107 -- 

^ΕχΧαμιτροτάτου ύι:'?]ρξ6 νά ατερεώσή την δύνα(ΐ.{ν τοί)^ 

την οποίαν εβλβτχεν εΙς βάοτεις σαΟράς στηριζρμένην, χαί 

' δεν εδρε προς τούτο άλλο μέσον προσφορώτερον^ είμή τό να 

θέ(Π] τον νεκρόν του αδελφού του μεταξύ έαυτοϋ καΐ τοΟ 
Ιθνους. Βαλσαμώσας λοιπόν τον Ι. Καποδίστριαν, τόν έξέ- 
θεσεν ύς το Παλάτιον, δια νά συ^^έη 6 λαός, να οίκτείρτ^ 
τόν αποθανόντα και ώς έξ ελέους νά παραχωρώ την έξου- 
σίαν είς τόν ζώντα. 

- Μετά τοΟτο, έσπευσε νά εκδίκηση τ^ν λδελφόν του, χύ^ 
νων τό αίμα τοΟ Γ. Μαυρομιχάλη, τόν όποΓον, ώς φονέα, 
έδυνήθη ν' άρπάση άπό την σκέπην ττίς γαλλικ^^ς Σημαίας, 
•δπου εκείνος, καθώς είδομεν, είχε καταφύγει. 
*0 Γ. Μαυρομιχάλης, ώς ένοχος εγκλήματος καθοσιώσεως, 
Ιί^^ζτ:^^ και κατ' αυτήν τήν Διαδικασίαν τοΟ Γεννατο^, νά 
κρϊθ5) άπό Εξαιρετικό ν Δικαστήριον. Άλλα ΪΙολιτικοΟ Δι- 
καστηρίου βραδεία καταδίκη δέν εύχαρίστει τήν διψώσαν 
αίματος ψυχήν του Αυγουστίνου. Έθεώρησε λοιπόν ώς πο- 
λεμικόν ποιον; Εκείνον, δστις εΤχε παραδώσει τάςήνίαςτοΰ 
Κράτους είς τόν 'Ι. Καποδίστριαν, έλθόντα είς τήνΈλλά* 
δα• καΐ διά Στρατιωτικής Επιτροπής, συντιθέμενης και αυτής 
άπό προσωπικούς του εχθρούς, τόν κατεδίκασεν είς θάνατον. 
Ή Κυβέρνησις, έχουσα τό δικαίωμα της χάριτος, έδύνατο 
νά μεταβάλ-^ τήν κεφαλικήν ποινήν εΙς φυλακισμδν πολυε- 
τή. Τοιαύτην φιλάνΟρωπον ίύέαν υπαγορεύει ό Κω7^έττης είς 
τόν Γραμματέα τής Δικαιοσύνης Μιχαήλ Σικελιανών, έχοντα 
ϊπίρροήν είς τόν νουν τοΟ Αυγουστίνου- Ό Γραμματεύς εκ- 
φράζει τήν γνώμην ταύτην είς τόν Κύριόν του. 'Αλλ' αυτός, 
προσποιούμενος είς τήν αρχήν δτι φοβείται τήν όργήν τοΟ 
ίθνους, ζητοϋντος τάχα τό αίμα τοΟ Μαυρομιχάλη, απορ- 
ρίπτει τήν πρότασιν. 'Ανακαλυπτόμενος έπειτα μόνος καί 

8 

οίοίΐίζθό ϋγ ν^οο^ι^ 



— 108 ^. 

φ^υάττων άπό θυμόν, ονομάζει δλους *ΓοΙ)ς περί αυτόν άτϊί• 
στους και προδότας τγ]ς μνήμης του δολοφονηθέντος Κΰ- 
βερνήτου. 

Την 5εκάτην Όχτωβρίου, ό Γ. Μαυρομιχάλης μετά πολ- 
λί)ς στρατιωτικές συνοδίας καταβιβάζεται σιδηρόδεσμος άπό 
τό ϋαλαμίδιον και φέρεται προς το εύρύχωρον Πρόχωμα 
τοΟ Ναυπλίου, διά νά λάβη τόν θάνατον. Καθ' οδό ν κλίνει 
τό γόνυ του εις την γ^ν και άνυψοϊ τάς άλυσιδέτους χεί- 
ρας του προς τό Φρούριον τοΟ *Ίτσ-Καλέ, άποχαιρετών τόν 
ύς τά δεσμά στενάζοντα γηραιόν πατέρα του. Προχωρεί 
έπειτα εις τόν τόπον 'τί5ς καταδίκης, άφοβος και ^ητορεύων 
μεταξύ πλήθους πολιτών δακρυόντων και στρατιωτών καμ- 
πτομένων και αυτών• *Όλοι την στιγμήν έκείνην έχουν τους 
δ'φθαλμούς προσηλωμένους εΙς τήν οίκίαν του Δημητρίου 
Ηλαπούτα, δπου συνεδρίαζεν ή τρισυπόστατος μοναδική 
Αρχή τοϋ Αυγουστίνου, και περιμένουν εκείθεν τήν άφεσιν 
του καταδίκου. Άλλ' ιδού τί γίνεται τότε ε?ς αυτήν τήν 
οικίαν. *0 Κολοκοτρώνης κρατεί μάστιγα ηνιόχου, και ώς 
άθώον νήπιον παίζει με αυτήν. Ό Αυγουστίνος, βλέπων 
ανυπόμονος τόν βραδυκίνητον ώροδείκτην του, προσμένει ν' 
άκούση τήν βροντήν τοϋ κανονίου, σύνθημα τΤ^ς θανατώσεως 
τοδ Μαυρομιχάλη. Ό Κωλέττης μένει μεταξύ αυτών ακί- 
νητος και ίσως έρυθριών διά τήν άκούσιον συνενοχήν του. 
*0 ποθητός κρότος ήχεϊ τέλος πάντων εις τάς άκοάς τοΟ 
Α'ύγουστίνου, τό πρόσωπον του φαιδρύνεται . . . καί ό Γ. 
Μαυρομιχάλης έλαβε τόν στέφανον του Μάρτυρος. 

Μετά τό ήρωϊκόν τούτο κατόρθωμα, άλαζονευθείς υπέρ 
άλλοτε και μή καταδεχόμενος νά συμμερίζεται εις τό εξής 
με άλλους τήν *Γπερτάτην Αρχήν, έφαντάσθη δ γελοίος 
Αυγουστίνος ν' άναγορευθη Μέγας Λουξ της Ελλάδος. 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



ΟθΟ§ΐ€ 



'— 109 — 

"Αγαμος δμως και χωρίς διαδοχήν ό Δούξ, έπανεπαύθη 
κατά τοϋτο εις τόν άδελφάν του Σινςόρ Τζωρτζέτον, πατέρα 
πολλών τέκνων και παρουσιάζοντα εις την Ελλάδα τήν 
καποδιστριακήν Δυναστείαν γόνεμον εις κληρονόμους. 

Δια να βάλη τόν σκοπόν του αυτόν εις πρδξιν, έπετάχυνε 
την συγκρότησιν τΐ]ς Εθνοσυνελεύσεως, τήν οποίαν, ενα 
και ήμισυν περίπου μϊ}να πριν τί^ς τελευττ^ς του, εΤχε συγ- 
καλέσει δ Κυβερνήτης εις τό *Αργος, και περί τά τέλη του 
Νοεμβρίου ήρχισαν να συνέρχωνται εΙς αυτήν τήν πόλιν οι Αν- 
τιπρόσωποι του έθνους. ΙΤροβλέπων δτι έμελλε ν' άπαντήστ] 
άντίστασιν ίσχυράν εις τόν άκαμπτον πατριωτισμόν πολ- 
λών^ έξ αυτών, ένήργησεν ώστε ή Γερουσία, συνισταμένη 
τότε άπό εννέα μόνον μέλη, να έκλέξη εξ εαυτής πέντε, τά 
όποια νά έξετάσωσι ποίος είχε δικαίωμα νά λάβη μέρος εις 
τήν Συνέλευσιν, και δια τής Γερουσίας έχειροτόνησε Πλη- 
ρεξουσίους όσους έκ τών οπαδών του έδυνήΟη, άπομακρύνας 
όλους σχεδόν τους ανεξαρτήτους άνδρας. Προς πλειοτέραν 
δε άσφάλειαν διά Κινκινάτων και δημοκρατών τίνων έκυ- 
χλοφόρησε κρυφίως ει; τάς χείρας τών ήδη έπιθεωρηθέντων 
Αντιπροσώπων Ιγγραφον όμολογίαν, εις τήν οποίαν έκα- 
στος αυτών, πριν είσέλθη εις τό έθνικόν Συνέδριον, έχρεώστει 
νάτόν αναγνώριση ^νυπογράφω^ Μέγα Δοϋκα τής Ελλάδος. 

Κατά τό ΙΓ. ψήφισμα τής έν "Αργεί τελευταίας Εθνο- 
συνελεύσεως, τής οποίας ήτον αυτή συνέχεια,^ επρεπεν οί 
Πληρεξούσιοι νά συμποσώνται Ολοι διακόσιοι τεσσαράκοντα 
δυω. Ή Δουκική Αύτοδ 'Χψηλότης ένόμισεν άρκουντας 
εκατόν πεντήκοντα τρεις μόνον, τών οποίων τό μεγαλήτε- 
ρον μέρος έστρατολογήθη όθεν έτυχε και έξ αυτών τών 
ιδίων Γραμματέων του, οΓτινες κατά τόν νόμον δεν έδύναν- 
το νά ψΛΐ Γραμματείς και Πληρεξούσιοι εν ταύτω, Άλλ' 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



— 110 — 

έν'^ενήχοντα γνήσιοι Πληρεξούσιοι, άλλοι άπό τήν Γεροα- 
ϋίαν 6ποσκελισθέντέ<:, άλλοι έκφυγόντες την όξοδέρχειάν 
της χαι συμπεριληφΟέντες εες τους εκατόν πεντήκοντα τρεΙς 
τοϋ Μεγάλου Δουκ6ς, έκήρυξαν επισήμως γνώμην έναντιαν^ 
ζητοΟντές νά παύσωσι πλέον αΕ έχθροπραξίαι τ•?]ς Κ,απ^δι-τ 
ιστριαχ•ϊ]ς Κυβερνήσεως, νά μείνη ελευθέρα και εις τους έν 
"ϊδρα Πληρεξουσίους ή είσοδος τ'?)ς Συνελεύσεως, και το 
ίθνος, «υνελθόν άνεμποδίστως, ν' άποφασίση περί τ^Ις μελ•? 
λούσης τύχης του. Έπι κεφαλ7)ς αυτών φαίνεται 6 Κωλέτ- 
της και ΐίρό^αγός των ό άτρομος Θεόδωρος Γρίβας, 6 Γε• 
ώργ^ος Βάσος, ό Νικόλαος Κριζιώτης, ό Κωνσταντίνος Βό- 
'^ζο'Ρη^ και άλλοι επίσημοι Όπλαρχηγοι τί)ς στέρεας *Ελ- 
λάδος, οιτινες δμως, έλθόντες ως Αντιπρόσωποι, δεν Ιφε- 
ρον μεθ' εαυτών οδτε στρατιωτικόν, ούτε πολεμεφόδια. 

^0 Μέγας Δουζ καγχάζει δια την μωρίαν τών αντιπάλων 
του, καΐ συναθροίζει περί τάς τρεϊς χιλιάδας στρατιωτών 
εις τό "Άργος,^ διά νά φονεύση δσους ήθελον τολμήσει ν* 
άντισταθώσιν. 

Εις τοιαύτας κρίσιμους περιστάσεις, έρχεται από *Ύδραν 
εΙς "Αργός ό ήρως τ•?1ς ιστορίας μας μετά τοΟ Έκατον- 
τάρχου Δημητρίου Δράμαλη, δστις εΐχε χαί αυτός έξορισθϊ^ 
από τόν Καποδίστριαν, και καταλύει εις την οΐκίαν τοΟ β. 
Γρίβα. Εστάλη αρά γε μυστικώς παρά τών έν *Ύδροι, φ|- 
ρων χρήματα κα! μέσα πολεμικής αντιστάσεως, ή αυθορμή- 
τως ήλθε διά νά κινήση εΕς έπανάστασιν τό παρά τοδ Αυ- 
γουστίνου συναχθέν έκε? στρατιωτικόν, τοδ οποίου οί Αξι- 
ωματικοί τόν ήγάπων και τόν έσέβοντο ; *Όπως χαί αν ή- 
ναι, άφ' ής στιγμ?)ς Ιφθασεν εις τό Άργος, ή συνένωσις 
τών στε^^οελλαδιτών Στρατηγών κατέστη στενωτέρα, χαι 
οί σκοποί των ελαβον τάσιν ισχυροτέραν. Ματαίως ό Αύ- 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



~ 111 ^ 

γουστϊνος έπΐ{λένδΐ ζητών ν' άρπάσϊ] αύτάν εις ταύς όνυχας- 
του. Ό γ&νναϊος Γρίβας δεν τον παραδίδει. 

■Τήν τετάρτην Δεκεμβρίου, ό Γραμματεύς τ*^ς επικρατείας 
Κύριος Σπηλιάδης, άφ' ου προοιμιάσθη δείξας, καθώς καΐ 
εις τους προ.7νόγους των μεταφράσεων τοΟ Βινιώνος καΐ του 
Ζου•^> τον άγνο'τερον προς τήν έλευΟερίαν έρωτα, έλθών 
και εις το κάτ^* τί]ς γραφ•?]ς, προσδιώρισε να γίνη τήν επ- 
αύριον δ δρκος της αύγουστινικής Συνελεύσεως, και μετά 
τρεις ημέρας ή Ιναρξις των υψηλών έργ(3Η7ΐών της. Και τφ 
ίντι, τήν μεν πέμπτην τοδ αύτου μηνός συνελΟόντες ε?ς: τόν 
ναόν της 'Γπεραγίας Θεοτόκου ο[ αύγουστινικρί Ι©^ηρεξού- 
σιοι, ώμωσαν έπί τοδ Ευαγγελίου άπαράβατον πίστιν εις 
τόν Αάγουστϊνον, και μεταβάντες εις τόν ώρισμένον τίπον- 
τί]ς Συνελεύσεως, (ί»^μασαν Πρόεδρον αυτής τον Δημήτριογ 
Τσαμαδόν, Άντιπρο'εδρον τόν Αάμπρον Νάκον,, και Γραμ-» 
|ΐατεις Παρθενοπουλόν τίνα Αακεδαιμόνιον και τόν Γεώρ- 
γιον Αίνιανα• κατά δε τήν έβδόμην ήρχισεν ή Συνέλευσις. 

Ώ ήμερα δ($ξης ! Ό Κόμης-Δούξ έφάνη με τόν Κολοκω-- 
Τ/^ωνην και με δλα του τα πολεμικά παράσημα. Έπωμίδες 
χρυσαϊ, σπάθη άπό κατάχρυσον ζωστήρα κρεμάμενη, σκιά- 
ίιον τρίγωνον και με λόφον πτερωτόν, τί έλειπεν εις τόν* 
Γαληνότατον Δουχα; Έκ τών δύο μερών του τά έξαπτερυ- 
γα ζώα τών Σεραφείμ, <£ Κύριοι αυλικοί του. "ΟπίσΟέν του οΓ. 
δορυφ<ίρρε και υπηρέται του. 'Όλα^σανλαμπρά.και μεγάλα ^ 
Προέβη με πο-λεμικόν βάδισμα,, κοιί φθάσας εις προψοιμασμέ- 
νον τδπον, με διακεχομμένην φωνήν, ήτις τόν έδιδε καιρόν ν^^ 
ακροάζεται τό?; έξόπισώέν τοσ κρυπτόμενον κανονάρχον, είπε. 

€-Τά πένθιμα σημεΤα, τά οποία φορείτε δλοι. . . τά κατη- 
φή πρόσωπα σας. . . και οι προσηλούμενοι εις τό ιερόν του- « 
τατή^ς πατρίδος βήμα οφθαλμοί σας .,.• . αποδεικνύουν δχα 



— 1ί2 — 

έπιβϋμεΐ'τε να ιδητε το πρ<ίσωπον, ν' ακούσετε την φωνήν 
εκείνου, όστις σδς συνεκάλεσεν εις Συνέλευσιν. . . τον Κν- 
ββρνήτην, λέγομεν, τ^]ς Ελλάδος . . . Δεν εΤναί πλέον εις 
τοΟτον 'ίόν κόσμον. . .» 

Μετά τούτο, τρίψας τα ίμματά του, Ικλαυσε. Μετά τοΟ- 
το, άπέμαξε τά δάκρυα του• Τέλος δε πάντων είπε Τροπά- 
ρια τενα τϊ)ς Ακολουθίας του Αγίου Ιωάννου, και ο{ Κύ- 
ριοι Πληρεξούσιοι με άσκεπη κεφαλήν έφώναξαν ψαλμω- 
δοϋντες• «Είθε όθεός άγιάσοι τόν τεθνεώταί 
Είθε εύλογήσοιτάςπράξεις τουάδελφοδ 
αότου και διαδόχου του! λ 

Την αυτήν ήμέραν δ Εξόριστος, έχων συνεργούς τούί 
γενναίους Δανιήλ Πανδ, Ν. Φιλάρετον, Ν. Μαυρολιθαρί- 
την, Αόντον και Ι. Τσιλάγκην, συγκαλεί έκτος τοϋ "Αρ- 
γούς υπέρ τάς δύω χιλιάδας στρατιωτών έκ τών ίδίων εκεί- 
νων, τους οποίους συνέλεξεν ό Αυγουστίνος, και δημηγορή- 
σας αυτούς με δλην τήν εύγλωττίαν, τήν οποίαν δύναταε 
νά έμπνευση 6 θερμότερος τής ελευθερίας έρως, τους πεί- 
θει ν' άναΟεματίσωσι τήν αυγουστινικήν Συνέλευσιν και τόν 
Αύγουστϊνον. Έπειτα μετά τών Αξιωματικών, έπί κεφα- 
λής του στρατιωτικοί), μεταβαίνει ολίγον τι μακράν τοδ 
*Αργους εις το Εηροπόταμον, όπου όλοι ρίπτουν τήν πέ- 
τραν τοΰ Αναθέματος, καΐ δι' έγγραφου των επισήμου 
αναγνωρίζουν ό)ς μόνην νόμιμον τήν Συνέλευσιν τών Συν• 
ταγματικών, ήτις, οδηγούμενη άπό τόν Κωλέττην, συγκρα- 
τείται ίδιαιτέρο)ς και αυτή εντός τοΟ "Αργούς, και διαμαρ- 
τύρεται κατά τής αύγουστινικής. 

Δύω Συνελεύσεις εις μίαν πόλιν εν ταύτφ. Ποία μέλλει νά 
υπερίσχυση ; Θέλει ταφή ό Εξόριστος υπό τά ερείπια τής 
πατρίδος, ή θέλει καταστραφή ό τ^αράνομος Αυγουστίνος ; 



— 113 — 

Ό τελευταίος αύτ($ς, την νύκτα τϊ)ς 7 — 8 Αεχψβρίο^^ 
δεά του έπι των πολεμικών Γραμματέως του "Ροδίου μετα^ 
^έρει ενα Χόχο"^ πυροβολιυτών και τέσσαρα κανόνια εις τά 
'Αργος, και εΙς διάφορα τγ|ς πόλεως μέρη τοποθετεί 'τί 
τάγματα του. Την έπιοϋσαν, ψηφίζεται από την άργυρώ* 
νητον Συνέλευσίν του Πρόεδρος τ75ίς Ελλάδος, διότι ό Μ έ- 
γ α ς Δ ο υ ξ είχε πλέον καταντήσει κοινός περίγελως. Την 
έννάτην τό πρωί, αποστέλλει δλους τους άτιολέμους θερά- 
ποντάς του, ή κάλλιον ολα τα σκεύη του, εΓς τό Νάύπλιον.- 
Κρονόληροι Γερουσιασταί λημώντες και κορυζώντες, Πλη-^ 
ρεξούσιοι λαγωοΐ του Αιγαίου πελάγους^ Υπουργοί θρασειζ 
εις καιρόν μόνον ειρήνης, Γραμματικοί και Παραγραμμα^ 
τικοί, Άστυ^νόμοι και κατάσκοποι, άλλοι επί δνων, άλλοε 
πεζοί και ανυπόδητοι, τρέχουν να κρυφθώσιν εις τα τείχει. 
τ^ς Πρωτευούσ/ις. 

οΤά Ψαλιδοκέρια πήραν του Ναπλιου ευθύς τ6ν 5ρ(5μον^ 
Κ' έφυγαν χωρίς παπούτσια μέ τό πάπλωμα στον ωμον•^ 

Τδρβρέμ, ταρά, τατά !. 
^Έφυγε κι' δ Κυρ 2πηλιά5ης μέ τα μούτρα κρεμαστά. »'. 

Δανειζόμενος,, ώς λέγουν τα Χρονικά μας, την γενναιο- 
ψυχίαν του δλην άπό τόν Βάκχον, μένει ό "Ηρώς — Πρόε* 
Ζρος μετά των εκλεχτών του εις τό "Αργός,, έτοιμος νά 
δώση τό σύνθημα του εμφυλίου πολέμου. Ζητών δε δια τγ)ς 
δολοφονίας νά φθάση ταχύτερον εις τό πέρας "τών αγώνων 
του, την Ιδίαν ήμέραν ενεδρεύει στρατιώτας περί τή.ν οίχίαν 
του Δημητρίου Καλέργη, δπουδιέτριβε, και εις αυτήν, προσ- 
καλεί τόν Κωλέττην και τους Όπλαρχηγούς τής Στερεδς 
Ελλάδος, ύιτό τό πρόσχημα δτι επιθυμεί νά διαπραγμα* 
τ^υθη περί συμβιβασμού. Μή δυνηθείς δμως νά σαγηνεύσ-ϊζ 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθ03ΐ€ 



— 114 — 

τους εχθρούς του, οίτινες προενόησαν τήν έπιβουλήν, ανοί- 
γει τότε τον πόλε(/.ον. 

Ελησίον τί^ς θέσεως του Φρουράρχου Κίτσου Τζαβέλα 
ητον ή κατοικία του Ιωάννου Φαρμάκη, δπου εύρίσκοντα 
στρατιώται Συνταγματικοί. Ό Τζαβέλας τους διατρίττες- 
ν' άναχωρήσωσιν. Αυτοί ανθίστανται. Ό πυροβολισμός 
όρχίζει, και οι Αύγουστινιανοί, τρέχοντες ε?ς τνρ άγοράν^ 
οράζουν δαους Συνταγματικούς ευρίσκουν έμπροσθεν των, 
χίχί ζητούν νά εμβωσιν εΙς τά οικήματα των εθνικών Πλη- 
ρεξουσίων και του Κωλέττου δια νά τους φονεύσωσι. Τότε 
ακούεται πολλών εκατοντάδων πολεμιστών ή κραυγή αυτή* 
«Ζήτω το Σύνταγμα !» και φαίνεται ό Εξόριστος ξιφήρης 
επί κεφαλ'?^ς των, πο7νεμών τους Αύγουστινιανούς. Ό Στρα-» 
τηγός θ. Γρ(βας καταλαμβάνει το εις τήν άγοράν Κατά* 
λύμα, και το ένδυναμόνει με στρατιώτας,,τούς οποίους τον 
χορηγεί ο Εξόριστος. Οί Όπλαρχηγοί Γ. Τσόγκας, Ν• 
Κριζιώτης, Χριστόδουλος Χ. Πέτρου, Β. Μαυροβουνιώτης^ 
Στάθης Κατσικογιάννης, δ Αντιστράτηγος ΣταΟρος Γρίβας*, 
και αδελφός του Ταγματάρχης Γαρδικιώτης προφθάνουν^ 
2ΐαι όχυρόνουν τάς γείτονευούσας οικίας. Προς το μέρος τοδ ■ 
Προφήτου Ήλιου, οί έκβι κατοικοΟντες αδελφοί Ι. και Σ. 
Στράτοι, ό Εύαγγέλης Κοντογιάννης και Ι. Στάίκος άπαν- 
τώσι γενναίως τάς προσβολάς των όπομίσθων του Λύγου• ' 
στίνου, προς το δυτικόν τγ]ς πόλεως 6 Ταγματάρχης Ν• 
Ζέρβας, και πρδς τό βόρειο ν οί Στρατηγοί Νότης και Κων- 
σταντίνος ΒοτζαραΤοι, Γ. ΒάΚας και Μακρυγιάννης. Ή νύ£ 
έπελθοΟσα καταπαύει τήν μάχην, και τήν έπιοΟσαν, ^ρογ^ι 
άδιακόπως πίπτουσα εμποδίζει τήν επανάληψιν των έχθρο^ 
πραξιών του Αυγουστίνου. Κατ' έκείνην τήν ήμέραν, 6 Ε- 
ξόριστος και ο{ άλλοι αρχηγοί του συνταγματικού στρατεά-• 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



Οθ03ΐ€ 



— 415 — 

ματος καταγίνονται εΙς την κηδείαν τών φονευθέντων συν- 
τρόφων των, καί προετοίμάζονται εις νέαν άντίκρουσιν. 

Την ένδεκάτην αμετάβλητος δ Αυγουστίνος εις τους σκο-; 
πους του^ άφ' ου πάλιν δια ψευδών υποσχέσεων έδοκιμασε 
ματαίως νά παγίδευση τους εναντίους του, περιστοιχίζει 
την πόλιν με τό ίππικόν του, καί γνωρίζων έξ ιδίας του 
ιρείρας τό άντιφάρμακον τί|ς δειλίας, παραδίδει όλους τους 
οίνους τών Άργείων εις τους στρατιώτας του, τους μεθύει 
και τους διατάττει ν^ άρχίσωιι τον πόλεμον. Τότε συγκεν- 
τρωθέντες οί Συνταγματικοί, έφορμώσι κατά τών Αύγου- 
στινιανών, τους καταθραύουν, καί ο Εξόριστος, πληγώσας 
τον Ταγματάρχην Τριαντάφυλλον, λαμβάνει αυτόν αίχμά- 
λωτον. Βλέποντες όμως έξ ενός μέρους την χύσιν τοΟ ελ- 
ληνικού αίματος αύξάνουσαν, καί στερούμενοι έξ άλλου^ 
πολεμεφοδίων, άφ' οδ συνέστησαν Κυβέρνησιν συγκειμένην 
άπό τόν Γεώργιον Κουντουριώτην, τον Κωλέττην καί τον 
Ζαίμην, ενήργησαν την περίφημον έκείνην τ^]ς δωδέκατης 
Δεκεμβρίου έξοδον, καί την δεκάτην τρίτην έφθασαν εις την 
Κόρινθον. Την δεκάτην πέμπτην, δ Εξόριστος, ό Στρατή* 
γός θ. Γρίβας, ό Ν. Κριζιώτης, ό Γ. Βάσος, ό Γαρδικιώτης 
Γρίβας καί ό Ζορμπδς έκίνησαν άπό τόν 'Ισθμόν, .ήλθον 
απνευστί έμπροσθεν τών Μεγάρων, κατεχομένων παρά τών 
Καποδιστριακών, καί τά κατέλαβον έξ εφόδου. Οί δε λοιποί- 
Όπλαρχηγοί συνώδευσαν τους Πληρεξουσίους καί την νεο• 
συστατον Αρχήν εις τήν Περαχώραν• 

ΤοιαΟτα ύπ-^ίρξαν τά κατά τό "Αργός πολεμικά συμβάν^ 
τα; εις τά όποια ήοίστευσεν ό Εξόριστος. Πόσοι άλλοι ώς 
αυτός, λαβόντες μετοχήν τότε ή μετέπειτα εις τήν κατά 
τ^ς παρανομίας έκείνην πάλην, καί κατά τό μάλλον καί 
'^ττον διαπρέψαντες, έπανήλθον εις τήν ταπεινήν σφαΤρ^ν, 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθ03ΐ€ 



~ 116 — 

©Λου τους κράτη σήμερον αφανείς ή μετριοφροσύνη των ί 
Άλλ' &ς {δώμεν τώρα τι γίνεταί, απέθανε ν ή ζί} Κύ- 
ριος Αόγερινόπουλος, δστις, λαβών άπο τά πυροβόλον τοδ 
άνταγωνιστοΟ του τόσον σφοδρόν μάθημα εις τά σκέλος 
και χάσας την ίσοσταθμίαν του, είχε μείνει μακρύς πλα- 
τύς εξαπλωμένος ολίγον μακράν του Ναυτζλίου• 

Ό ανδρείος αυτός αθλητής μας μετά την πτώσίν του^, 
καθώ^ ό Γδιος έμαρτύρησεν ύστερον, απέμεινε πολλήν ώραν 
ως εμβρόντητος, προσηλώσας άκίνητον και απαθές δμμα 
εις την πληγήν του. Συνελθών έπειτα ολίγον, έκυριεύθη- 
άπά φρίκην, και ψυχρός ίδρώς περιέχυσεν δλα τά μέλη του. 
*Η δρασίς του εξαίφνης έπεσκιάσθη, καΐ νομίσας αποτέλε- 
σμα θανάτου την εις αότέν προελθοΰσαν άπό την έκροήν τοί>ν 
αίματος και προ πάντων άπό τόν φόβον σχοτοδινίασιν, συν- 
έλαβε την παράδοξο ν βεβαιότητα δτιπαρέδωκεν ήδητό πνεύ- 
μα. Έσταύρωσε λοιπόν τάς χείρας έπι του στήθους του, έ- 
κλεισε τους οφθαλμούς και βαθμηδόν Ιπεσεν εΙς λειποθυμίαν.. 
Το τοιούτον ίσως εις πολλούς φανί] άπίθανον. Άλλα πόσοι 
με χρυσάς έπωμίδας Αοχαγέται της Ελλάδος, οιτινες άπό 
τό πρωί έως τό εσπέρας με τάς έπισυρομένας καμπύλας 
σπάθας των καταθραύουν τάς πέτρας τών οδών, θέλουν μας 
δικαιώσει κατ' ιδίαν, ένθυμούμενοι δτι και κατά την Μάνην 
εσχάτως, εις άθώαν εκρηξιν πυροβόλου, έπεσαν άπνευστοδ 
κατά γ7]ς, και διοι στιγμάς πο7νλάς υπέλαβον εαυτούς νε- 
κρούς, χωρίς ν' άποξεσθ')} κάν ή απαλή έπιδερμίς των! Έλ- 
πίζομεν δτι αϊ τοιαυται Γενναιότητες, αν τυχόν άναγνώσω- 
σι τό μέρος αυτό του βιβλίου μας, θέλουν εις τό έξης πίχυ- 
αει, ένώ ^οφώσιν εις τά Καφενεία τό ποτόν τί]ς Μόκας χαί 
τό γάλα, νά μδς διηγώ^ηαι με τόσην Ιμφασιν τά μυθώδη^ 
τερατουργήματα των άνδραγαθιών των. 



Άπο τό παι^ίο^ τοϋ Άρεος, δπου Ιχειτο εΙς ληθαργιχήν 
άναίσθησεαν ό ΑύγερΕν(ίποϋλος, διέβο^ινε κατά τυχην εΐς χω- 
ρεκος, ακολουθών μακρόθεν τα Γχνη τοΟβνου του,δστις έιτρο- 
χώρει ελεύθερος άπό φορτι'ον. Θέλετε νά μάθετε δκατί τό ζώον 
προεπορεόετο τόσον τοΟ αύθέντου του ; Διότι αότός, προ- 
βλέπων τ•^» πλησιάζουσαν άναρχίαν και άναμετρών εις τόν 
νοΟν του πόσα γεννήματα εμελλον νά τον άρπά^ωσιν ο£ 
Καποδιστριακοί κα2 πόσα οι Συνταγματικοί, έβάδιζβ βρα- 
δύποΰς καΐ σκυθρωπός. Τό τετράπουν έξ εναντίας, μην έ- 
χον οδτε νά χάστ] οΰτε νά κερδίση τίποτε, άπό φροντίδας 
έλαφρόν καθώς και άπό άγώγιον, Ιτρεχε λακτίζων τήν γτ}7 
άπό χαράν Ένω είς εν μέρος εκυπτε τήν κεφαλήν δια νά 
φάγη αρπακτικά χόρτον τής ορέξεως του, απήντησε με τήν 
γνάθον του μεταξύ όνακανθών τό πρόσωπον του Αύγερινο- 
πούλου•" Άφ' ου τόν ώσφράνθη ολίγον, έφρύαξε και βιαίως 
Ιφύσησεν εις τους ρώθωνας τοΟ άποχεκαρωμένου ήρωος. Εις 
τγιν όνιχήν εμπνευσιν, έπανήλθεν αυτός εις τήν ζωήν. Έκ- 
θαμβος διά τήν νεκρανάστασίν του, Ιμεινεν εις παντελί)κατ' 
αρχάς ήρεμίαν, βλέπων υπεράνω του άσκαρδαμικτεί τόν 
θαυματουργόν του σωτήρα. Έζήτησεν ύστερον νά ύπο- 
κρύψη τήν μύτην του άπό τους μυκτήρας του επισκεπτό- 
μενου αυτόν φίλου και τό στόμα του άπό τά τρυφερά του 
λδίχήματα. Έν τοσούτφ εφθασεν ό χωρικός, καΐ χαθ' ην 
στιγμήν υψονε τήν μάστιγα διά νά βάλη πάλιν εις κίνησιν 
τόν συνοδοιπόρον του, «μη κτυπδς, καλέ μου άνθρωπε, 
τό άκακον αυτό ζώον . . . εϊπε με αδύνατον φωνήν ό Αύ- 
γερινόπουλος. Είμαι, καθώς βλέπεις, κακά πλ/]γωμένος... 
Δεν ημπορώ νά σαλεύσω* . . Βάλε με, δι' άγάπην θεοΟ, βίς 
τήν ^άχην του, και πήγαινε με σιμά έδώ εις τήν κατοικίαν . 
μου• . • *Αν με κάμης αυτό τό ψυχικόν, σε δίδω και τήν 



ζιύήν μοι>^, φθάνεε μόνον νά μη μ" ά^ή^ης να την χά<τω. . •. 
•*-Έγώ, αυθεντικό, άπεκρίθη ό χωρικός, εύχαριστουμαί νά 
με δύσης μρναχά το πουγγάχι σου με δσα μαλαγματένία: 
στρογγυλά ευρίσκονται μέσα. Έχω ακουστά πώς έιεϊς ο^ 
Καλαμαράδες και Πολιτικοί το βαστάτε με συμπάθειο, κα- 
λά γεμάτο άπ' έκεϊνα, δπου μοίς αρπάζετε. — Έγώ εΤμαει 
ΪΤολεμίκός, έπανέλαβεν δ Αύγερινόπουλος, και . . . τρέχει 
δμοϋς ύσάν βρύσις το αΤμά μου . . . *Αν ι^σαι χριστιανός 
κάμε μιαν ώραν άρχήτερα. . .» Ό χωρικός τόν έφόρΐωσετ 
β!ς τό ύποζύγίόν του, και βλέπων δτι δεν έδύνατο νά κρα• 
τηβϊ) επάνω, τόν εδεσεν έπι τρϋ σάγματος. Ό δε Ονος, αϊ- 
σθανόμενος την πλάτην του νά πιέζηται άπό τό βάρος, ήρ- 
χιίσεν όγκανίζων νά καταρδται είς την Ιδικήν του διάλεκτον 
την τοιαύτην άπάντησιν. *Υποτασσόμενος τελευταϊον εις 
την ανάγκην, έσΐώπησε, και με β1]μα Οχι π7νέον τόσον ταχύ* 
Ιφερε τόν ήρωα μας εις τψ άγροτικήν του κατοικέαν• 

Μόλις τόν Ιβα7νον εις την κλίνην του, και αφόρητοι όδύ• 
•^αι ήρχισαν νά τόν βασανίζωσιν. Ήλθον αμέσως δύω φημι- 
ζόμενοι ώς εμπειρότεροι κατά την Χειρουργικήν Ιατροί τί)ς 
Πρωτευούσης. Κτυπώ ντες μέ τά δάκτυλα τάς ταμπα κέρας 
των και Δοκτορικώ; περιπατουντες, πολλήν ώραν περί γε* 
νικών θεωριών έβαττάρισαν Αατινιστι. Άφ' ου δε άπό τ'^ 
αριθμητικά κλάσματα κατήντησαν εις τά των όστέων και: 
άπό τάς κωνικάς τομάς εις τάς τών σαρκών, ανά μηροτο- 
μήσωμεν, εΤπεν ό εΤς, τόν πάσχοντα ειδεμή, 5έν θέλει ορθο- 
ποδήσει ποτέ. — Νά τόν καρατομήσωμεν κάλλιον, άπεκρίθη- 
α άλλος, παρά νά τόν άφήσωμεν νά ζήση μέ σώμα κολοβόν 
και νά μοίς βλάσφημη. Λ Μετά πολλάς περί τούτου λογομα-- 
χίας, εμεινον τέλος πάντων σύμφωνοι νά μη μεταχειρισθώ^- 
υιν επάνω τουτά κοπτερά των εργαλεία. ((*Αν τόν άφήσ<ο^ 



ΟίΟίΐίζθό Ι^ν 



Οοο^ΐε 



— 119 — 

μεν, ΙσυλλογίσΟησαν, άχέραιον και εΙς 'τήν 8(άχρ(9κν τί^ς 
φύσεως, ή βέλε: άτϋοβάνε(, ή βέλεε ζήαεί. ΕΙς την ττρώτην 

τιερίστασιν, επειδή δεν συνειθίζουν οί νεκροί. νάλέγω<τι γρύ, 
δεν βέλει προφέρεϋ ό μακαρίτης την παραμικράν κατηγορίαν 
χατά τ?1ς Χεφουργίας. Εις την δευτέραν πάλιν, επειδή θέ- 
λει θεραπενθγ) χωρίς να βλαφΟϊ) κατ' ουδέν ή ολομέλεια του, 
αν Ιχη ενός άσπρου εύγνωμοσύνην, θέλει δλην του την ζωήν 
εγκωμιάζει την έπιστήμην μας.» Δια νά μην άπέλθω:σιν ^ 
μως χωρίς νά φανώσιν εις τίποτε χρήσιμοί, διώρισαν Ιν χα* 
τάπλασμα τοπικόν προς άνακούφισιν των άλγηδονων, καί 
τρδϊς κατά το παρόν δυνατάς φλεβοτομίας προς παυσιν τών 
παλμών, των προερχομένων άπό τόν όπερβολικόν φ(ίβον• 

*^Οχι βέβαια προς τιμήν των Έξοχωτάτων Κυρίων χει- 
ρουργών μας, δσον συχνότερα έπεσκέπτοντο τόν Αδγερι* 
νόπουλον, τόσον χειρότερα έγίνετο ή στάσις του. Την πρώ* 
τ/ιν ήμέραν είχε πόνους μόνον, τήν δευτέραν καΐ πυρετόν^ 
τήν τρίτην καί συνεχείς ασφυξίας. «Τόσον καλήτερα ! έφώ- 
ναζον καί οί δύω. Νά πάρη καινά δώση, καί αν άποθάνη 
ν' άποθάνη, άφοϋ εξάντληση δλα τά βοηθήματα τί^ς τέχνης* 
Βδέλλαι λοιπόν, αίματα, έπισπαστικά καί προ πάντων κλυ^^ 
στήρια, διά νά καθαρισθώσιν οί χυμαί του, τών οποίων ή 
δριμύτης καί κακοήθεια εμποδίζει τήν ιασιν του έλκους, λ 

^Ένα καί ήμισυν μήνα έμεινε κλινήρης ό Αόγερινόπουλος, 
ώς φάντασμα καταντήσας άπό τάς πολλάς έξαγωγάς τών 
αιμάτων, καί καθ' δν χρόνον συνέβαινον αί σκηναί τοΟ "Αρ^ 
γους, δεν ήτον εις κατάστασιν ακόμη νά έξέλθη τ^ς οικίας 
του. Έτριξε τους οδόντας, δταν ήκουσεν δτι 6 Έξόρισ'τος 
εύρίσκετο εις τό 'Αργος, φρουρούμενος άπό τόν θ. Γρίβαν^ 
καί αμέσως διεύθυνε προς τόν Αύγόυστϊνον άναφοράν, εις 
τήν οποίαν έζήτε.ι τόν θάν^χτον του εχθρού του. «Υψηλό* 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



— 120 — 

τατε! τόν Ιγραφε μετά πολλάς άλλας συκοφαντίας• ό χαί 
χοΟργος αυτός έπεχείρησεν εσχάτως και νά [/.έ δολοφονήση^ 
δείτι, τολμήσας ενώπιον μου νά έξυβρίση την στρατηγική^/ 
♦ σας δόξα ν και νά σδς ονομαστή άρπαγα τΐ]ς ανωτάτης άρ- 
χϊ}ς, εις τόσην άγανάκτησιν με είχε κινήσει, ώστε προς σω- 
φρονισμόν τον Ιδωκα εν καλόν ράπισμα. Πληγωθείς δμως 
δέινώς άπό την έπίβουλονχεϊρά του, καΐ μη δυνάμενος επο- 
μένως νά έλθω εις τό 'Άργος, άνατίΟημι την φροντίδα τ'ϊ}ς 
χοιν^Ις έκδικήσεώς μας εις την Ύψηλότητά σας, χαΐ εΤμαε 
βέβαιος δτι τήν φοράν αυτήν δεν θέλει έκφύγει την κεφα- 
λιχήν ποινήν, τής οποίας διά τόσους λόγους εΤναι άξιος, λ 
'Οταν μετ' ολίγον ό Εξόριστος άνεχώρησε μετά των Συν- 
ταγματικών άπό τό '^Αο'^ος^ ή λύσσα του Αύγερινοπούλου 
Ιφθασεν εις τό Ιπακρον, διότι, ως έλεγε οάκνων τά δάκτυ- 
λα του, τόν έπέταξεν άπό τάς χείρας. "Εκτοτε συνέλαβε 
τόν ακοπόν νά τόν θανάτωση έξ έπιβουλ•?)ς, και άλλο πλέον 
δέν έσυλλογεϊτο, εΕμή πώς νά επιτυχή άνθρωπον άρμόδιον 
εις τοιαύτην έπίχείρησιν. Δύω μεγάλα συμφέροντα εΰρισκεν 
εΙς τόν φόνον τοϋ Εξόριστου• εν, δτι ευχαριστεί της έκδι- 
χήσεως τό πάθος, και άλλο, (τό ούσιωδέστερον δι' αυτόν}• 
δτι τόν απέβαινε πιθανότερα ή κατάκτησις τ7)ς Ασπασίας•^ 
δηλαδή ι^ς περιουσίας της, άπό τήν οποίαν δέν έδύνατο 
κατ' ούδένα τρόπον νά παραιτηθ^. 

Μίαν ήμέραν περιερχόμενος εΙς τό Ναύπλιον, έστάθ>] 
πλησίον εργαστηρίου, δπου έπωλοΟντο διάφορα λάφυρα καϊ 
κλοπιμαία του πρό μικροΟ γυμνωθέντος "Αργούς. Ό πρά• 
της, Χίος τήν πατρίδα καΐ γελωτοποιός ολίγον, έπροσκάλει 
τους διαβάταςμέ άστειότητας. «Πάρετε, Κύριοι, έφώναζεν, 
αυτά τά πατερημά. Ήσαν (ώρα του καλή!) ενός Πληρε* 
ξουσίου, ^ποΟ τά κάπνισε ν άπό τό "Αργός. Πάρετε τα. 



— 121 — 

■^^ είναι ή (ίοφία τοΰ Σολομώντος. "ΛΓ αυτά μοναχά εις τλ 
χέρι και χωρίς νά βγάλλετε άτυό το στόμα τσιμουδιά, θά 
περν&τε εις τήν Γερουσίαν ούρανοκατέβατοι . . . Αγορά- 
σετε αυτό το τηγάνι καΐ τήν χύτραν, διά νά μαγειρεύετε 
τά λαχανικά, όπου χειμώνα καλοκα{ρι φυτρόνουν εις τό^ 
Άγροκήπιον τοΰ Κυρίου Παλαιολόγου . . . Θέλετε νά γέ- 
νετε Διπλωμάτάι; ΙΙάρετε αυτά τά ομματογυάλια. Μ* οΛ• 
τα θά βλέπετε τον κόσμον μικρόν, καί δ κόσμος θά σοίς βλέ* 
πη μεγάλους.. . . Τί στέκεσθε; Δεν πέρνέτε αυτό τό σπαθί 
τοΟ Καραίσχου; *Όσοι άπό τά είκοσιοκιώ και ύστερα ήλθετε 
εις τήν Ελλάδα ζωσθϊ^τέ το, καΐ θά γένετε φοβεροί Όπλαρ- 
χηγοί . . . Νά διά πούλημα κ' ένας χονδρός φάκελλος Ε- 
φημερίδες. Τά φύλλα τους είναι άπό πατριωτισμόν παρα- 
γεμισμένα• άπό πατριωτισμόν, Κύριοι. Πουλώ καλόν πα- 
τριωτισμόν αγοράσετε τον εΤναι τώρα καιρός εθνοσυνε- 
λεύσεων, και αν θέλετε, τον μεταπουλεϊτε• Ποιος πέρνει 
πατριωτισμόν ; Νά πέντε λεπτών . . . νά δέκα λεπτών . . . 
Κάνεις δεν γυρνιΧ νά με κυττάξη, καΐ δλοι τρέχουν εις τό 
Ταμεϊον τής Οικονομίας, εις τήν μεγάλην δημοπρασίαν. . . 
χέμ ί . . χέμ : . . 

ΠουληταΙ κι άγορασταί. 

Βουλευτά^ κί* Εκτελεσταί • • • » 
Είς Αλβανός έσταμάτησεν έκεΐ καί αυτός διά ιδί) ξίφη 
τινά, εκτεθειμένα είς τους διαβαίνοντας. Έμπροσθεν του ή 
ευφράδεια του Χίου έπαυσε, καί είς πάσαν λακωνικίιν έρώ- 
τησιν εκείνου άπεκρίνετο αυτός μέ συστολήν μεγάλην. Τά 
χείλη του Αλβανού έσκιάζοντο άπό δάσος μυστάκων, καΐ 
όΐ άετώδεις οφθαλμοί του έζήτουν νά τρυπήσωσι τήν '^ψ• 
'Γ'^ον κόκκινος ώς αστακός, καί άπό τους ανοικτούς πόρους 
του προσώπου του έξητμίζετο οινοπνεύματος οσμή. Έζή- 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



ΟθΟ§ΐ€ 



~ 122 — 

^ησβ σπάβην τ?}< ΔαμασχοΒ, δεν ευίρεν, υβρυσεν, Ιφυγεν, 
ίιτανήλθεν, έγογγυσε πάλιν, καΐ πάντοτε ό Χίος ε(ΐ.ενεν Ιμ- 
προυθέν του σιωπηλός. 

Τέλος πάντων άνεχώρησε. Τότε ό πωλητής χάμνων τον 
σταυρόν του και άποτεινόμενος προς τόν Αύγερινόπουλον, 
«σέ τον δίδω, είπε, δια τόν πρώτον μαχαφοβγάλτην τοΰ 
κόσμου. Ό διάβολος έφτυσε, και τόν Ικαμεν. 'Άνθρωπον 
και όρνιθα να σκοτώση, τό έχει δλο ενα• » Ό Αύγερινόπου- 
λος, δστις εΤχεν ανάγκην από τοιοΟτον ύποκείμενον οιά τόν 
μελετώμενον φόνον, «γνωρίζεις πώς τόν λέγουν ; ήρώτη-* 
σεν. — "Οχι• δεν ήξεύρω. Έκεϊ κάθεται εις τό Καφενείο ν 
δλην την ήμέραν. Έκεϊ θά ήξεύρουν καΐ τ^ όνομα του. Σέ 
λέγΐίΐ μόνον δτι τέσσαρες πέντε μίανες εΤναι, άφ'οδ μάς έξ$• 
φότρωσεν εις τό Νάπλι, και δ Πρόεδρος μας Κόντε Αυγου- 
στίνος τόν έχει τώρα εΙς την φρουράν του. "Οταν άνοιξε τ6 
του.φέκι τοδ "Άργους, αυτός πρώτος έσπασε τά βαγένια τών 
Άργείων, κ'Ιχαμε να τρέχη τό κρασί ποτάμι. Τόν ηύραν 
μ)άν νύκτα εις τό Νάπλι να βάζη φωτ^ά εις τό σπήτι τοΟ 
Δείνίγιάννη. Τόσην λυσσαν έχει τό σκυλί δια τους Συνταγ- 
ματικούς, καί δια χρήματα ξεθάφτει τόν Β|ον πατέρα του, 
αν απέθανε, καί τόν κρεμνι^. » 

Εις δλους αυτούς τους λόγους, ηδξανεν επιπλέον ή χαρά 
τοΟ Αδγερινοπούλου διά τό άνέλπιστον εύρεμά του, καΐ 
μετ^ ολίγον ύπγ}γεν ε{ς τό απέναντι Καφενεΐον, δπου ό Αλ- 
βανός έκάθητο καπνίζων καί διηγούμενος τά πολεμικά του 
κατορθώματα. Ήρχισεν εύθ5ς νά εξ:οίκειόνεται με αυτόν, 
προσποιούμενος ένθουσιασμόν διά τά ήρωϊκά του έργα, καί 
φανερόνων δλον τό κατά τών Συνταγματικών μϊσός του•• 
'Αφίνομεν τάς λεπτομέρειας τγ|ς συσχετίσεως των διά νά. 
μη βαρύνωμεν τους άναγνώστας μας, καί μόνον έρχόμεθα 
ε!ς τό αποτέλεσμα της. 



ΟίΟίΐίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



ϊυνθήλη μίβγάλη Ιγινβ (ΐεταξύ τών δύο μελιών, χαι τοιαδ• 
'Τΐ), οποίαν πολλάκις εκαμον άνάμεσόν ταίν μεγάλα Βαο{• 
λεία πρόις κατάβρόχθςσιν μοχρας Επικρατείας. ^Εχαστον άρ-* 
6ρον πολλήν ώραν 8ιεφιλονείχήθη, χαί αναμφιβόλως αί 6ίϊεχ^ 
^υγαί^ τας οποίας Ιχαμεν ό πονηρός ίίελοποννήσιος ^ίς τάς 
απαιτήσεις τοΟ άπληστου Άλβανοΰ, ήθελον προξενήσει τζ• 
μήν χαι εις τόν έπιδεξιώτερον Διπλωμάτην τοΟ αιώνος μας. 
Τόσον 8έ μδλλον άξιος θαυμασμοϋ ϋπν)ρξεν εις τήν διαπράγ- 
μάτευσιν ταότην ό Αύγερινόπουλος, χαθ' δσον έδυνήθη να 
καταφέρτ) 'ίόν Άλβανόν, ένω ή αμάθεια τούτου δέν τάν 
έσυγχώρδί νά μεταχειρισθώ έχεϊνα τα π λ ή ν χαΐ όμως, 
€χεΐνα τάείς ένα κάποιον τρόπον, τ^ χολα* 
κεύομαι νά ελπίσω χαί αρέσκομαι νά νομί• 
ζ ω, φράσεις, τάς οποίας τόσον επιτυχώς ή Διπλωματεία χαί 
τόσον άφθόνως έπιχύνει σήμερον εις τήν ^Ελλάδα. 

Άφ' ου έπαυσαν ούτως αί διαφωνήσεις δλαι και άνεδέ- 
χβη 6 Αλβανός νά οολοφονήστ] τόν Έξόριστον, ό Αυγερινό - 
αϋοϋλος έντυπώσοίς χαλά εις τήν μνήμην του τά χαρακτηρι- 
στικά τοΟ προσώπου χαί τ' Ονομα του προοριζομένου θύμα- 
τος, τόν προεπλήρωσε χίλιους Φοίνικας, και ύπεσχέθη νά 
τόν μέτρηση άλλους τρισχιλίους μετά τήν πραξιν. Προς 
άπόδειξιν δέ της εκτελέσεως του φόνου, Ιμεινεν υπόχρεος 6 
^Αλβανός νά τόνφέρη τήν εικόνα τής ^Ασπασίας, τήν όποΓαν 
δΤχεν δ 'ίξόριστος εις τό στήθος• Έσυμφωνήθη όμως ν" ά• 
7ίοσΛα:σθώσιν έξ αυτής οί τιμαλφείς λίθοι, και νά μείνωσι 
χέρΒος τοΟ φονέως. 

Άνέβη λοιπόν μίαν αυγήν ό Αλβανός εις τόν ιππον τ6υ, 
και άφ' ου προσευχήθη βλέπων κατά τήν συνήθειαν προς 
\Ανατολάς, και παρεκάλεσε τόν *Ύψιστον νά ενίσχυση τόν 
βραχίονα του εις τόσον θεάρεστον έργον, εκίνησε δια τά Μέ- 

9 



— 124 — 

γαρα, καΐ προς τό έ^έράς φΟάσας ύς την Κ($ρ^;θον, χατε- 
λυσεν εΕς οίκίσκον χωριχου. Έ[χβ'?]κεν ως καλός οικοκύρης^ 
ήρπασε 2ύω παχεϊς κούρκους, τους άπεκεφάλισεν ό Γοιος και 
παρήγγει7νε να τους έτοιμά^^ωσι δ:ά την τράττεζαν• Δια ν^ 
άποκοιρ,ίση δε ό7α'γον την πεϊνάν του έν οσω παρεσκευάζετα 
το δεϊπνον, έπρόσταξε νά τον φέρωσιν ευθύς ώς δια ΐΓρόγευ-^ 
μα σήσαμον σουβλισμένον. Ό χωρεκός μη δυνάμενος νά τον 
έννοήση και τρέμων όλος έμπροσθεν του, άπέμεινεν ά^ρωνος 
χαι ακίνητος ώς άγαλμα, α Δεν με κατάλαβες, μωρέ ^αγχά^ 
έκραξε με βραγχώδη φωνήν δ Αλβανός. Φέρε μ' έδώ σου- 
€λί, σουσάμι και μέλι, κ"* εγώ σε δείχνω την τέχνη,}) Ύπτ^- 
κουσεν ρ πτωχός και τόν εφερεν δ, τι έζήτει. Βάλλων τότεσ 
Αλβανός την σοϋβλαν πρώτον εις τό μέλ',, ύστερον εις τά 
σήσαμον, και περιστρέφων αυτήν εις τό πΟρ, άφ' ου πολλά- 
κις επανέλαβε την αυτήν έργασίαν, κατώρΟωσεν ολίγα ν 
κατ' όλιγον σησάμινον γλύκυσμα. "Επειτα έδείπνησε κα7νά. 
*£πειτα έτραγωδησε τό πνίξιμον της ωραίας Ευφροσύνης. 
και τήν α!χμαλωσίαν τών Ιωαννίνων. "Επειτα έχένωσε δις 
χαί τρις τα πυροβόλα του κατά τών πίθων, τους έ9ρυμμά- 
τισεν, έδειρε τόν οίκοδεσπότην, έχάδευσε τόν βαρβάτον του^ 
και περί τά μεσάνυκτα με τό φέγγος τ^ς σελήνης έξηκοτ 
λούθησε τόν δρόμον του. 

^ιαβαίνων άπό τήν ΙΙεραχώραν, εμαΟεν δτι εκείθεν ή Κι>- 
βέρνησις με9' δλχον τών πολιτικών και πολεμικών Αρχη- 
γών του Συντάγματος εϊχε μετακομισθν) προ μικροΰ εις τα 
Μέγαρα. Μεταξύ Περαχώρας και Μεγάρων εκτείνεται δδος 
. παρι τήν άκτήν Ι'ρημος. Έξ ενός μέρους ορίζων μεγάλο• 
πρεπής θαλάσσης• έξ άλλου δάση γηραλέα και άπότομρι. 
κρημνοί, κατά δε τήν αμμώδη παραλίαν κείνται διεσπαρ(1έ- 
να στελέχη λευκά δένδρων και σκελετά ναυαγησάντων 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθ03ΐ€ 




— 125 — 

•κ7νθ{ών. Ποία Οέαί; πρόσφορος εις υ'ψηλάς εμπνεύσεις διά 
τόν φιλέρημον ποιητήν, όστις ήΟελεν έζει περιορίσει τον μο- 
ναδικόν του βίονί Άλλα «ποία τοποθ€σία ωραία δια λη- 
στείας και άρπαγας ! » έσυλλογεϊτο περών έχεϊθεν ό *Αλ- 
βανός, δστις πολλά ολίγον έφρόντιζε διά τάς χαλλονάςτης 
φύσεως. Ποτέ ό αετός, χαταβαίνων άπό τά σύννεφα εΙς τάς 
πεδιάδας, δεν τάς επιβλέπει με τόσον προσεκτικόν όφΟαλ- 
μόν, και δεν παραμονεύει με τόσην άδηφαγίαν τον εμφανί- 
σμόν αδυνάτου πτηνού. 

Άλλ' ένω αυτός διευθύνετο εις τά Μέγαρα, δ Έξόρι• 
στος μετέβαινεν εκείθεν εΙς τί^ν Ύδραν, σταλείς διά να 
μεταφέρη τους επί των ένοόξο^ν βράχων της Άντικαποδι- 
στριακούς εις την πόλιν των Συνταγματικών, χαι νά συγ* 
κεντρωθ^ ούτως ή Άντιπολίτευσις εΙς την στερεάν Έλλά^ 
δα. Διερχόμενος άπό τάς Αθήνας, έφιλοξενήθη άπό τον 
Στρατ/]γόν "Αγγλον Τζώρτζην, δστις, δλος "Έλλην την 
ψυχήν και κύριον σκοπόν της ζω5)ς του προθέμενος την πα- 
λιγγενεσίαν τ?)ς Ελλάδος, κατεδιώκετο χα Ι αυτός παρά 
τ5]ς καποδιστριαχίς εξουσίας διά τά γενναία καί ανεξάρ- 
τητα αίσδήματά του. Οί έκει Αύγουστινιανοί έζήττσαν νά 
φυλακίσωσι τόν Έξόριστον διά τ^ίς τουρκικϊ)ς Άρχί)ς, χαΐ 
νά τόν παραδώσωσιν εις τάς χείρας τοΟ Αυγουστίνου. Άλ7ν' 
οι κα7νοι πατριώται Ζαχαρίτσας, Βλάχος, Ανάργυρος καΐ 
άλλοι 'Αθηναϊοι, άπειλήσαντες τόν όθωμανόν έξουσιαστήν 
δτι εμελλον νά καταντήσωσιν εις πολέμου ρ?!ξιν, έματαίω- 
σαν τάς καποδιστριακάς ραδιουργίας. Έπί λέμβου ύδραϊχοΟ 
διασχίσας ό Εξόριστος τόν αύγουστινικόν στόλον, δστις 
έπολιόρκει την Τδραν, εφθασεν εις την ν7)σον αυτήν καΐ 
ανήγγειλε τόν σκοπόν τί]ς άποστολ-^ς του. Συν^λθον ευθύς 
οί αρχηγοί του άντικαποδιστριακου μεγάλου Κόμματος 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



^^ 



— 126 — 

ί?ς την οίκίαν ^οϋ "*Α»^^έου Μιαούλη, Ζζο^ άνεγνώίτθηΐάν 
τα γράμματα τί)ς «υνταγματί)€•ϊ]ς Κυβερνήσεως, ιτρ^χα- 
λοϋίτης ιϊλη(ΐίον της τους €ΐς τή^ *Ύδραν άντιπολιτευομΕ- 
νοιις, ύηϊρ τών όΐτοίων οί έν Μεγάροις είχον έκθίσδί τήν 
ζωήν Υων εΙς το Άργος. Οί συνεδριάζοντες δλοι, χαΐ π])δ^- 
τος μεταξύ αυτών δ Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, δστίς 
την στιγμήν έ»εενην κατεπάτησε πάσαν άλογον φελο^οξίαν, 
όμολογήσαντες βαδυτάτην εύγνωμοσυνην εις τόύς εν Με• 
γάροις, έκραξαν ομοφώνως δτι δεν έδί'σταζον να σύσσωμα• 
τωθ&σ( μετ^ έχείνων. Μόνος δ Σπυρίδων Τρικούπης έδειξε 
δυσαρίσχειαν, είτε διότι δέν εΤχεν έκλεχθή μέλος τί^ς συν^ 
ταγματιχ^ς κυβερνήσεως, ώς να ήτον άξιος τοιαύτης τιμϊ^ς, 
εΓτβ δίότι ά«ό τα 1825 έμνησικάκει προς τον Ίωιάννιίν Κω- 
λέττην, ώς μη δχ)^Γν]θε:ς να ένθρονισθί) άντ' αΰτοδ είς τά 
Έχτελιστικόν σώμα. *Όσοι παρετήρησαν την δΐάθεσιν ταύ- 
την τοΟ Τρικούπη, ύπεμειδίασαν δίά την άδυναμίαν τ^ς άν- 
^ωπινης καρδίας, χιορίς δμως να ύποπτεύσωσι κάν οτι, 
κατά περιστάσεις τόσον δεινάς τί|ς πατρίδος, ήθελε τολ- 
μήσει ποτέ προς τέλεισν όλεθρόν της να υπόθαλψη διαιρέ- 
σεις πολιτικάς. Άλλ' ακόμη δέν έγνώριζον εις ποίαν υπέρ- 
βολήν έδύναντο νά φθάσωσιν οι λεγόμενοι Μέτριοι καί 
Τίμιοι τής Ελλάδος. Ή έπιοΟσα ήμερα εϊδε τον Άν- 
δρέαν Ζαίμην σύμφωνον με τόν Τριχούπην, και πρέπει εδώ 
νά έξηγηθώμεν ολίγον. 

*0 Α. Ζαίμης δεχαίως λογίζεται 6 πνευματωδέστϊερος 
τών Προυχόντων τής Πελοποννήσου. ^Δεν έδυνήθη όμως νά 
έννοήση εντελώς είς τ( συνίσταται ή άληβής δόξα, και τϊ)ς 
ίερας μας έπαναστάσεαχς το χ^ονευτήριον δέν τον έκαθά^£-' 
σεν από τήν σκωρίαν δλην τοϋ έπί Τουρκοκρατίας Προκρί- 
του. Αί φιλελεύθεροι τ7}ς έποχί|ς ιδέαι, τάς οποίας οί όλί- 



— 127 — 

•γοι εγνωσμένοι λόγιοι διέσπειρον ιΐς ^ί)ν Ελλάδα, αί υγι* 
έίς τΤις Πολιτικ5)ς άρχαί, τάς ίΐϋοίας άλλοι διά ιιεριοδιχΔν 
φύλλων, άλλοι δια ποιήσβων και άλλοι δια πεζών συγγραμ- 
μάτων χαδιέροασαν, δεν εισέδμσαν εις την ψυχήν του εισέτι. 
Έκτος τούτου, ποτέ δεν τον είδομεν σταθερώς άκολουθουν- 
τα τήν αυτήν γρο^μμήν, χαί χΐνηΟεΙς δια νά βαδίση σήμε- 
ρον εις μίαν τινά οδόν, ευρέθη αυριον εις άλλην, . καί τήν 
άκ(5λόυθον ήμέραν εις τρίτην, τήν οποίαν ουδέ εΐχε ποτέ 
φαντασθή. Άλλα δεν άπαρνούμεθα οτι κατά τον άγδνα 
τής ανεξαρτησίας έπρόσφερε λαμπράς έκδουλεύσεις εις τήν 
πατρίδα, καί διά τοΟτο δυσαρεστσύμεθα οσάκις άναγκασθώ- 
μεν νά έπετιμήσωμεν τινάς τών πράξεων του. Άν έχωρίσθη 
τότε άπό τήν συνταγματικήν μερίδα,- δεν πρέπει. ν'άποδώ- 
σωμεν τήν λειποταξίαν του εις μόνην τήν πειθώ τ9)ς τρικου- 
πικ•^ ρητορείας, όχι τόσον δεινής, άλλ' ένταύτφ εις τήν 
Ιχθραν^ τ^ν οποίαν ανέκαθεν έτρεφε κατά τοϋ Κωλέττου^ 
ώς 6 πρώτος τών αρχόντων της Πελοποννήσου κατά τοθ^ 
πρώτου τών Παλικαριών τής στέρεας Ελλάδος, καΐ 
δις τέν φόβο ν μήπως Οπερ το δΙόν^ ένδυναμωθί) ©αντίπα- 
λος του, ώ< νά μήν ήτον 6 προκείμενος άγων υπέρ της Ελ- 
λάδος, άλλ' υπέρ τοϋ Κωλέττου* ως νά έχίνει τήν Ελλά- 
δα δ Κωλέττης, καΐ όχι τον Κωλέττην ή: Ελλάς. Άθ)νία 
πατρίς, τής οποίας οι λεγόμενοι πρώτοι ΙΙολιτι)ιοί, διχο^ 
νοο&ντες πάντοτε δίά νά υψωθώσιν έπι τών ερειπίων σου,, 
δ^ν ήνώθησαν ποτέ διά νά σε καταστήσωσιν έλευθίραν καΐ 
μεγάλην! 

Ό Ζαίμης λοιπόν κα: ό Τρικούπης μετ^ ολίγων τινών 
οπαδών των Ιμεινον εις τήν'Ύδραν, και ηντομόληβαν ύστε- 
ρον προς τον Αύγουστϊνον. Ό δέ Α• ,Μαυρκορδάτος, 6 Α^ 
Αόντος, ό Βενιζέλος Τουφος, ό Κ. Ζωγράφος, οί Σοδτσοί, 



— 128 — . 

6 Χ. Κλονάρης και οι Πληρεξούσιοι ολοε, λαθόντες 8ιά νι;- 
κτός τα έμπροσθεν του λιμένος καποδιστριακά πλοία, διευ- 
θύνθησαν δια των Αθηνών προς τα Μέγαρα μετά τσΟ Εξό- 
ριστου. Άλλ•* ούτος έχωρίσΟη από τους συνοδοιπόρους του 
6'.ς τάς Αθήνας, και ημέρας τινάς διέτριψεν εις την πόλιν 
αυτήν, περιμένων τον Βαυαρόν Είρηναϊον Θύρσιον, όστις, 
φθάσας προ μικρού εις την Έλ7νάδα, έμελλε να μεταβί} 
και αυτός άπό Ναύπλιον εις Μέγαρα, δια να εμψύχωση τους 
Συνταγματικούς- 



ΚΕΦΑΑΑΙΟΝ Η^ 

Έν τούτοις τό 1832 έτος εΐχεν αρχίσει καΐ αυτό νεφώ- 
δες, ούδ' αμυδρά τις άκτίς αίθριου μέλλοντος ύπέλαμπεν 
«ίς την Ελλάδα. Ή τύχη της εισέτι έταλαντεύετο έξωτε- 
ρικώς, και ή εμφύλιος στάσις έσπάραττεν άδιακόπως τά 
σπλάγχνα της. Εις την Πελοπόννησον οι λαοί έτεινον προς 
τά συνταγματικά φρονήματα. Άλλα τά φρούρια και τά 
στρατεύματα τ?5ς Χερσονήσου, υπό την έξουσίαν όντα του 
Αυγουστίνου, κατέθλιβον τό γενικόν αυτό αίσθημα. Τό Αι- 
γαίον πέλαγος επίσης κατεδυναστεύετο, και πλοϊα των Συμ- 
μάχων Δυνάμεων, παραβοηθοΟντα την ναυτικήν Μοϊραν 
τί}ς παρανόμου άρχ7)ς, έκράτουν την "Ύδραν εις άποκλει- 
σμόν. Ιίατά την στερεάν πάλιν Ελλάδα, εξ περίπου χιλι- 
άδες μαχίμων οπλιτών του Συντάγματος παρεχείμαζον εις. 
την Μεγαρίδα και πρό τών θυρών τί]ς Πελοποννήσου, έτοι- 
μαι νά είσβάλωσιν εις αότήν. 

Περί τά μέσα τοϋ Φεβρουαρίου μηνός έφθασεν ό 'Αλβα-^ 
νλς εις τά Μέγς^ρα, και πριν έξετσάη περί τοΟ ήρωός μας^ 



— 129 — 

τον οποίαν, ως ειοομεν, ήρχετο να δολοφονήίη, εστΓευσε ν(3Γ 
ιταρουσιασθη ώς αύτ€5μολος έκ των αύγουστινικών στρατευ- 
|Λάτων Ι(Λπρο:?θεν αοΟ στρατηγού Θ. Γρίβα, ιτροσφέρων έαιτ- 
το'ν, τον Γτϋζον το!> και την σπάΟην του εΙς τό Σύνταγ{χα'. 
'βρωτήσας δε υττερον ώς εν παρέργω περί του Έξορίστου\ 
ΙμαΟεν ευχαρίστως δτε, αποσταλείς πρό [ΛεκροΟ εις την 
'Τδραν, έμελλε μετ' ολίγον να έπίστρέψη. 

*Όταν εύοζοί του πρώτου έαρος ημέρας συνήθροιζον τους 
στρατϋώτας και τους αξιωματικούς ά'ιτό τα σκηνώματα των 
εις τα ευρύχωρα προαύλια του ^Αγίου Δημητρίου, ήρχετσ^ 
βκεϊ και 6 Αλβανός διά V άκούση τε άποβ7νέπον τον σκο- 
πόν του,- χαί πολλάκις περιεπλέκετο εις συνομιλίας μετ'" 
εκείνων και μετά των καλών Μεγαρέων. '^Αλλ' οι τελευ- 
ταίοι ούτοι προ πάντων άπέφευγον την συναναστροφήν του,, 
έχοντες άνεξήγητόν τίνα προς αυτόν άντιπάΟειαν- 

«Β7^πεις τον Άλβανόν τούτον, συμπέθερε; Δεν ομοιά- 
ζει τον λύκον, όπου με τα φορέματα του βοσκού έγλύστρη* 
σε μέσα εις την μ,άνδραν κ' ήθελε να γε7νάση τα πρόβατα ;• 
^Ας τραβηχΟώμεν άπ^ αυτόν μακρυά• — Ναι, ας καΟήσωμεν 
έδώ εΙς τον ήλιον ήμεϊς οι ΙΤρωτογέροντες ΜεγαρΓται. ΕΤ- 
νοί οτίιμερα Κυριακή, καΐ ή ήμερα χαρά Θεού. — Εξήγησε 
με, να ζτ];, πώς είναι τόσον ήμερα τα στρατεύματα του 
Συντάγματος. Τρεις μήνες τώρα πηγαίνουν άο' ου ήλθαν 
εις τά σπήτια μας, και ούτε ^τά δώματα μας έχάλασαν, 
©ύτε τά παράθυρα μας Ικαυσαν. Με τήν χάριν του θεού 
έξυπνουμεν την ταχεινήν, και δεν βλέπομεν νά λείπη καν- 
ένας πετεινός μας, κφνένα σφακτόν μας. — ^Άκουσες τί κά- 
μνουν εις τήν Κόρινθον τά στρατεύματα του Αυγουστίνου"; 
θεού κατάρα επεσεν οπού και αν έβαλαν τό ποοί τους. Φτε- 
^ύγι δεν άφησαν. Έκει, καθώς λέγει ό λόγος, τό-μοΰ- 




— 132 -^ 

χάσει οχ: [Λ^νον τάς τρεϊς χιλιάδας Φοινίχων του Αύγερζτ^ 
ν^πούλου, άλλα και τήν ζωήν του αότήν. 

Πληροφορηθείς λοιπόν ποΟ είχε καταλύσει ό Εξόριστος^ 
ύπϊ)γε περί τδ δειλίνόν να παρατήρηση άπ' έξω το ο!κη[/.ά • 
του, και, δια να [ΐή φονεύση την νύκτα κατά λάθος άλλον, 
νά ιδ^ αν ητον 'ζ^όπος και τον ?3ίον, τον όποϊον έγνώριζεν 
έκ [Λονης τ^ς περιγραφείς του Αύγερινοπούλου. Ή. κατοικία 
τοΟ Έςορίστου εκείτο εις μίαν άκραν των Μεγάρων, καί 
πλησίον της ,ε6ρίσκοντο μάρμαρα κατειργασμένα δΐά οίκο-» 
δομήν Μνημείου, το όποιον οι Πρόκριτοι τών Μεγαρέων, 
ζώντος ετιτοϋ Ιωάννου Καποδίστρια, ήσαν ετοΐμοινά έγβί-^ 
ρωσιν εις αυτόν χάριν άνυπάρκτω>' προς την π(5λιν ευεργε- 
σιών του. Άλλ' ό θάνατος έφείσθη τρόπον τινά της έλλη- 
νικί|ς δόξης, και καταλαβών τόν Κυβερνήτην, κατέστρεψεν 
εις την σύλληψίν της ίδέαν τόσον χαρμεπη. Ιίλησίον τοΰ' 
σωρού αύτης τ?]ς ύλης σταθείς ό Αλβανός, ως νά ειλκυε 
τάχα τό άντικείμενον τούτο την προσοχήν του δλην, περί• 
εργάσθη καλά την είσοδον και τά παράθυρα της οικίας^ 
όμοιος με τόν Ιμπειρον Στρατηγόν, όστις ζητεί νά γνωρίση 
ακριβώς την θέσιν εχθρικού Φρου^οίου, πριν επιχείρηση την 
κατ' αύτου Ιφοδον. Ψυχή γεννητή δεν έφαίνετο εις αυτήν^, 
χαΐάν χαθ' ενα λόγον ή τόση έρημία της έλύπει τόν 'Λλ- 
βανόν, διότι δεν έδύνατο νά ίδτ^ εκείνον τόν οποίον έμελέτα 
νά θανάτωση, κατ' άλλον όμως τόν εύχαρίστει, διότι τόν 
δπέσχετο εύχολίαν εις τήν έ:<τέλεσιν. Άφ' ου εμεινεν έκεϊ 
άρκετήν ώραν, φοβούμενος μήπως δώση τινά ύποψίαν, άνε- 
χώρησε, και εις τάς τρεις της νυκτός, τάς οποίας ένόησ^ν 
δτι έφθασαν Οχι από τό κτύπημα ωρολογίου τινός τ1)ς πό- 
λεως, άλλ' άπό τάς πρώτας αγρίας φωνάς των νυκτοφυλά- 
χων τοΟθ.Γρίβα,έπανηλθεν εις τό αυτό μέρος, κρατών εκ τοδ 



— 133 — 

χαλινού τον Γππον του . . . Τον Ιδεσεν ζΐζ ενα κορμάν δέζ-τ 
δροϋ . . . Πατών έπειτα ελαφρά και βλ'έπων τριγύρω του, 
άλλοτε σταμάτων ιΐς το σύριγμα του άνεμου και άλλοτε 
όπισδοδρομών εις την αίφνίδιον λαμπηδόνα τοϋ νυκτερινοΟ 
φωστ^ΐρος, εξερχόμενου άπό τά νέφη, προχωρεί βραδέως 
προς την οίκίαν του Έξορίστου, τϊ)ς οποίας ευρίσκει την 
είσοδον άνοικτ•Λν... Έμβαίνει... Σιωπή γενική... Εις εν δω- 
μάτιον, οπού Ιφεγγεν εκ διαλλειμμάτων ή σελήνη, βλέπεδ 
κατά γν|ς ρογχάζοντας δύω ανθρώπους, τους* οποίους συμ- 
περαίνει νά ήναι υπηρέται... Σίγα κλειδο'νει Ιξωθεν τήν θύ-» 
ραν,αύτου του κοιτώνος, και πέρα εις άλλον, δπου έκάθευ-, 
δεν ό Έζόριστος εις τήν κλίνην του-'. *Ω τ^ς καλί)ς τύχης 
του Άλβανοϋ ! Ή πολύτιμος είκών της Ασπασίας, κρε- 
μάμενη π7νησίον λύχνου εις τον τοίχον, σπινθηροβολεί κατά 
πρώτον εις τά ομματά του, και μυρτυρεϊ δτι ό κοιμώμενος 
ητον εκείνος, τον όποιον Ύι^*^(^ε,το νά οονεύση... Αρπάζει αυ- 
τήν με τήν μίαν χείρα, σύρε: με τήν άλλην εκ τί^ς θήκης. 
το ξίφος του, και καθ' ην στιγμήν ετοιμάζεται νά τό κατά- 
φέρη έπι της κεφα7Ν75ς του Έξορίστου, εξαίφνης, ως νά πα- 
ρελύθησαν αί δυνάμεις- του, τό άφίνει και πίπτει άπό τήν 
δεξιάν του, άνακράζων κέκείνος είναι μά τόν Προφήτην!... 
εκείνος!.•.» Εις τήν κραυγήν αυτήν, έξυπνδ ό Έξο'ριστος, 
και βλέπων έμπροσθεν του άκίνητον τόν ίδιον εκείνον Άλ-^^ 
βανόν, τόν όποιον, καθώς ειδομεν, είχε πρό καιρού απαντή- 
σει π7^ησίον τής Μεδινίτσης, «Σεϊοαλή* φωνάζει, Σεϊδαλή, 
τί με ζητείς ;...» Χωρίς νά προφέρη λέξιν ό Αλβανός, κα{ 
άφίνων εις τό έδαφος κειμένην τήν δαμασκινήν σπάθην του, 
τήν ιδίαν, τήν οποίαν δι' ένθύμησιν τόν είχε φιλοδωρήσει 6 
^Εξόριστος, έν ^οπ-^ οφθαλμού εξέρχεται άπό τόν θάλαμον,- 
τεηδα τάς βαθμίδας τής κλίμακος, πέτα εις τό μέρος^ δπου 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



Οοο^\(^ 



^ 134 -^ 

&τείίεν έτοιμος 6 ίππος τον, καβίζλλίκεύει και μέ άφειμέ- 
νοις ήνί^ §Ρδυθύν€τα: προς την Π$λοπάννησον. Έν τούτοις 
' 6 οΟρ(χνός, δστ^ς άίζο τί5ς Ισπέρας ήτον τεθολομένος, χύνεε 
^αγδαΐρν υίετόν, άστραπάς και κεραυνούς, γογγύί^ει σφο- 
δρές νρτος, χαΐ ό Αλβανός, νομίζων οτι καταδιώκεται ά«ά 
στρατιώτας των Μεγάρων, παραδίδεται εις την ορμήν τοΟ» 
αχαλίνωτου ?ππου του. 

Ή αυγή έφώτισε τον Σε'ίδαλΐ)ν πλησίον τοϋ Ίσθμου, καί 
ή παρουσία της τον έχαροποίησεν ρχι μάνσν διότι τον άπήλ- 
λαξεν 4π© τά τρομερά σκότη τϊ)ς νυκτός και τάς έχβρικάς 
.χΐ?ί>«ς^» αλλά καΙ διρτι τον έδειξεν όλον τα τιμαλφές τϊξς, 
εικόνος, τί^ν οποίαν ά^ςρμη έκράτει σφιγκτά είς την παλά- 
μην του, ίφ' ^ς στιγμί^ς την είχε δράξει άπο τον κοιτΰνιι. 
τοδ 'Ρξορίστου. Μετ' ολίγον δμως, εΙς την θεαν τοΟ πλου- 
σίομ αύτου κειμηλίου, αίσΟανόμενος την πλεονεξίαν τον» 
χεντβυμ^νην, ήρχισε νά μετανοί) ότι δεν έφρνευσε τον Έξό^ 
ριστον και απεστερήθη τους τρισχΛίρυς Φοίνικας τοΟ Αύ- 
γερινοπονλου, δια ενα μόνον άναθεματισμ ε- 
νόν, φς έλεγε, μπέσα για μπέσα. Σκεπτόμενος χοιΐ 
^νακζΐιχλών πολλρύς στοχασμούς είς την χεφαλήν του πβρι 
αυτ^ν τών τρι$)ν χιλιάδων Φοινίκων, έστάθη τέλος πάντων* 
εΙς «να, ^στις τόν ε|)άνη παράξενον πώς δεν είχεν ΙΚΟ^γ 
αμέσως εις τόν νουν του. ΈφαντάσΟ/], διά νά μην άφή;(ΐ^ 
επί τέλους άφρρολόγητρν τρν Αύγερινόπουλον, νά τόν εΗ^ 
δτ< |9αν<ί1τα)σε τον έχθρόν του, και προς άπό^ειξιν ψηλά- 
^τήν το3 φόνου νά τόν παρουσίαση, καβώς ρ ίδ:ος τό εϊ}^^. 
ζητήσει, την είκρνα τί|ς Ασπασίας, την οποίαν ή χε(ρ τον^ 
μηχ^ιν^κΑ^ κινηθείσα, εΤχεν άναρπάσει ως πο7.ύτϋμον καδ» 
εαυτήν. 
^ 'Α^' ου λοιπόν συνέλαβα την ιΒέαν αυτήν," την όποίαν' 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθ03ΐ€ 



Μμ,κιΖΊ δτι ό ΜωάμιΟ τόν ένέκνβοσβν, έξηχόλ^νίθη^• ν& 
τρέχη με πβρίιτχοτέραν προθυμία^; τιρός -ίό ΝαύΛλεόν, )Μΐ 
φθάσας τήν άχόλουθον ήμέραν, Ιδραμεν βύΟι^ 6ΐς τήν οίϊΐιύίν 
τοΟ Αόγερινοπούλου, ετοιριος νά 'ϋόν διηγη^^ «(έρ^χΐα ΧΰΛ 
σημεΤα ιιερί τί]ς ανδρείας του. Άς άχούσωμεν ολίγον την 
συνομιλίαν των. «τΣύ είσαι, άνδρειωμε'νε μου ΣεΙ'δαλϊ} ; . . • 
Π^τε ήλθες; . , . Τί ίκαμες ; . . . — Έγώ ειμ' δλος άπ* την 
κορφή ώς τά νύχϊα^ ΙφΟασα 'ίώρα τώρα, χαί την στιγμήι^ 
αότήν ό λεγάμενος κοιμδται τόσο βαθ^ιά, όπου δΐάβολοί δέ* 
τον 'ξυπνδ... — Αληθινά !.•. Τον έσχότω(^ς;••. — ^Όχι, Παί- 
ζουμε.. . Σάν άνθρωπος θεοφοβούμενος έπου εΐμαΓ, σέ ^ά« 
μνω, αν θέλης, χίλιους ορχους και φιλώ τό εικόνισμα τϊ54 
εύμορφης αύτ•ϊ[ς Ιΐαναγίδς... (χαΐ από την ζώνην του εξέφε- 
ρε την εικόνα τ?|ς Ασπασίας). Με τίιστεύεις 'ΰώρα;•.* "Ε;..^ 
τ—Δός με την εικόνα... δός με την... νά χαρ9)ς τέν θεό ο?ο^^ 
Σεϊδαλη. . . και διηγήσου με πώς τό κατάφθώσες. .. .— • 
* Υστερα την πέρνεις... Ν' ακούσης ΐτρώτα με πόσαις δυσκο- 
λίαις και με πόσους κινούνους έκατάφερα τόν συγχωρεμέ*• 
νον... Ό θεός νά τον άναΐϋαύση!... Τώρα 'πσϋ τον ί(3>ίόΧ(ύ^ 
σα μ' Ιρχουνται τά δάκρυα στά μάτια.... Κρίμα τό παλικά- 
ρι!... 'Κόλασα κ^ έγώ την ψυχή μου... ΤαΓς τρεϊς χιλ>ά* 
δαις Φοίνικες, 'ποϋ έχεις νά μ§ δώσης, δλαις θα ταϊς 'ξο- 
δεύσω στό χατζ'Λίκι τής Μέκας... — Κοίλά.^. Δεν μέ λέγεις 
δμως πώς τον έΟανάτωσες; — Ή έταξα σάν τό τίουλι στά 
Μέγαρα. Η5ρα στον δρόμο τρεις Συνταγματικούς... Συν- 
τριμματικούς. . . δεν 'ξεύρω πώς ανάθεμα τους λέγεται. . . . 
χαί τους 'θέρισασάνμανητάρία. Έφύλαξαστά Μέγαρα τρεις 
<ρωσταϊς έβδομάδαις χωρίς νά νύσω στάλα αίμα, και Ινας 
βεσς γνωρίζει τι στενοχώρια 'τράβηξα. "Υστερα ήλθε' χα} 6 
'Εικόςσσυ άπ^ τήν 'Ύδρα. Πηγαίνω την ίδια νύκτα στο σπή- 

Ό-Φζβό 5ν ν^οο^ι^ 



— 136 ~ 

ΐιτου σ^ά^Λί) την πόρτα• Γσία'πάνω• νάσόο τον κατεβάζο) μϊά^ 
καλή μαχαιριά καταχέφαλα καΙ τον αψίΊω στον τόπο• ρί- 
χνοϋνται κατ^ έτάνω μου δέκα ΒώΒεκα... κόψε, κόψε, κόψε, 
<σπάνε( καΐ το σπαθί μου.•. — Έτσι!... αν αγαπάς τον θεό!.. 
"^Έέχασα..• έκοψα και το ενα του αυτί, και το είχα στο 
ζουνάρι μου φυ7ναγμένο. Μ' επεσεν δμως στον δρόμο... καί 
τόσο καλήτερα 'που 'χάθηκε, καί δεν ειν* έδδ να μοίς άκού- 
σ>]... Μέτρησε με τώρα τράγγα τράγγα τα στρογγυλά σαν 
τιμημένος πραγματευτής.» 

ΕΕς την αίματοβαφ-}] ζο)γραφίαν του Ά7νβανοϋ, έσκίρτη- 
σεν άπό χαράν ά φιλέκδικος Ιίελοποννήσιος. Ή τελευταία 
μόνον περί καταβολ'^ς χρημάτων Ικφρασις τοϋ ΣειοαλΤ) έ- 
προξένησε δυσάρεστον ηχ^ον εις την άκοήν του. Άναπτε- 
ρούμενος δμως εις ?ναμπράς ελπίδας περί συνοικεσίου τοιί 
μετά τ^ς Ασπασίας και περί κατοχής κτημάτων της, κα- 
τέθεσε τάς τρεις χιλιάδας Φοινίκων εις μετρητά, καί προς 
παυσιν πάσης άνάμεσόν των ληψοδοσίας έζήτησε την εικό- 
να. Ό Σεϊδαλης, μετά την παραλαβήν τών Φοινίκων, υπεν- 
θύμισεν εις τον φίλον εν μικρόν τί]ς μεγάλης των Συνθήκης 
άρθρον, διαλαμβάνον δτι τής ε?κόνος οι αδάμαντες εμελλον 
να μείνωσιν ιδιοκτησία του. Άποσπάσας λοιπόν ενα πρας 
ενα δλους τους τιλμαφεϊς λίθους, έκράτησε τούτους δι' έαυ- 
τόν, καί άφήκε τήν γυμνήν εικόνα με τάς χρυσάς οπτασίας 
εΙς τον Κύριον Αυγερινόπουλον. 

Ή Ασπασία μετά, μετά τήν νυκτερινήν έκείνην φυγήν 
της, εΤχεν επιστρέψει πάλιν εις τάς άγκάλας του πατρός 
της, δστις, μεταμεληθείς διά τόν προς αυτήν* δυναστικόν 
τρόπον του καί κινούμενος εις οΐκτον διά τήν άκατεύναστο>^ 
λύπην της, έφέρετο έκτοτε προς αυτήν -ηπίως καί συμπα- 
θώς. Δεν τήν έβίαζε πλέον νά νυίρευθτ^τόν Αυγερινόπουλον• 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



~ 137 — 

Πλην ούτίε πάλεν εχλειε την θύραν του ε?ς τοΟτον, δαχις 
είχε την άπαραδείγμάτοστον μικροπρέπειαν νά έξαχολουΟί) 
τακτιχά τάς όχληράςέπίσκέψείςτου,ι:ροσποιου(Λενος δγι (α6- 
νον άμνησίχακίαν δια τα διατρέξαντα, άλλα χαΐ υπέρ ΐτοτε 
σφοδρόν έρωτα, τον όποϊον, καθώς έλεγε δακρύων χωμιχώς, 
ετρεφεν εις τα πολύπονα στήθη του ή νηστεία χαΐ 6 ά«βλ- 
πίσαός. Δις καΐ τρις του μηνός χαΟυπεβάλλετσ εΙς φλεβο- 
τομίας δια ν' απόκτηση τηκομένου έραστοΟ ωχρότητα, καΐ 
οσάκις, παράσιτων εις πλουσίου τινός τράπεζαν, συνέβαινε 
νά χαχοστομαχήση, παρίστα την εκ της λαιμαργίας του 
δυσπεψίαν ώς αποτέλεσμα τοΟ ανιάτου πάθους του. *Όλοε 
δμως οί πιΟηχισμοί του αυτοί, .το έβλεπε προφανδς, τίποτε 
δεν τον έχρησίμευον, έν δσφ δεν ήθελε λυτρωθ5) άπό τον 
άντίζηλόν του, και ή βεβαιότης αύτη, ένουμένη με τόν π^- 
θον της έχδικήσεως, τόν εΤχεν υπαγορεύσει νά γίνη έντολεύς 
του φόνου του. 

Ζητών τότε νά ώφεληθτ) άπό τόν ύποΟετιχόν του Εξόρι- 
στου θάνατον, περί του οποίου δεν είχε χφμμΐαν άμφιβο- 
λίαν, σπεύδει, χωρίς αυτός νά φανη, νά δώση την εΓδησιν 
εις την Άσπάσίαν. Εμπερικλείει λοιπόν την εικόνα της εις 
•ΐτλαστογραφεϊσαν έπιστολήν, διά τ-ής οποίας φίλος τις ανύ- 
παρκτος του Έξορίστου μηνύει άπό τά Μέγαρα εις την Ά- 
σπασίαν δτι έφονεύθη δ δυστυχής της εραστής εις άκροβο- 
λισμόν τίνα κατά των Καποδιστριαχών, και δτι έλαφυραγώ- 
γησαν στρατιώται την εικόνα της, εΟρεΟεϊσαν εις τόν τρά• 
χηλόν του• αυτός δε δτι ένόμισε χρέος του νά την εξαγό- 
ραση και νά τής την άπόστε{?^η ώς τό άγαπητότερον κείμή- 
λιον φίλου του αποθανόντος. Μετά τοΟτο ευρίσκει χωρι- 
κόν της εμπιστοσύνης του, τόι> εγχειρίζει την έπιστολήν 
και τον παραγγέλλει νά παρουσ^ασθί) ευθύς ως Μεγαρί- 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



ΟθΟ§ΐ€ 



— 138 — 

^Η(7αν άρχαί Μαρτίου, ^ϋϊβλλώδ)]? ή{Αέρα) ΧΛί ή Άσ^αΙ- 
σίοί^ ά*ο το ϋψηλόν της &ίΐ{Αάτίθν βλέποασα τάς Ιτι χ«6- 
νώδϋΐς άκρωρεί^ καί τήν χυματιζδ[Αένην ΐτόι} άργόλιχ^ 
^λχου θάλασσαν, άφίνδτο €{ς βλιβεροας ουλλογισμόύς, 
τΛν οποίων ηυξανε τήν ΐϊίχρίαν ή μαχρά σιωπή τόΟ έρρι- 
ατοδ τηςχαι ό ψίδος (Αήκιωξ 5 πόλεμος συντέριη την ζοιή^ 
^ν./Εκρόοβ -ίην χιΟάραν τη<, χαΐ μέ γοδράν φωνή^ έμ^λφ- 
δβι ιίύ πένθος και τήν ταραχήν της. 

α Στα βουνά είναι ο( πάγοι 
Κ' οΐ αέρες στα πελάγη, 
£.αΙ τά ίέν^ρα ολοένα 
Στίιν γήν σκύπτουν λυπψένα, 
Κ.* εν ώ γύρω {Λθυ την φύ^ιν 
Να θρην^ παρατηρώ. 
Των δακρύων μου την βρύσιν 
Τίά κρατήσω ίέν [χπόρώ . . . 
Αντηχεί βροντή πολέμου, 
*ΙΪ βοή (ί<|ρο5ρθΰ ανέμου > . . 
*Η ψυχτί μου δλη μένει 
Άπ' τον φόβόν νεκρωμένη . . , 
*Ελλην "Έλληνα φονεύει, 
Άίελ^ύς τον άδελφόν, 
Κ' ή πτωχή *£λλάς χηρεύει • • • 
Δνιστυχίαζ κολοφών ! 

Ζ^, άπέθανεν ο μ<$νος 

Τη< ψυχίς μου θησαυρός ; 
. * Τ'Ζς καρδίας μου δ πόνος 

Αύτ6 εϊν* δ φλογερός • . * 
Άλλα δέν παραπονούμαι 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



— 439 — 

Αν δ ϊρως {αΙ -ττεθάντι• 
Δν* έ(Λένα ίέν λυπουααι• 
Άγαπτίθη);α ; . ^ ΐνΐέ φθάνει.» 

Τούς χλαυΐ{Αΐ]ρούς της τόνους διεκοψεν ή τροφός τ^ 
έ(χβα{νουσα (λέ φαιδρόν πρόσωπον. «ΠαΟσε, χόρη μου, την 
εϊπε, νά κλάίης καΐ ν' απελπίζεσαι. Τήν στιγμήν αύτψ 
Ινας χωρικός άπό τα Μέγαρα μας έφερε τό γράμμα τοΟτο 
και αν δεν άπατώμαι είν' εκείνου. . . «Δός με το . . . » 
έφώναξε, τρέχουσα προς αυτήν ή 'Ασπασία- α.Πλήν δεν εί- 
ναι τό γράψιμόν του ...» έπρόσθεσε, τρέμουσα δλη καί 
ώχριώσα ως νά έκυριεύθη άπό θανάσιμον προαχσθησιν. ^Ανοί- 
γει τήν έπιστολήν, ή όλεθρία.εικών, πίπτει, και εις τάς πρώ- 
τος λέξεις, τάς οποίας ή δυστυχής μόλις έτόλμησε ν' άνα- 
γνώσγ], άφίνεται ήμιθανής εις τάς άγκάλας τής τροφοΟ της. 
Μετά μακράν λειποθυμίαν, συνελθουσα ολίγον τιερί τάς 
αρχάς τής νυκτός, άπου εΤναι ; . . ποΟ είναι ; . . » ήρώτη- 
σε τήν έπιστήθιόν της. — Ποιος, κόρη μου ; — Έκεϊνος δσ- 
τις μ' έφερε τον θάνατον. — Άνεχώρησεν ευθύς καθώς έδω- 
κε τό γράμμα. Απομάκρυνε τον άπό τήν ένθύμησίν σου. — 
βέλω νά τον ιδώ . ^ . θέλω^νά τον εξετάσω, νά τον ακού- 
σω .. . Αεν.εΤν' εδώ πλέον, με είπες ; . . Τι στέκομαι ; . . 
Άς τρέξω . . . Αγαπητή μου, άν μ' εύσιιλαγχνίζεσαι, ακο- 
λούθησε με • . . — Που, τέκνον; — Έκεϊ, όπου ένταφιάσθη... 
•— Νά φύγωμεν τώρα τήν νύκτα, με αυτό τό σκότος; — 
Τό σκότος είναι και τήν ήμέραν και τήν νύκτα εις τά όμ- 
ματα μου . . . Συνόδευσε με εχς τόν τάφον του • . . Μή χά- 
νωμεν καιρόν ... — Συλλογίσου δτι ζητείς V αδύνατα• 
6 κόσμος εΤναι άνω κάτω• παντοϋ ταραχή και στρατεύμα- 
τα• τό Νάπλι αυτήν τήν ώραν είναι κλεισμένον και είμεθα 
εις τό Φρούριον μέσα.» Εις τάς ανίκητους αύτάς δυσκολίας 

ίΟ 



-.140 — 

ή Άσπααία έχάλυψβ μέ τάς χδίρας το ττρ^σωπόν τ/)<: χαΐ 
Αττέμεινεν άφωνος. 

*Ηλθβ τήν άκάλοαΟον αύγήν χαΐ 6 Αύγερινόπουλος, άνι>- 
ΐίίμονος νά Ιδί} αν έτελεσφ^ρησε τά σατανικών του τέχνα- 
σμα. Έμβαίνων απήντησαν εις τήν αύλήν τήν γραϊαν τρο-» 
φόν, τήν οποίαν έχαιρέτΐ;σε με τον πλέον μει7νΓχίον τρ6π<>ν• 
<Γ&όρΕε, τόν εΤπεν αυτή, μή λαμβάνετε τον χο'πον ν' ανέ- 
βετε. Ό αύθέντης μου δεν ημπορεί α'ψζρο'^ νά σδς δεχθ^. 
— ΚαΙ διατς, χαλή μου ; . . Μήπως πάσχη πάλιν άπό (5εν 
ματισμούς ; . . Μήπως άσθένησεν ; . . Άποχρίσου με γλή- 
γωρα, χαι δλος τρέμω ... Ό αγαπητός γέρων ! Δι' αυτόν 
^'δω χαι τήν ζωήν μου ... — Ναί, 6 αγαπητός γέρων ! 
Φθάνει μίνον νά ρδς έδιδε τήν θυγατέρα του, τα χτήματα 
του, χαι ας Ιχλειεν υστέρα τα δύο του ματάκια. — 'Ώ ! 
τϋάντοτε με πειράζεις τόν χαχόμοιρον, πάντοτε μέ κατατρέ- 
χεις . . . *Αν ήβελες δμως εΙς μιαν στιγμήν έγύριζες τήν 
χαρδίαν τής Ασπασίας, και πίστευσέ με, δεν είχες νά χά- 
μης τίτε με άχάριστον ... — Τέτοια ώρα, τέτοια λ^για, 
Κύρ Αύγερινίπουλε ! Εκείνη πεθαίνει άπ' τήν λύπην της, 
χαί ή αόθεντιά σου με θέλεις γάμους και χαραϊς! — Καί τ( 
Ιγινε ; Τί ακολούθησε ; . . άέν ήξεύρω τίποτε. • . — 'Εσογ- 
χωρέθηχε, δεν ζί) πλέον ο πτωχός εραστής της. — Άπέθα- 
νεν 1 . . Αληθινά ! . . Νά δάγκανες ευλογημένη, τα χεί- 
λη σου καλητερα ! . .Το πιστεύεις •, Έλυπήθηκα• . . Ειμας 
άνθρωπος με άδύνατην καρδίαν . . . Ίδέ τα δάκρυα μου . •* . 
-βγαίνουν νά τρέξουν. Ό θάνατος δμως είναι κοινός είς δ- 
λους. Ζωήν νά έχη κα2 χρόνους ή ταλαίπωρη Ασπασία ! 
^Ο θεός γνωρίζει πδσον ή ψυχή μου τήν πονεϊ. "Αχ ! άς 
^τον τρόπος νά τήν παρηγορήσω ! .. . Πλην καΙ ή λύπη 
αύτη θέλει περάσ«ι. θέλει μίαν ήμέραν λησμονήσει τόν μα• 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



— 141 — 

χαρίτην, χαι ϊ^ως τότε ...» Τον άφηίΐεν ή τροφός εϊς τ4 
μέσον τ?]ς ομιλίας τνυ καί άνέβη, άφ' οδ κατά πρόσωπον 
τοϋ έκλεισε καλά με τόν μοχλόν την θύραν τ5|ς οικίας. 

Ες όλιγων ήμερων διάστημα, ή λύπη τόσην φθοράν έπέ- 
φερεν είς την όγείαν τί5ς ^Ασπασίας, ώστε ή ζωή της I- 
φθασεν είς κίνδυνον. Έπικήοειόν τι έκάλυψε την μορφήν 
της, και οι ολίγοι 7^όγοι τους οποίους έψιθύριζον τά χείλη 
της, άπέσπων τά δάκρυα και άπό τάς άναισθητοτέρας καρ- 
δίας. 

Χαριτόβρυτοι Κυρίαι, δσας ό κεστός τϊ)ς Αφροδίτης, τον 
έποϊον περιζώνεσθε, δέν έδυνήΟη νά προφύλαξη άπό τά δια- 
περαστικά βέλη του σκληρού της βρέφους, αν ένθυμϊ)σθε 
τά ερωτικά σας βάσανα και κιν^σθε εις οΤκτον διά την δυ- 
στυχϊ) Άσπασίαν, μείνατε μίαν στιγμήν πλησίον της καί 
ιτροσφερετέ την μικράν τίνα παρηγορίαν. Ήμεϊς με άκραν 
δυσαρέσκειαν σδς άφίνομεν, καΐ στρεφόμεθα προς τους 
.φλεγματικούς άναγνώστας μας, δσοι ολίγον φροντίζουν περί 
τρυφερών αισθημάτων καί, ώς αυτοί λέγουν, μόνην των 
έρωμένην έχουν τήν Πολιτικήν. . . . Είς τάς προσταγάς σας 
λοιπόν, Κύριοι Πολιτικοί ! Επειδή φανερά καί χωρίς κανένα 
πολιτικόν τρόπον μας απειλείτε δτι θέλετε κλείσει το βιβλίον 
μας, αν δεν σας παραστήσωμεν κατά σειράν ολα τά συμ- 
βάντα των καποδιστριακών χρόνων, έπαναλαμβάνομεν το 
νί]μα τ7|ς έξιστορίσεώς των, καί άφίνοντες πασαν τραγικήν 
σοβαρότητα κατά μέρος, έρχόμεθα πρώτον είς την εν Ναυ- 
πλίφ Συνέλευσιν του Αυγουστίνου. ΠοΤος, είς μόνην τήν 
άνάμνησιν αότής, δύναται νά κράτηση τόν γέλωτα ; 

Είς μίαν τών συνεδριάσεων της, οι γεννάδαι Πληρεξού- 
σιοι, άφ' ου άπό τά τείχη του Ναυπλίου, δπου ειχον κατα- 
οόγετ, έψήφισαν θάνατον καθ' δλων τών εν Μεγάροις Στ^- 



Ό\^\1\ζβό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



* 

1?ηγών καΙ στρατιωτών, καΟ' δλων των επισημότερων Έ)ν* 
λήνων, ήτοι καδ' εξ χιλιάδων πολεμιχών, εχόντων Ιπί χε-• 
φαλί^ς δπέρ τους διώχοσίοος λογάδας του εθνοι^ς, χαί κατε- 
δίχασχν ερήμην δλην σχεδόν τήν Ελλάδα, συνέστησαν καΐ 
σοφήν τίνα Έποτροπήν ττρός σόνταξιν Συντάγματος, το.^- 
ποϊον εμελλεν, ως φαίνεται, νά κυ&ερνήση νεκρούς. Είς 
άλλην πάλιν, άνεγνώσθη σχέδιον άναφορδς προς τάς Συμ- 
μάχους Αύλάς, :ε1ς τήν οποίαν έξε|>ράζετο ζωηρώς ό γενι- 
κός τών Ελλήνων πόθος δια τήν ταχυτέραν αποστολή^/ 
Ήγεμόνος, ένω έσκευωρείτο παρά τών Ιδίων Καποδιστρια- 
χών έγγραφος ζήτησις τών Επαρχιών του Κράτους δ«χ 
τήν στερέωσιν του Αυγουστίνου εΙς τα ηγεμονικά του δι* 
χαίώματα. 

Έρχονται ακολούθως διάφορα ψηφίσματα, άξια δλα νά 
έπιζήσωσιν εις τάς μέλλουσας τών Ελλήνων γενεάς. Αυνά• 
μει ένος τούτων, παραδίδονται εις αίώνιον ανάθεμα και 
αποκλείονται τοΟ ελληνικού ονόματος, ως συγγενείς τοδ 
Γεωργίου και Κωνσταντίνου Μαυρομιχαλών, ο πολύπαθης 
Πρίαμος τής Σπάρτης Πέτρος, και οί αδελφοί αύτου Αν- 
τώνιος και Ιωάννης, καί οί έκ τούτων γεννηθέντες και γεν- 
νηθησόμενοι, καί τά εις τάς γαστέρας τών μαυρομιχαλι- 
κών γυναικών μέλλοντα νά συλληφθώσιν έμβρυα. "Αθλιε 
οΤκε τών Μαυρομιχαλών, επί κεφαλής τόσων χκλιάδω^ 
Σπαρτιατών, τι θέλεις γίνει, άφ' οδ ό Πολεμάρχης Αυγου- 
στίνος έπρόφερε τήν καταδίκην σου ; Ποία δόξα ιστορική 
θέλει σε δεαμείνει, άφ'οδ δ Κύριος Παρθεν'όπουλος προσυ- 
πέγραψε τον έξοστρακισμόν σου ; Εις άλλο πάλιν, ή μακο^« 
ριωτάτη αότή Συνέλευσις, σφετεριζομένη τήν πνευματικήν 
εξουσίαν, τήν οποίαν ειχον ιίαλαιαί τίνες Σύνοδοι νά κανό• 
^ίζωσιν 'Λγίους, Όσίους καί Μεγαλομάρτυρας, καθαγιάζει 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



— 143 — 

τον ^ίωάννην Καποδίστριαν, χαί διατάττει νά έγερόί) Ναές 
είς τιμήν μεν Ιωάννου τοΟ θεολόγου, εις μνήμην δε τΐ}ς 
Αύτοΰ \4γιότητος. Επειδή δέ δ νέος "Άγιος έπρεπε νά ίχ^ι 
χαί τάς εικόνας του, των οποίων ή•Οέα νά διατηρί) τήν 
'κρος αυτόν εύλάβειαν τών ΌρΟοδοξων, διορίζει νά χ«ραχθ9| 
άργυροΟν νομκίμα δέχα χιλιάδων αντιτύπων, ίσόαταθμον 
μϊ τό ίσπανικόν δίστηλσν, φέρον άφ' ενός μέρους τήν πρα- 
τομήν τοΟ *Αγ(ου Κυβερνήτου, χαί άφ' έτερου τήν Έλλά• 
5α δαχρυ^^οαΟσαν έπί τεΦροδόχου κάλπης. Άλλ' ή^ άπόφα- 
σις αυτή δεν έξετ^σθη, διότι τό Νομισματοκοπαεϊον ευρέ- 
θη τότε εις ενδειαν παντός είδους μετάλλου. Παρεκτός 
τούτου, ψηφίζει νά ίδρυθώσιν εις τόν άείμνηστον τρεις έκ 
χαλκοϋ κολοσσαϊοι ανδριάντες^ εις εις τήν Α?γεναν, άλος^ 
ύζ τήν κλ^ινήν πατρίδα τοΟ Κυρίου Σπηλιάδου, τήν Τρίπο- 
λιν, και άλλος εις τήν αίματ(5φυρτον γήν τών ηρώων, τό 
υ^σολόγγιον. Ή έκεΐ δμως έναποτεθειμένη κόνις του Κυ- 
ριακούλη έπρεπε νά ^ιφΟτ)^ άφεόκτως εις τήν θάλασσαν, διότι 
ιϋώς ^τον δυνατόν νά ευρίσχωνται πλησίον αλλήλων Μαυ- 
ρομιχάλης και ΙΙάποδίατριας; 

*Η Ιμφρων αυτή Συνέλευσις δίδει και αύιοχθονίας δικαί*- 
ώματα εις δλα τά μέ7.η του καποδιστριακοΟ οίκου. Γνω 
ρίζουσα όμως ότι δεν άρχο&νται εις καπνόν μόνον θυμιάμα- 
τος οί. θεοί, άλ7ν' ότι ίγ^ου^ χρβί'αν και κνίσσης λιπαρών 
κρεάτων, Χ^Ρ'ΟΥ^^ όκτακοσίοΓς τεσσαράκοντα εξ χιλιάδας 
Φοινίκων εις τους συγγενείς του άοιδίμ-ου Κυβερνήτου, και 
ιτρός εξασφάλισιν τής ποσότητος ταύτης δίδουσα εις τόν 
Αύγουστϊνον, έπί λόγω ανέχειας τοΰ Ταμείου, ως ύποθή- 
κην πλήθος εθνικών κτημάτων, καθίστα πραγματικώς Κό- 
μητα τής Ελλάδος τόν έπί ψιλώ' ονόματι Κόμητα τής 
^"ίστριας. Φιλοκατήγοροι δέ γλώσσαι λέγουν οτι εΙς τό πο^ 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



Οοο^\(^ 



— 144 — 

λυτελές ιουτο δώρον, το εν ονόματι πλην έν άγνοΐί^ί τοί^ 
έθνους γενόμενον, ελαβον μερίδα Κινχινάτοι τινές τί|ς Συνε- 
λεύσεως, καΐ ΟΧΙ μεταξύ αυτών χαί του Έκλαμττροτάτου 
Αυγουστίνου εγινον μυστηριωδώς Ιγγραφοι συμφωνίαι. 

Μετά τοι^το^ ό πεντήκοντα ΐΐτη μοχθήσας δια τήν άνα- 
γέννησιν τ3|ς Ελλάδος Αδαμάντιος Κοραί)ς προγράφεται, 
και άπό τήν μακρύ νήν του αυτήν γωνίαν των Παρισίων με- 
ταφέρεται τρόπον τινά εις τήν Ελλάδα, διά νά έξυβρισβί^ 
έπΙ τής ιδίας γής, τήν οποίαν εύηργέτησεν. *Η Αύγουατι- 
νική Συνέλευσις, 'Ιερδς Εξετάσεως μανδύαν ένδυθείσα, 
καίει εν τών φιλελευθέρων συγγραμμάτων του (διά νά φω- 
τίστ], ώς φαίνεται, μέ τάς φλόγας του τήν εις τό σκότος 
τής αμάθειας πλανωμένην Ελλάδα), καί μέ τήν μνήμην 
του συγγραφέως άπο^^ίπτει τήν τέφραν τοΟ βιβλίου εις τους 
αέρας. 

Προς έπισφράγισιν τών λαμπρών αυτών πράξεων της^ 
τήν δεκάτην έβδόμην Μαίου, εις τό Βουλευτικόν, δπου συν- 
εδρίαζε, προσκαλεί τον Αυγουστίνο ν διά νά τόν άναγορεύσ7^ 
Κυβερνήτην τής Ελλάδος. Άλλα κατ' έκείνην τήν ήμέραν^ 
ευρεθείς οδτος εις σύγκρουσιν μετά του β. Κολοκοτρώνη, 
και φοβούμενος τοΟ πονηροϋ Πελοποννησίου τάς άντενερ- 
γείας, δέν τολμά νά έμφανισθί) Ιμπροσθεν τής σεβαστ1}ς 
έμηγυρεως. Εις άγχίνο^ Γραμματεύς του ευρίσκει ώς μέ- 
σον ασφαλές τής διαλλαγής τών δύω τούτων μεγάλων αν- 
δρών τον άιφρώδή τ^ς Καμπανίας οΤνον. Προσκαλείται λοι• 
πόν ό Κολοκοτρώνης εΙς τήν οίκίαν τοΟ Αυγουστίνου, δποι> 
«ϊναι πρόγευμα ετβιμον. Πίνει δ Κόμης άφθόνως ε!ς δγείαν 
τοδ Αρχιστρατήγου, καΐ διά νά μάλαξη τήν καρδίαν του 
άναφ.έρει τ* δνομα τοΰ Ιωάννου Καποδίστρια. Ό Κολοκο- 
τρώνης ανταποκρίνεται άξίως εις τήν §ακχικ•ήν αυτήν πρά-* 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



Οοο^\(^ 



οΛησιν, χαί στάζουν εις τό πολλάκες χβνούμενον ποτήριίν^ 
του ^ανίδβς τινές δακρύων εις ρήμην τοΟ αποθανόντος. 
Έντοσουτφ. έπΙ κεφαλές αργυρωνήτων τινών βαατάζων, 
χραζίντωγ α Ζήτω ό Κυβερνήτης τ5)ς Ελλάδος !ΐ) προβαίνει 
μέ γίγαντιαϊα βήζχατιχ 6 μέγας Δοιοίκητής Ναυπλίας προς 
την χατοιχ^αν του Αυγουστίνου* Εις τά ζ ή τ ω αότά^ τοτ 
όποΓα οΐ ΑύγουστινικοΙ ών^μαζον φωνάς τοΟ Ιθνους, πώς 
έδυνατο να μείνη αδιάφορος ό νέος μοις Κυβερνήτης ; Φορεΐ 
τάς χρυσδς του έπωμίδας και ζώνεται• την δίστομον ρομ- 
φαίαν του* ό.δέ Διοικητής Ναυπλίας, φυσώνκαί ασθμαίνων^ 
παραλαμβάνει την Αύτου Έξοχότητα, και την οδήγεΤ ένώ• 
πιον τοΟ έθνικ&υ συνεδρίου, δπου δ Κύριος Μαρκοπολίτης^. 
Αντιπρόσωπος τ'ί)ς νήσου Νάξου, έκφωνεϊ λόγο ν πανηγυρι- 
κών, βατις (οέν το λέγομεν βέβαια κολακεύοντες τον ρήτο- 
ρα), κατά τήν γνώμην τοΟ υγιούς μέρους τοϋ ακροατηρίου,. 
τ|τβν δλος άπ' άρχί}ς μέχρι τέλους 

•Θέμ«τ* αρρατα γραμμένα^ 
ΚαΙ νερά ;βοπανισμένα^ ι 

Καν ίχσκάλων. λαλαλά^Α^ 



ΚΕΦΑΑΑ10Ν βΓ. 

Τήν εικοστήν τρίτην Μαρτίου, περί την μεσημβρίαν ί 
στρατός των Μεγάρων, Ιχων επί κεφαλής τον θ. Γρίβαν. . 
και παρακολουθούσης τής συνταγματικής Κυβερνήσεως,^ 
έβάδισεπρός τήν Πε}νθπάννησον. Δύω άλλα σώματα, τό Ιν 
άδηγούμενον άπό τον Ν* Κριζιώτην^ το άλλο άπδ τον Γ- 
Βάσον, άντέκρουον γενναίως και περιέστελλον τόν Ίωάν^ 
νην Μαμούρην εΙς τήν Άμφισσα ν, τό:ν Δήμον Αούλιον και: 

Ό-Φζβό 5ν ν^οο^ι^ 



~ 446 — 

Ζάχον ΜύλίΟ'/ εις την Ελευσίνα• Κατ^ αυτόν τον τρόττον 
έχουσα έξησ<]ραλισ|ΐένα τα νώτα εί; την τζορζίαν της ή συν- 
ταγ[Ααταή στρατιά, την έπιουσαν ιτρός το δειλινό ν κατέ- 
λαβε τό Αουτράχιον, οπού συγκεντρωθέντων καό τίνων κατά 
την Περιαχώραν ταγξ^άτων χατεσκήνωσεν απέναντι των έχ- ^ 
θρών, κατεχόντων τον 'Ισθρ,όν και ώχυρωμένων έφ' ύψι^• 
λών προμαχώνων. 

Άνέτειλεν ή εικοστή πέμπτη Μαρτίου, ήμερα διττών 
εορτάσιμος εις τήν Ελλάδα, ούσα ι)^ το^ΕύαγγελισμοΟ καί^ 
ή ενιαύσιος ένταυτω της επαναστάσεως της κατά τών Όδω- 
μάνών. ^Ολα προεμήνυον δτι κατά τήν έτα'σημβν έ^ενην 
ήμέραν έμελλε νά συγκροτηθώ) επίσημος μάχη, και ψιθυρι- 
σμός πολύς διέτρεχε τό στρατόπεδόν τών Συνταγματικώΐί 
χαιρόντων διά τήν σύμπτωσιν τ15ς ημέρας και δεχόμενων 
επ' άγαθώ τον οιωνόν. 

Ιίαρετηρουντο ήδη αμοιβαίως τά δύω στρατεύματα χαί 
τό εν περιέμενεν από τό άλλο τήν πρόκλησιν της συμπλο- 
κί)ς, δτε ό Γ. Βάϊας, φθάσας από Αεβαδίας επί κεφαλ•ί]ς 
'^ών Άρματωλών του, έφάνη ερχόμενος εις βοήθειαν τών 
Συνταγματικών. 0? τοΟ Αυγουστίνου ιππείς κινούνται κατ*" 
αύτο\^. Ό στράτες τότε τοϋ Συντάγματος ταράσσεται καί 
βοα ως πέλαγος υπό καταιγίδος κυματιζόμενον. Στρατη- 
γοί^ Σημαιοφόροι, στρατιώται, α7νθΐ όρμώσι κατά των Αύ- 
γουστινικών, τρέπουν έν άκαρεί τό ίππικόν των, κυριεύουν 
τους π|>ομ.αχώνάς τ6>ν, ζωγρουν υπέρ τους τετρακοσίούς 
καί φυγαδεύουν όλον τό πεζικόν. 

'Αοκνοι καί δρομαίοι όδεύοντες προς τό Ναύ-πλιόν θί 
νικητοτί, φθάνουν τήν νύκτα έίς τόν *Άγιον Γεώργιον, άναγ* 
γέλλουν εκείθεν καθ^ δλην τήν Ελλάδα τόν θρίαμβόν των^ 
χαΐ τήν επαύριον περί τήν δεκάτην ίϋραν εισέρχονται εΙς 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



— 447 — 

τοΆργας άνά{Λέσον λάου δαφνηφοροΟντος χαί χα(ρ€τοδν- 
τος μετ' ένθουσ&ασ{ΛθΟ την νίκην των συνταγματικών -δπλων. 

Εαταλύεκ το στράτευμα εις τον μέγαν τ?)ς πΛεωί Στρα•• 
τώνα, καΐ ό Κωλέττης μετά τοΟ ί^ρωος του Δράματος μας 
χαί μετά πολλών άξιοτίμων Πολίτιχών επαναπαύεται εις 
τους κεντητούς τάπητας τοϊ> Αυγουστίνου, δστίς, διάτρίβων 
τότε εις του Δ. Καλεργη την οΐκίαν, άφηκεν έκεΤ την σα'ρ*- 
δαναπαλικήν του άποσκευήν και διεσώθη μόλις εΙς τα τείχη 
του Ναυπλίου. Ό οΤκος οδτος ώμοίαζε Οερμήν έτι φωλεάν 
πτηνοΟ, άποπετάξαντος εις τόν αιφνίδιον έμφανισμόν τοΟ- 
άετοϋ. Έδώ έπέ τραπέζης πολυτελούς φιάλλαι άργυραί κιο^ 
χρυστάλλιναι/ άλλαι άνατετραμμέναι καΐ άλλαι πλήρεες 
οίνου άνΟοσμίου ή μαδερινου, έμαρτύρουν πρόσφατον φυγά* 
δείων οίνοποτών, τους οποίους ό φόβος άπέσπάσεν έχ τ'/|ς 
σπατάλης. Έκεϊ Ιχειντο έρριμμένα εις το Ιδαφσς Συναξά- 
ρια και Διηγήματα του Σεβάχ θαλασσινού, ίχ τών όποίαιν 
συνίστατο ή. βιβλιοθήκη τοΟ πολυμαθοΟς Προέδρου τ7]ς Ελ- 
λάδος. Εις ενα τών κοιτώνων ευρέθη κατά γί|ς χαί ή ήνιο- 
χική εκείνη του θ. Κολοκοτρόνη μάστιξ, την οποίαν, αν 
ένθυμΐ^σθε, %^ς Πελοποννήσου ό Αρχιστράτηγος Ιπαιζεν 
ατάραχος εις τάς χεϊράς, ένώ ύπ' Οψιν του ελάμβανε τον 
θάνατον ό αθάνατος Γ. Μιχυρομιχάλης• τώρα δε εις την πα-* 
ραζάλην του, ως φαίνεται, τον Ιπεσεν από την δεξιάν, χαθ^ 
ή ν στιγμήν είχε χρείαν αύτ•})ς δια να διώξη ταχύτερα τον 
ιππον του προς το Φρούριον της Γόρτυνος, οπού κατέφευγέ, 
(ίκοπεύων να δραπέτευση εκείθεν εις τήν Έπτάνησον. 

Ή απροσδόκητος ελευσις τών Συνταγματικών εις τά Αρ- 
γός δίέσπασεν ως αράχνης υφάσματα δλας τάς πλε)(τάνας 
τών Δίπλωματών της Πρωτευούσης, ήλλαξεν ολω9 τοίί 
5>ρονήματα καΐ ή πόλ3ς δλη σαλεόουσα, ίγγογγυζ^ ^ατά 



ΟίΟίΐίζθό ϋγ 



ΟθΟ§ΐ€ 



Τ0& Αυγουστίνου και τον ήπείλει δτι έμελλε ν' άνοιξη τάς 
ιτύλας της βίς τον τροπαιοΟχον στρατόν. Εις τοιαύτην στά- 
<ην δντων τών έν Ναυπλίω πραγμάτων, διάφοροι χωμιχώ^ 
ταται τών Αύγουατινιχών έπιστολαί ήρχοντο κρός τον Ι. - 
ΚωλΙττην^ του μεν έπιδεικνυμένου θρασυβουλικόν υπέρ ελευ- 
θερίας ένΟουσιασμόν, τοΟ δε ομνύοντος άφοσίωσιν αίώνιο>^ 
χαί άπεριίριστον εις τήν συνταγματικήν Κυβέρνησιν. ΚαΙ 6- 
Κύριος Σ• Τρικούπης έγραψε και αυτός έπιστολήν προς τοι>ς 
Συνταγματικούς, έξαιτούμενος συγγνώμην και ίκετεύω^^ 
υπέρ τίίς σωτηρίας χ^ς έν "Αργεί οικίας του, τήν οποίαν 6- 
στρατός τών Μεγάρων εΐχεν όρκισθ^ δτι, έμβαίνων εις τ^ 
"Άργος ήθελε καύσει προς έκδίκησιν της λειποταξίας του. 
Δεν έπραττε γενναιότερόν τι ουδέ ό Α. Ζαίμης, δστις, καίτοι 
πρό μικρού καυχηθείς δτι εμελλεν εις τους έν Μεγάροις να 
κ7ν«ίση τήν είσοδον της Πελοποννήσου, τήν δποίαν καΐ Πε- 
λοπίννησόν του έκάλει, Ιμενε τότε συνεσταλμένος εΙς τάς; 
Πάτρας, και δι^ αλλεπαλλήλων γραμμάτων έζήτει να έξι.- 
λεώση τους δυτικοελλαδίτας Όπλαρχηγούς• 
' *Αν εΐχεν 6 Αυγουστίνος δυναμιν χαρακτήρος, ήθελε πει- 
ραθεϊ και δευτέρας τύχης. Χίλιοι πεντακόσιοι στερ^οελλα- 
δϊται στρατιώται εντός του Ναυπλίου και προ τών θυρών- 
του, δύω Ιτι χιλιάδες κατά τήν Άνατολικήν Ελλάδα, πέν- 
τε φρούρια, δλον τό στρατιωτικόν τί)ς Πε7νθποννήσου και 
δλος σχεδόν δ στόλος ήσαν υπό τήν έξουσίαν του. Άλλα 
μαλθακός καΐ δειλός, εναποθέτει τήν 'Αρχήν εΙς τάς χείρας 
'^^ζ Γερουσίας, ήτις εκλέγει ευθύς Έπιτροπήν Κυβερνητι-- 
κήν, συνισταμένην άπό εξ καποοιστρίζοντας καΐ τόν 'Ιωάν- 
νην Ιίωλέττγίν, διά νά διοίκηση τήν Ελλάδα μέχρι τή^ 
έλεύσεως του 'Οθωνος. 

Τίΐν είκοστήν όγδόην Μαρτίου^ πλήρης άγανάκτήσεως & 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



— 449 — 

έν *Αργε? συνταγματικός στρατός 8ιά την τοιαύτην τών 
πραγμάτων διάθεσιν, διευθύνεταιπρός τό Ναυπλιον. Βροχής 
^αγδαία καταλαμβάνει αυτόν παρά την Τύρινθα. ΠοΟ τατ 
πυκνά και 6ψικάρηνα δένδρα τοΟ Κυρίου Παλαιολόγου, διά 
νά εύρη άσυλον υπ^ αότά ; ΠοΟ αΐ αειθαλείς έλαΐαι και μυρ- 
σϊναί του ; Μη βλέπων Γχνος των γεωργικών του εκείνων 
τερατουργημάτων, περί τών οποίων τοσαΟτα ήκουε μακρό- 
θεν διαθρυλλούμενα, και όργιζόμινος κατά τοΟ νέου μας 
Τριπτολέμου, φθάνει έμπροσθεν τί|ς Προνοίας, δπου χίλιοι 
Ζιαχόαιοι Αύγουστινικοί, εΙς μάχην παρατεταγμένοι, ζη- 
τοΟν ν' άποκλείσωσιν εις αυτούς την είσοδον τοΟ Προα• 
στείου. Ό Αρχιστράτηγος Γρίβας δίδει τό σύνθημα το! 
πολέμου, δτε ό Ειρηναίος θύρσιος, έμβαίνων μεταξύ τών• 
δύω στρατευμάτων καΐ δημηγορών, εμποδίζει την Ικρηξιν* 

Μίλις έστρατοπέδευσαν εις την Πρόνοιαν οί Συνταγμα- 
τικοί, και απόστολος τοΟ γαλλικοΟ Άντιπρέσβεως έρχεται 
προς τον 'Ι. Κωλέττην, δίδων ε{ς αυτόν έκ μέρους τών Συμ- 
μάχων Αυλών τά πιστά διά νά είσέλθη άνευ στρατιωτικίΐς 
δυνάμεως εις τό Ναύπλιον, και παραιτηθ&ντος ήδη τοΟ 
Αυγουστίνου 'νά διαπραγματευθϊ) μετά τί)ς Γερουσίας περί 
τ55ς συστάσεως νέας Άρχϊ)ς. Μετά όγδόήκοντα Στρατηγών 
και Πρώτων τοϋ συνταγματικού αγώνος έμβαίνει ό Κωλέτ- 
της, και ακολουθούμενος άπό τάς ευφημίας τοΟ λαοΟ, άνα• 
κράζοντος σΖήτωσαν οί Συνταγματικοί Η διέρχεται ύπό τό 
ϋαλάτιον του Αυγουστίνου, δστίς άπό τό παραθυρον, ωχρός 
και κρυπτόμενος Οπισθεν του παραπετάσματος, βλέπει τόν 
θρίαμβον τών έχθρων του. 

Έκ τ-^ς στιγμί|ς εκείνης άπό τοσαύτην φρίκην κυριεύεται 
6 Κερκυραίος Ψευδοκυβερνήτης, ώστε, την νύκτα τήν πρά 
τ1|ς είκοστί^ς Ιννάτης Μαρτίου, παραλαβών τά λείψανα τοδ 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§Ί€ 



— 4δΟ — 

Ί• Καποδίστρια χαί τόν μ<ίλ(ς προφθάααντα εις τήν "Ελλά- 
δα Τζωρτζέτον του, εξέρχεται άπό την (χικράν θύραν τί|ς 
βαλάσαης, και μετά ^ωσικοΟ τίΧοίοο αποπλέει προς την Κέρ- 
>:υραν, άφίνων εις τήν Ελλάδα και τους βωμούς και τους 
ανδριάντας τοΟ άδελφοδ του, και τάς Κοντέας τ^υ, και τάς 
'έπωμίδας του, και τήν σπάΟην του. Τοιοϋτον το τίλος Α.ύ• 
γοϋ<ιτ(νοϋ τοΟ πρώτου και τελευταίου, ψευδοκυβερνή-ίαντος 
Ινδεκα ολας ημέρας τήν Ελλάδα. 

■ Μετά του Μ. Κωλέττου εΤχεν εί<3έλθει και δ Εξόριστος 
ει< τό Ναύπλιον. Πρώτος στοχασμός του^ υπϊ5ρξεν ή Ασπα- 
σία. Πλην εμαθεν 3τι, άμα εφθασεν 6 μεγαρικός στρατός 
εις τό Άργος, ό πατήρ της, καθώς καί πολλοώ άλλαι τοΟ^ 
Ναυπλίου οίκογένειαι, κατέφυγε μετ' αύτ•'ϊ)ς εις τάς Κυ- 
κλάδας• Έλυπήθη πολύ διά τήν άναχώρησίντης. Ένόμισεν 
έίμως χρέος του άπαραίτητον νά συντέλεση πρώτον είς τ5)ς^ 
πατρίδος τήν άποκατάστασιν, τήν οποίαν^ ό^έΟετε προσεγ-^ 
γίζουσαν, και δστερον νά τρέξη προς άναζήτησίν της. 

. Παράδοξος ήτον ή φάσι^ς των τότε πραγμάτων. Είχον- 
μεν οΐ Συνταγματικοί καταστρέψει τον Αύγουστϊνον, άλλα 
νικηται εΙς τό πεδίον τοΟ Άρεως, έκινδύνευον νά νικηθώσιν• 
είς τόν λαβύρινθον τής Διτλωματείας• Ακόμη έξουσίαζον- 
ϋς τό Ναύπλιον οί Καποδιστριακοί, καίτοι ©ογόντος τοΟ-' 
Αυγουστίνου, καίτοι έμβάντος τοΟ Κωλέτου. Αι πί^αι της- 
πόλεως φρουρούμ^ναι παρ' αυτών, εμενον κλεισταί είς τους 
Ιξω Συνταγματικούς. Τό φρούριον του Παλαμιδίου ήτον εΙς- 
τήν έξουσίαν τών τριών Συμμάχων Δυνάμεων, και οί Άν- 
τ^πρέσβεις αυτών, μή Οέλοντες ν^ άναγνωρίσώσι τήν Κυβέρ• 
νησιν τών έν Μεγάροις, έζήτουν νά συστήσω^ϊι διά τής Γε-- 
ρουσίας 'Αρχήν σόμμικτον, παρουσιάζουσαν όλα τά Κόμ-*^ 
ρ,ατα' ιδέα φιλάνθρωπος και συμβιβαστική κατά τό φαιν&* 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθΟ§ΐ€ 



^ 481 — 

|χ4νον, άλλ' ίχαυσα έν έαυτί) χεκρυμμενα τα σπέρματα πά- 

οης διχοστασίας, δ:ότι έκαστη φατρία, Ιχουσα τόν άντιπρά- 
σωπόν της εντός τϊ); Κυβερνήσεως, έμελί.ε νά λάβη δύνα• 
μίν πλειοτέραν δίά νά σπαράξη πλειότερον την Ελλάδα. 

Ή δέσποινα Γερουσία, δανειζόμενη τήν νομιμότητα της 
από τοδς Άντιπρέσβεις, συνέστησε πενταμελή Κυβερνητι- 
κήν Έπιτροπήν, ε!ς τήν οποίαν μόλις χατεδέχθη νά συγχα• 
τατάξη τον Ιωάννην Κωλέττην. Αύτό^, μή έγχρίνωντήν 
Έπιτροπήν ούτω συντεΟειμένην, έζήτησε ν^ άντικατασταθώ- 
σι μέλη αυτής 6 ίνάρζτος Δημήτριος Υψηλάντης, 6 Γεώρ- 
γιος Κουντουριώτης και 6 Κωνσταντίνος Ζωγράφος• είδε 
μή, ήπείλει δτι άπήρχετο εώΟύς άπό τό Ναύπλιον χαι δτι 
. χαδίδρυε τήν έθνικήν Κυβέρνησιν εις τό "Αργός. 

Ώς νά μή ήσαν άρχεται τόσαι περιπλέξεις, χαί άλληλο- 
μαχίαι διπλωματικαί, ό Σπυρίδων Τρικούπης ώργάνιζε νά 
έκλεχθή και αυτός μέλος τής Κυβερνήσεως. Ό δε μεγαρ(^ 
χός στρατός, άκούων τοϋτο, άπέχοπτεν ήδη τά ύδατα χΰΛ 
ήρχιζε νά πολιορκή τό Ναύπλιον. 

Δυω δρόμοι τότε ήνοίγοντο εις τόν -Κωλέττην, ή νά έξ- 
έλθη τής πρωτευούσης, νά συστήση τήν συνταγματικήν^ Κυ- 
βέρνησιν εΙς τό 'Αργος χαί, συγκαλέσας Έθνοσυνέλευσιν 
νά χαταβάλη τους θεμελιώδεις νόμους τοϋ έθνους, ή νά 
μείνη εντός του Ναυπλίου, νά γένη παίγνιον τής Διπλω- 
ματίας και ν' άφήση τήν Ελλάδα έστερημένην πάσης πολι- 
τικής εγγυήσεως. Ή πρώτη όοός ήταν δυσχερής, πλίΐν έν- 
δοξος. Εις αυτήν ό Εξόριστος έζή-ϊε^. δίά τής επιρροής τοϋ 
νά πειΟαναγχασ-'/) τόν Κωλέττην. Άλλ' ουτος^ είτε νομί<τας 
αδύνατον, οι' άπορίαν χρημάτων, νά.χαΟέξη τό στρατιωτί- 
χόν εις εύταξίαν, είτε κατά τάς παραμονάς τής έλεόσεα>ς 
τοϊ^ Βασιλέως φοβηθείς μή φανή αρχηγός εμφυλίων (δήξεων 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



Οοο^\€ 



— 452 — 

χαι δελεασΟείς άπβ τους Άντιπρέσβεϋς, ύπισχνουμένους χρη- 
ματιχήν επιχορήγησαν προς μιαθοδοσίαν τών συνταγματι- 
κών στρατευμάτων, συγχατένευσε τέλος πάντων εις τψ 
σύστασιν Έπιτροπ•/}ς εξ ημισείας συνταγματιχ?]ς και χαπα- 
2(στριακΐ]ς. 

Ό Εξόριστος, μη φρονών άχέμη άπεγνωσμένην την σω- 
τηρίαν τϊ)ς πατρίδος, περιέμενε να ίδί) τάς πρώτας πρά- 
ξεις τϊ|ς Κυβερνήσεως. Ή μόνη του έλπις έθεμελιοΟτο εις 
την συγκάλεσιν Εθνοσυνελεύσεως. Άλλ^ δταν μετ' ολίγον 
οΐ συμπληρουντες την Κυβ/.ρνησιν Καποδιστριακοί χαΐ οί λε- 
γόμενοι Μέτριοι ήρχισαν να ^οι^^οοργώσι χαί να παρεμ- 
ποδίζωσι την συγχρότησίν της, απεφάσισε να φυγή πλέον 
άπό την πόλιν τών σκευωριών. 

Σύννους καΐ σκυθρωπός έπέβη μίαν έσπέραν εις πλοιον 
ίιευθυνόμενον προς την Σύραν, δπου ένόμιζε πιΟανώτερον 
δτι εδρίσκετο ή Ασπασία. Βλέπων εκ τί|ς πρώρας φευγου- 
βαν τήν παρα&αλασσίαν και συγκεντρόνων τάς ιδέας του εΙς 
την άθλίαν στάσιν τϊ|ς Ελλάδας, «ώ γι) δακρύων, είπε καθ' 
εαυτόν, γί] καταδικασθεϊαα εΙς αίώνιον πένθος ! άθλιότης 
βίς σε ! Κανείς δώδεκα ήδη Ιτη, κφνείς έκ τών τόσων πολι^ 
τιχών ^Αρχηγών σου δεν έφρόντισε δια σέ. Κάμμία έκ τών 
τόσων Κυβερνήσεων σου δεν έλαβε πρόνοιαν διά σέ. Ώς Ιμ•• 
ιεορος, δστις ένεπιστεύθη τήν τύχην του εις πλοιον, έναπέ- 
θεσα εις σέ τάς ελπίδας μου δλας, καΐ σήμερον τάς βλέπω 
ναυαγουσας. Νέος έρρίφθην εις του; κόλπους σου, καί τό 
άνθος τί|ς έαριν5)ς μου ώρας κατεμάρανες, ώ γν) στεναγμών 
χαι οδύνης !... Άλλ' ώ δυστυχών τέκνων δυστυχής γεννή- 
τειρα, συγχώρησε με ! Δέν αγανακτώ κατά σοΟ, άλλα καχ' 
εκείνων, δσοι παίζουν τήν τύχην σου.» Έπρόφερεν αυτά με 
ίαχρύοντας οφθαλμούς, ώς νά προητθάνετο ή ψυχή του τα 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθ03ΐ€ 



Προνοί(|ΐ α?<ϊχη και ατυχήματα, τά οποία περκέμενον τή^ 

^: Ελλάδα. Πλην ή γλυχεϊα ένθυμησις τ?|ς Ασπασίας^ εις τή^ί 

^.^ΐόποίαν ήλπιζε να. τον φέρη μετ' ολίγον ό ήδη πνέων πρυ• 

! μνήσιος άνεμος, διεσχέδασε βαθμηδόν τους μελαγχολικούς 

διαλογισμούς του. 

ΕΓχομ3ν αφήσει την άξιολάτρευτον αυτήν νέαν εις άπα- 
ραμύθητον πένθος βεβυθισμένην δια τον έραστήν της, 'τοΟ 
οποίου τοσ<ο μδλλον έν^μιζε βέβαιον τον θάνατον, χαθ' 5σον 
ιτρό πολλού δεν είχε λάβει παρ' αύτοΟ έπιστολήν δια τόν 
Ιπικρατοΰντα σάλον τής πολιτείας. Ή απροσδόκητος εισβο- 
λή τών Συνταγματικών εις τήν Πελοπόννησον τήν άνήγει• 
! ρεν ολίγον άπό τόν βαθύν λήθαργον, και άπό τά παράθυρα 
της ίδοϋσα τάς κυανόλευκους σ7}μαίας των χυματουμένας 
εις τήν άργολικήν πεδιάδα, ήτθάνθη κατά πρώτον ώς άπά 
ι ελπίδος τινός αδραν νά ζωογον?)ται, και ή ψυχή της δλη 
συνεκεντρώθη προς έχεϊνο το μέρος, ώς νά έπρόσμενεν εκεί- 
θεν τόν έμφανισμόν τοϋ έραστοϋ της. Άλλα συνε7νθοΟσα 
[ έπειτα καΐ τήν σκληράν άπάτην τής καρδίας της συνιδοΟσα^ 
! Ιπανέπεσεν εις τήν προτέραν λύπην της. «Όλοι άνέκραξεν, 
δλοι περιμένουν τι• έγώ μόνον δεν περιμένω τίποτε. Όλων 
ή 'Ρύχη αλλάζει• μόνον ή Ιδική μου μένει αναλλοίωτος. 9 

Ματαίως έζήτει ό πατήρ της νά τήν παρηγόρηση, "δτε 
ήλθε δρομαϊος ό Αύγερινόπουλος. Ειπών οδτος μυστηριω- 
I δώς προς εκείνον δτι ό Αυγουστίνος ήτον έτοιμος νά πα- 
ραιτηθί^, τόν έσυμβούλευσε ν' αναχώρηση ευθύς άπό τό Ναύ- 
ττλιον. Εις τήν ειδησιν ταύτην, ό γέρων ταράττεται, έμβι- 
βάζει αμέσως τά πολυτιμότερα πράγματα καί τήν θυγατέ• 
ρα του εις εν ίδικόν του πλοίον, και μετά τοΟ Αυγερινό- 
μούλου, ζητήσαντος ώς δια χάριν νά συμμοιρασθί) τάς κα- 
κουχίας τ-Τ^ς όδοιπορίας, πλέει προς οποίαν νϊ,σον τοΟ Αι- 



γαιαΐ) ήβελ$ τον χατευοδώιτει δ άνεμος. Φθάνει χατ' αρχάς 
έΐς την Έρμούπολχν, χαί μετ' ολίγας ημέρας μεταβαίνει; 
κατά συμβουλήν των ιατρών, εις τήν ΚύΟνον, τ7^ οποίας 
τά ΰερμά λουτρά "ί^λπιζε να φέρω^ΐίν ώφέλειαν εις τήν βε- 
βλαμμένην ύγείαν τ5]ς Ασπασίας. 

Ό Αύγερίνόπουλος ήκολούΟησε χαΐ εις τήν Κύθνον την 
ΐϊλανωμ«νην οίκογένειαν. Ποτέ δια τόσον χαμερπών όπα- 
χ7νίσεων δεν είχε προσπαθήσει να χαταστΤ) εύάρεστος εις την 
Ασπασίαν, και. είτε διότι αύτη άναισθητοΟσαεις δλα τάτοδ 
κόσμου 5έν έφρόντιζε να τόν άπομαχρύνη, ε?τ£ διότι φύσ« 
άνεξίχαχος χαΐ άγαδή δέν ιέδυνατο να τόν φέρεται με τρόπον 
^ραγβΊ^ ήρχιζεν ήδη εκείνος να συλλαμβάνη χρη^^τάς έλ• 
Ιριδας, δτε τόν φθάνει εξαίφνης από Ναύπλιον επιστολή ικι* 
ρά τίνος φίλου του, δστις τόν ειδοποιεί δτι ό αντίζηλος του, 
άλλος νεχραναστηθείς Λάζαρος, ήλθε μετά των Σύνταγμα;• 
τικών εις τό Ναύπλιον, και δτι Ιμελλε ν' άποπλεύση ΐίρος 
Ιντευξιν τής ερωμένης του. Ώς νά έπεσε κεραυνός ε?ς τήν 
κεφαλήν του, μένει κατ' αρχάς ακίνητος και αμφιβάλλει α^ 
ονειρεύεται. "Επειτα τρίβει τά Ομματα του διά ν^ ανάγνωση 
καλήτερα τό γράμμα. Έπειτα παρατηρών τούτο μηνολθ2• 
γημένονέκ της πρώτης Απριλίου, ύποπτεύει μήπως ό γρά- 
φων ηθέλησε ν^ άστειευθ^, καθώς συνειθίζεται εις τήν πρώ* 
την αυτού τοΟ μηνός. Τέλος δε ευρίσκει τήν χιμαιρικήν αίϊ- 
τήν {δέαν αρκετά πιθανήν, και οΰτως ημέρας τινάς καθησίί^ 
χάζει όπωσουν τήν ταραχήν του. 

Άλλ^ ό Έξόρίστος, του οποίου τ' όνομα κρατουμεν ήμΐιΐς 
μυστικόν, ήτο.ν γνωστός καθ' δλην τήν Ελλάδα, κβί διάφ^ 
ροι άλλαι προς Κυθνίους έπιστολαί, τήν έσπέραν τής είχο- 
οτής ^Απριλίου ελθουσαι από Σύραν, άνήγγελον οτι ψευδώς 
είχε διαφημισθ'3 ό θάνατος του. Κάμμίά πλέον αμφίβολα 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



— 155 — 

δεν εμενεν ζΐς' τον Αδγερινόπουλον. Έπέστρεφεν άπηλπι• 
^(ΐένος άπό την άνορά^^ δτε χαθ' όδέν άπήνττ.σε τόν πατέ- 
ρα τ^ς Ασπασίας, άναγινώσχοντα με άκραν χαράν έπεστοτ 
λήν, ιΐς τήν οποίαν ό ?2οος Εξόριστος τόν Ιγραφεν δτ« 
ΙφΟασεν εις την Έρμούπολιν, καί δτκ, ανυπόμονος νά τόν 
απόλαυση διευθύνετο αυθημερόν εις την Κύθνον. Ή τοιαύ- 
τη άγγε7νία καί ή αγαλλίασες, την οποίαν ό γέρων δεν έδό- 
νατό, ή ολίγον έφρόντιζε νά κρυψη άπό τοϋτον, τόν Ιρριψεν 
εις παραοοράς λύπης καί μανιώδους όργί]ς. 

Έκατοίκει εις τό αυτό Εενοδοχεϊον, δπου και ή Ασπα- 
σία, πλην εις χωριστόν καί παράμερον κοιτώνα. Φθάσας με 
τρέμοντας πόδας εις την κατοικίαν του, πίπτει πρηνής εις 
την χλίνην του, δπου ώρας ολόκληρους μένει αναίσθητος. 
Συνελθών έπειτα ώ; άπό βαθύν υπνον, καί σπαραττόμενος 
άίΐό την σκληράν ίδέαν δτι μετ' ολίγον 6 μισητός του αν- 
τίζηλος θέλει ματαιώσει δλας τάς προσδοκίας "του καί άρ- 
πάσει δλη την εύτυχίαν του, αποφασίζει νά γένη αύτόχειρ. ' 
Εις την βέαν δμως τοΟ πυροβόλου, ετοίμου νά καταστρέψη 
την υπαρξίν του, άποδειλια προς τήν πρδξιν, καί δλος μα- 
νιακός φωνάζει. «τΈγώ νά φονευθώ ! . . Άς άποθάνη εκεί- 
νος. . 4 Άς άποθάνηαύτή. . . αύτη, πριν τόν καταστήση 
ευτυχί]. . . πρίν μ' έξυβρίση. . . Οί πο7νΐτικοί σκοποί μου 
ανετράπησαν ... Ή όλίγη χρηματική μου κατάστασις 
κατεδαπανήθη. . . ϊίμέ μένει; . . Τί; . . Ή εκδίκησης. . .» 
Συλλογίζεται ολίγας στιγμάς, ανοίγει εν κιβώτιόν του, 
δπου εΤχεν έναποτεθειμένον δηλητήριον, τό ^ποΐον άλλοτε, 
πρίν ευρη ακόμη τόν Άλβανόν, προώριζε διά τόν Έξόρι- 
στον, τό λαμβάνει με σπασμώδη χείρα, καί άφ' οδ καλά τό 
παρετήρησεν εξέρχεται (1). * 

(1) Τάς πληροφορίας αυτάς τά< Ιχομιν άπ^ ϊον ίδιον Αύγερινίιιοϋλον, ίίηίς, 

^^ 



ρ 



156 — 



Ήτον ώρα μεσονυκτίου χαί υχίτος βαθύ. *Εν μόνον φ&ς 
Ιφεγγεν εΙς τοΟ ύπερφου το Ισχατον δωμάτιον. ΈκεΤ, λι- 
μώττων χαί αποθνήσκων τΐ]ς αθανασίας, διενυκτέρευεν εις 
άθλιος ποιητής, δστις, αντί να φθάστ}, ώς ήλπιζε, με τον 
Πήγασόν του εις τον Ναόν τί^ς Μνημοσύνης, εΤχε κατάντη* 
σει πεζός και ανυπόδητος εις το Πανδοχεϊον των Θερμιών, 
χαί διορισθείς Γενικός έπι των κατάστιχων Γραμματεύς του 
Καταλύματος, συνειθιζε, δια να μη λησμονήση την πάλαιαν 
πτωχήν του τέχνην, να γράφη αυτά εις ομοιοκατάληκτους 
ήρωϊκούς στίχους. Ό Φοιβαπόλλων (τοΟτοήτον τ'ίνομάτου), 
«αρεκτός τοΟ δτι δια την όπήρεσίαντου αυτήν είχε τό δικαίω- 
μα ^ά λείχη τα πινάκια τοΟ μαγειρείου, έκαρποΟτο χαί τό 
τυχηρόν εΐσόοημα των γάμων και των ενταφιασμών, συνι- 
στάμενον είς σακχαρωτά τρωγάλια ή εις κόλυβα, τα όποΓα 
τον Ιστελλον άλλοτε οί νεόνυμφοι χαί άλλοτε οί συγγενείς 
ιτών αποθανόντων, προς άνταμοιβήν των έπιθαλαμίων ή 
^ών επιτύμβιων φσμάτων του. Τόσην δε μετρομανίαν επα- 
σχεν 6 γεννάδας, ώστε και έμιλΰν έξεφράζετο πάντοτε 
σχεδόν έμμέτρως. Έχλευά^ετο διά τοΟτο άπό τον Αύγε- 
ρινόπουλον, και δια να τόν εκδικηθώ) συνέθετε κατ' έκείνην 
τήν νύκτα Σάτυραν χατ' αύτοΟ. 

ΜέβϊΙμα έλαφρόν άναβαίνμ 6 Αόγερινόπουλοςείςτότελευ-^ 
ταϊον πάτωμα, χαί χτυπί^Ι σιγδ εΙς τήν θύραν τοδ μόνου και 
χοινοΟ υπηρέτου του Ξενοδοχείου, τόν οποίον έθεώρειώς άν- 
θρωπον άνοικτομμάτην χαί πρόθυμον να πέση δι' ενα οβολόν 
«Ις τήν θάλασσαν. Μόλις και μετά βίας 6 δούλος έξυπνη και 
τόν ανοίγει. "Εκαμνεν ήδη 6 Αύγερι^όπουλοςτήν άπόπειραν^ 
οΛτοΟ και διαπραγματεύετο τήν φαρμάκευσιν τής \4σπασίας,. 

«ιρ6 Ιν^ς Ιτονς ^«οΟνηνχιιν «ένης χοεΙ μέ «ικρους έλεγχους «ννϋβή^ι^ς •1( Ιν 
Κο«ο)ΐομ4Τον, •&μολ^γΐ)9« ικα^^ησίςκ βλα( τ^ς χβιχου^γ(ας τον. 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν 



ΟθΟ§ΐ€ 



— 157 — 

ιό ιεροσεχές δωμάτεον εξαίφνης άχούονταο ξηροβηχή- 
ίί τρίχες τρΟ Αύγερίνοπούλου ανορθώνονται. Ό 6πη• 
! όστις είχεν ήδη πεισθί) χαί κατεγίνετο να λάβη έτζί 
Ι^ΐβ^ μέρος χάν τών πολλών χρημάτων, δσα εκείνος τον 
ίπεσχετο, αΤί τρέμεις, αυθέντη ; τόν λέγει. Δεν είναι τί- 
; ΐϋοτε. Ό χτικιάρης μας Φοιβαπόλλων βήχει στον ΰπνον του 
ομοιοκατάληκτα. — Καλά λέγεις . . . Δέν είναι τίποτε . . . 
Ι Αάβε διά την ώραν αυτό τό πουγγί με τα φλουριά. . . Λάβε 
Ι χαι τό φαρμάκι τούτο, και, καθώς σε είπα, αύριο τό πουρνό 
Ι ανακάτωσε το εις τόν καφέ της . . .και υστέρα τρέξε νά 
II μ' ευρης διά νά φύγωμεν μαζή . * . Μ' έκατάλαβες ; . .— 
.Ναί, αυθέντη. . . την φαρμακεύω. • . τρέμω κ* έγώ δλος... 
Ε— Μη φοβήσαι, καϋμένε. . . *Όλοι κοιμοΟντα:. . . Κανείς 
Γδέν μ&; ακούει. • • Κανείς δέν μδς βλέπει. • •ΐ) 

— *Από τά υψτι δ Θεός και εις τά σκ<5τη βλέπει. 
Και τών κακών τά σχέδια εξαίφνης ανατρέπει. 

-Τόν άκουσες, αυθέντη; . . Τί λέγει ό βουρκώ?νακας; . . 

^Ακόμα δέν έπλάγιασε ! . . — Τό πετσί μου ανατρίχιασε. . . 

ΙΠάγωσε τό αΙμά μου. . . — Μη σκιάζεσαι δά τόσο πάλε, Κύρ 

Ιύγερινόπουλε. Ό δαιμονισμένος θά κάμη βέβαια στίχους. 

57 τόν ξευρεις; Έχει τά φεγναρϊάτικά του. Πολλαις φο- 

ραΤς εόγαίνει τά μεσάνυκτα στό φεγγάρι, και κουβεντιάζει 

ιέ τ' άστρα; — ^Έχεις δίκαιον. . . ΑΟτά, όποΟ μουρμουρίζει, 

δέν σημαίνουν τίποτε. . . δέν είναι διά ήμδς• είναι τρέλαις 

τοιητικαΤς. ϊί' δλον το\^χο^ αδελφέ, διά κάθε ένδεχόμενον 

Ιΐιτάσου συ έδώ εΙς την κάμαρα σου, κ' έγώ πηγαίνω νά τόν 

ί/αρεύσω και γυρνώ αμέσως.}) 

Έντρομος, υπήγεν 6 Αύγερινόπουλος εις τόν πλαγινόν 

ί κοιτώνα τοδ Φοιβαπόλλωνος. (τ Καλέ μου ποιητά, τόν εΐπεν 



Ό-Φζβό 5ν ν^οο^ι^ 



~ 458 ~ 

έρ^βαίνων με θάρρος έπίπλαστον. Ίί χάμν€(ς έξυπνος αύτιρ 
την ώραν; 'ΗλΟα να κράξω τόν ύπηρέτην δια να μ' άναψίϊ 
τόν λυχνον, και σε άκουσα να λαλίΐ^ μίνος. . . Μέ τα Στοι-^- 
χεϊα τί)ς νυκτός όμιλεΤς ; . . Σιωπάς ; . . . Πολύ μυστικός 
εΤσαΐΛ •. Κρύπτεις κ^τι πάντοτε εΙς την καρδίαν σου. . . 

• — Εις τϋς θΛλάσσνις τόν βαθύν κ' ςύρύχ^ωρον πυθμένα 
Φυλάσσονται κειμ^^λικ πολλά ταμιευμένα. 

« — Αίνιγματωδώς πολλά εκφράζεσαι... Οίλ^γοισου θολοί..• 

-— Άνεμοζίλας καΐ ΟυμοΙίς θαλάσσης προμαντεύει 
Ό θολωμένος ουρανής. 

— Ποτέ δεν θέλεις να βξηγηθ?)ς . . . Άγαπας ν^άφιντ^ς 
τ«ϋς ανθρώπους εις το σκότος ... 

•— Συγχρόνως λάμπει καΐ βροντοί και π(πτει και φονεύει 
Ό φλογισ{Λένος κεραυνός. 

— Μή βροντοφων?)ς δα τόσον, ΚύριεΦοιβαπόλλων . . . Μέ 
χάμνεις τόν άθλιον να τρομάζω την στεντόρειον αυτήν φω- 
νήν σου • . . Άς άφήσωμεν όμως τους μετεωρισμούς. "Α- 
κουσε με, φίλε• δέν σέ το λέγω ούτε δια είρωνείαν, ούτε 
δΐά κολακείαν. Έπλάσθης άπό την φύσιν μεγάλος. ποιητής^ 
μέ οϊστρον σατανικόν, καΐ είναι αμαρτία ν' άφίνης τοιούτον 
πΟρ νά σβύνεται. Δέν ^λέπω νά Ιχης ούτε εν φυλλάδιον 
δι' άνάγνωσιν. Ή βιβλιοθήκη μου Ιρχεται κατ^ αύτάς τάς 
ημέρας άπό το Ναύπλιον. θέλεις τόν Πίνδαρον, τόν 'Όμη- , 
ρον ; . . Ζήτη(ίέ με δ,τι βιβλίον έπιθυμ^ς . . . 

— •Μέ φθάνει τό τρισμέγιστον των ουρανών βιβλίον, 
*'θπου τό Πδν είναι γραπτόν ίιά χρυσών στοιχείων, 
*0 Πίνδαρος καί "Όμηρος, Βυρών και Βοανζέρος, 
Δι* άλλο ίέν φημίζονται εις παν το•ΐ χοσμου μέρος. 



ΟίΟίίίζθό 



ΐ)νΟθ03ΐ€ 



— 159 — 

Παρά ίιίτι {λέ^ισΐήν καΐ μιμηλ^ν γραφίία ' ' 

"Αντέγραψαν {Λ{αν[Λΐκράν του Σύμπαντος σελίία. 
Πλ "ϊίν. Κύριε, ^ερί Μουσών βλίγον σίι φροντίζεις, 
Έ-' εμπρός μου να ύττοκριΟ^ίς άνωφελώς τίΟίογίζιις. 

Αυτά ψάλλων ό αύτοχέδιος αοιδός εις τόν Κύριον Αόγε'- 
{3ενόπου7νθν χαί λαμβάνων αυτόν με άδειαν ποιητιχήν άπό 
την χείρα, τον οδηγεί εως εξω, τον καλονυχτίζει δ(ά στί- 
χων, και κλείει την θύραν εις την ράχην τοΟ. 

Σχεδόν βέβαιος ό Αύγερονάπουλος δτ: ό Φοιβαπόλλων 
εΤχεν άκοόσε: τό μυστικόν του, έπέστρεψεν ως νεκρός εις 
τον υπηρέτην. Επιμένων δμως εις τόν σκοπόν του και άφι- 
νων εις τήν τύχην τό άποβησομενον, τόν έβεδαίωσε (Λε πλα- 
στήν άταραξίαν δτι αι υποψίαι των ήσαν διόλου παράλο- 
γοι, χαί δτιότρελοποιητής Οχι μόνον δένή- 
ξευρε τόν σκοπόν των, λλλ'ουτε καν τι 
τόν γένεται. Άφου δέ τόν εδωκεν εκ δευτέρου δλας 
τάς αναγκαίας παραγγελίας και ώρκίσθη να τόν πλουτίστ^ 
αν ήθελε φανη πιστός και άξιος εις την έκτελεσιν,, άπεσύρ'- 
θη σιγά εις τόν κοιτώνα του. 

Ή εΙκοστή πρώτ7| Απριλίου άνέτελλεν αίθριας και γα- 
ληναία• Ή Ασπασία, ήτις, άναγνώσασα μυριάκις τήν προς 
τόν πατέρα της έπιστολήν τοΟ Έξορίστου, δεν εΐχε δυνηθη' 
από τήν άμετρον χαράν της νά κλείση Ομμα δι'" δλης της 
νυκτό;, έκάθητο εις τό παράθυρον και προσήλωνε τήν δρα- 
σίν της εις εν πλοίο ν, διευΟυνόμενον προς τήν νήσον- Τό• 
πλοϊον αρά γε τοϋτο έφερε τόν έραστήν της ;. . . Εις τήν 
{δέαν αυτήν εμενεν εκστατική, και με τάς χείρας κρατοΟσα 
τήν σκιρτώσαν καρδίαν της, έτρεμε χαί ν^ άναπνεύση. 

Ή ώρα του έωΟινοΟ της ποτοΰ έφθασεν. Ό υπηρέτης τοι^ 
&νοδ"οχ^είου μιγνυει τό δηλήτήριον είς τοί^το,. τ5[ς τ4 τυροΦ- 



— 160 — 

φέρει και αναχωρεί . . . *Η Ασπασία ήδη πίνει τον θάνα- 
τον, δτε ό Φοιβαπόλλων, όστις, δλην σχεδόν έχείνην την 
νύχτα στιχουργήσας, έξύπνησεν άργο'τερα παρ' δ,τι έ|χελέ• 
τα, έρχεται δρομαϊος προς αυτήν χαί φανερδνει την νυκτε- 
ρινήν συνωμ,οσίαν τοΟ Αδγερινοποόλου μετά τοΟ υπηρέτ^α. 
Ζητείται 6 Αύγερινδπουλος• δεν ευρίσκεται ε?ς την οιχίαν. 
Ζητείται 6 υπηρέτης• έγινε, λέγουν, άφαντος. Φρίχη τότε 
κυριεύει την Άσπασίαν, και ή τρορ,ερά Ιδέα δτι Ιχει τον 
θάνατον είς τά στήθη της καθίστα την δύναμιν'τοΟ δηλη- 
τηρίου δραστικωτέραν. Πίπτει χατά γής ώχρα ως το μαραι- 
νόμενον άνθος, χαί ψυχρός ιδρώς περιχέει τά μέλη της. 
ΙΙρός χορύφωσιν του τραγικοΟ δράματος, φθάσας και ό Εξό- 
ριστος μέ τό ήδη λιμενισθέν πλοϊον, παρουσιάζεται εις τον 
θάλαμον, όπου |κειτο ή Ασπασία. 

Σκηνή απερίγραπτος ! Ή στιγμή τής συνενώσεως των 
στιγμή αιωνίου άποχωρισμοΟ ! ΙΙοίαν λύπην έξεικόνιζε τό 
έκτεταμένον και δύον βλέμμα τής Ασπασίας, άποχαιρετού- 
σης σιωπηλώς τον ίραστήν της ! Και ή ώχρότης τοΟ θανά- 
του, ήτις έπεχύνετο εις τάς χιονώδεις της σάρκας ! Και ή[ 
ξανθή της κόμη, ήτις ατημέλητος έπιπτεν εις τά στήθη της! 
Έξέτεινε τάς χείρας προς τον Έξόριστον, δτε κατά πρώ- 
τον τόν είδε... τάς έξέτεινε* πλην ώς μόλυβδοι βαρείαι και 
ώς νά μή τάς έξουσίαζεν, έπανέπεσαν είς τά γόνατα της» 
Και ό εραστής της ! . . *Ώ !, είναι λύπαι ψυχής, δπερβαίναν- 
σαι τάς σχληροτέρας όδύνας τοΟ σώματος. Ευτυχείς, δσων 
ή καρδία έχρηγνύεται είς δάκρυα ! Άλλ- δταν οι οφθαλμοί, 
αί βρύσεις αύται τής παρηγορίας, ξηρανθώσιν, δταν ή αβά- 
στακτος πέτρα τής απελπισίας πλαχώση τό στήθος, δταν 
τά χείλη έσχισμένα και στάζοντα αίμα δεν δύνανται νά 
προφβρωοι λόγον ! . . 



— 161 ~ 

01 ΙάτροΙ -τϊ}; νήσου έλθόντες^ έζήτησαν με άντιφάρμαχα 
>ά την σώσωσίν άλλα ματαίως, ΕΤχεν ήδη σχ^φί] βαθεΐα 
υπόνομος είς τα στήθη τη^. 

Μετ^ ό7αγο>> δμως έπανέλαβεν όπωσοΟν τάς αισθήσεις 
της και την φώνήν, την οποίαν είχε χάσει, και ώς να έζω- 
πυροΟτο προς στιγμήν, πριν σβυση δια πάντοτε, τά πΟρ τ^ς 
υπάρξεως της έδυνήθη νά όμιλήση. Ένατε νίζουσα βλέμμχ 
βλιβερόν προς τον έραστήν της, «τή ήμερα τί)ς ευτυχίας 
μας, είπεν, ήμερα δακρύων ! . . και νά συνενωθώμεν μίαν 
στιγμήν, δια ν' άποχωρισθώμεν αιωνίως ! . . Όχι, δχΐ' δεν 
ήμην αξία νά συζήσω μετά σοΟ, και 6 βεός κατέθραυσε την 
ασθενή αότήν καρδίαν, ήτις δεν ήθελε δυνηθή νά βαστάξη 
τόσον μέγεθος ευδαιμονίας ...» "Επεσεν εις τους πόδας 
της ό Έξο'ριστος, και με σπασμώδεις κλαυθμούς, «Ιγώ, εΤ- 
πίν, έγώ είμαι δ αίτιος τών συμ(ρορών σου δλων. Αυτός δ 
προς την πατρίδα υπέρμετρος έρως μου κατβιτρεψε τήν τύ- 
χην σου, και σε καταβιβάζει νέαν εις τον τάφον. Άλλα, 
φίλη, μην άπελπιζώμεθα. "Ισως δ θεός εύσπλαγχνισθί) τήν 
αθωότητα σου. "ίσως ή υπέρτατη ευτυχία δεν εφυγεν άπδ 
ημάς. — Τετέλεσται . . . Κυκλοφορεί δ θάνατος εις τά έν* 
τόσθιά μου . . . Ματαίως ή γλυκεία παρουσία σσα ανακα- 
λεί τί^ν φεύγουσαν ψυχήν μου . . . Ή νέκρωσις έπιχυνεται: 
ψυχρά εις τ^ άκρα τοϋ σώματος μου . . . 'Εγγισε, φίλε, τής 
χεφός μου τά δάκτυλα , . . Διατί ώς δ πάγος εΐναι κρυερά•; 
"Αλλοτε ή χείρ σου έφλόγιζε τήν χωρά μου . . . Διατί 
τώρα δεν αισθάνομαι τήν άφήν σου ; • . . Διατί δλα μαχρύ- 
νονται άπό τήν δρασίν μου ; . . Μή με φεύγης ... Δεν 
βλέπω τήν μορφήν σου . . . Δεν άχουω τήν φωνήν σου . . .ι^ 

Αυτά λέγουσα, έξήπλανεν ή \4σπασία τάς χείρας ώς 
$έλουσα να ψαύση τι. Έξέλιπεν ή φωνήτ/)ς, τά μέλη της πα- 



— 162 — 

ρελύβη^σαν xα^το\^ θανάτου αί σκιαΐ διεχύθησαν εις το ιτρό- 
αωπίν της: Έζήτησε να ιτροφερη άκό(Αη λόγους τινάς. Άλ- 
λα τά θανασίμως κλειόμενα χείλη της, και τοΟ κρυεροδ 
ίδρώτος αί από τό μέτωπόν της πίπτουσαι σταγόνες, και τά 
ήμεσβεστα ίμματά της έμαρτύρουν την τελευταίαν της άγω- 
νίαν. Ό εραστής της με νοΟν έξεστηκότα Ιμεινεν άφωνος 
Ιμπροσθέν της, /αί τέλος Ιπεσεν ήμιθανής. Μετεκόμισαν 
αυτόν εις άλλον θάλαμον, ή δε Άσπασύχ μετ' ολίγας στε- 
γμάς εξέπνευσε. Την αυτήν ήμέραν μετά μεγάλης πομπ'?]ς 
τήν Ιθαψεν ό πατήρ της εις τήν περιοχήν ενός Μοναστη- 
ρίου, Πλησίον τ7|ς πόλεως. 

Μετά πολλών ωρών άδιάκοπον ?νΐί]θαργίαν, συνελθών τσ 
εσπέρας 6 Εξόριστος, «ΐιου εϊναι•... που είναι;.. .ι» άνέκρα- 
ξεν. Εις την θέαν του πατρός της πενΟοφοροΟντος καί 
δακρυοντος, άφν|χεν άγρίαν φωνήν απελπισίας, και πο^'ν 
επεσεν εΙς άναισΟησίαν. Άνηγέρθη τήν νύκτα, ήρώτησε πολ- 
λάκις περί τ'/]ς Ασπασίας, έξί)λθεν άπό τήν οίκίαν καί, άφ' 
ου περιεπλανήθη μόνος εις τά γύρω πεδία, δ:ευ6ύνθη με το 
φέγγος τ5|ς σελήνης προς τό μέρος, δπου τον ειπον δτι ^ν- 
ταφιάσθη. 

Εις τήν Μονήν έκείνην διέτρίψε τρεις ημέρας, καί τήν 
νύκτα τήν πρό τί^ς εικοστής πέμπτης Απριλίου εγινεν 
άφαντος. Ευρέθησαν δμωςέκεϊπολλά ιδιόγραφα του άπομν/]- 
μονεύματα, έσχισμένα καΐ διεσπαρμένα κατά γης. Έκ τού- 
των, δπως δυνηθώμεν, άντιγράφομεν καί δημοσιεύομεν δσον 
μέρος .φαίνεται νά έγράφη, άφ' ου έτελεύτησεν ή Ασπασία. 



*ΙΙμεροΛόγιον ζοΰ *Εζορίσζον μεζά τοτ θάκαζοτ τήν Ασπασίας* 
ίΧθές τήν νύκτα, ολίγας ώρας μετά τήν χηδείαν της, 

νΟθ03ΐ€ 



ΟίΟίίίζθό Ι^ν ^ 




— 465 — 

ις του ρή[Λατός την πλάκα, δπου άχό|Λη Ιλαιεν εις τα 
Ουμβατήριον ή μύρρα και δ λίβανος. Ό επιτάφιος λύχνος 
τ'?|ς σ€λήνης περί την* δύσιν της έφώτιζε τά βήματα μου. 
Άνεσήκωσα την πέτραν, και του νεκρέ κοϋ κιβωτίου κατέ- 
θραυσα τάς σανίδας.•. Την εΤδα... Έκοιμ&το τον διπλοΟν 
δπνον τ^ς άθωότητος καΐ τοΟ θανάτου... ΕΤχε τόν παρθενι- 
κόν άνΟινόν στέφανον εις την κεφαλήν, ^όδα καΐ ναρκίσσους 
εις τάς έσταυρωμένας της χείρας... ΉσπάσΟην τά χείλη της 
καΐ ματαίως εις αυτά έζήτησα λεπτήν ^ανίδα δηλητηρίου... 
Άλλοίμονον ! δλον ήτον εις τάς φλέβας της. Το σήμαντρον 
τοΟ Μοναστηρίου έπροσκάλει τους μοναχούς εις τόν *^0ρ- 
Ορον, δτε ακίνητος και αναίσθητος έπεσα εις τά λείψανα 
Δεν την έπανείδα πλέον... Οί σκληροί ! με άφήρεσαν 

καταχθόνιο ν αυτήν παρηγορίαν.,. 

ράν άπ' έμέ, μακράν τά εαρινά τί|ς άηδόνος κελα- 

\ Έσιώπησεν ή φωνή εκείνη, ήτις άντήχει τόσον 
γλυκεία εις τάς άκοάς μου. Οι τερπνότεροι σήμερον ήχοε 
είναι εις έμέ ψαλμοί επικήδειοι, και τόν θάνατον σου με άνα- 
καλουσιν, ώ Ασπασία ! ώ ιερά κόνις!... 

«Έσήαανον αι δώδεκα του μεσονυκτίου ώραι... Πόσον 
επίσημοι και σοβαραί του χρόνου αί φωναί αύταί ! Ώς θα- 
νάτου κραυγή άνυψούμεναι, ακούονται και εις τάς θορυβώ- 
δεις πόλεις των ζώντων και εΙς τους σιωπηλούς τάφους τοδ 
κοιμητηρίου... *Όλοι τήν στιγμήν αυτήν αναπαύονται• Μό-' 
νος έγώ αγρυπνώ. Τήν γλυκεϊαν των αΙσθήσεων κοίμησιν 
άπολαύουσιν οί εύτυχεΤς μόνον, δσοι ονειρεύονται αγγέλους 
και παραδείσους, όχι οί οντες εις άγωνίαν θανάτου. Μίαν 
ή δύο μόνον της νυκτός ώρας νάρκωσις βαρεία πλακόνει τόν 
έγκέφαλόν μου, και ίίϊληροϊ τούτον άπό αλγεινά ενύπνια^ 

οπτασίας αΟτάς παραφρονούσης ψυχής, άλλοτε χω- 






— 164 — 

ρΙς όδηγόν ιίεριστρίφομαε ε{ς σκοτινόν και άνέξοδον 
λον, δπου άνόπαρχτοι Ορ•^ναί με άποαπώσιν άληΟί) δάκρυα^ 
"Αλλοτε τϋάλϋν διαπερώ πελάγη, κοιλάδας και ίίρη, &ά νά 
φθάσω άγαπητήν τενα σκιάν, ήτις πάντοτε με φεύγει καί* 
πάντοτε με σύρει κατόπιν της... Ώ! πώς επανέρχεται συχνά 
τό γλυχύ αυτό φάντασμα ! Πώς με φωνάζει !... Ααμβάνον 
εξαίφνης την ώχράν και θνήσκουσαν μορφήν της Ασπασίας, 
με προσκαλεί νά τό ακολουθήσω εις τί]ς α^^νίου αναπαύσεως 
την χατοικίαν. Ιίετώ εις τά ίχνη του... Άλλ' ουσία αιθέ- 
ριος, άναρπαζομένη άπό τόν άνεμον, με άφίνει και χάνετθΐ€ 
εις τά νέφη... Άπό τάς ομιχλώδεις έπειτα οχθας θαλάσ- 
ση5 φανταστικούς εξέρχεται άλλη πάλιν σκιά, την οποίαν 
έχλαμβάνων άντΙ τ^ς πρώτης κυνηγώ πάντοτε με τ 
ζέσιν. Πλην στρέφεται αύτη προς έμέ, και άναγνωριΊ 
τόν φίλον μου Νικήστρατον, τό άξιοδάκρυτον έκείν 
τοδ έρωτος χοΛ τ•ϊ)ς φιλίας... 

«Ή φρενιτική απελπισία τοΟ αδελφοκτόνου Κάΐν μ' έκυ 
ρίευσε... Ποία θέρμη έγκεφαλίτις,.καί ποία δίψα τοϋ αΓματός^ 
μου!••• ^Ετοιμος εΤμαι νά στρέψω λατ' έμαυτοΟ χεϊρα θα- 
νατηφόρον... 

ε'Οχί' 6χν δέν θέλω επιταχύνει τόν θάνατον μου, καθώς 
οι δειλοί, δσοι φονεύονται διά νά μην ύποφέρωσι• Θέλω αφή- 
σει την λύπην νά με καταμαράνη βραδέως, χωρίς νά οπι- 
σθοδρομήσω Ιν β•ί)μα προς την ζωήν, χωρίς νά προχωρήσω 
Εν βΐ}μα προς τόν τάφον. Ό θάνατος θέλει Ιλθη αύτόκλη•• 
τος και μ' ευρει αδύνατον, καταβεβλημένον, νεκρόν• ήδη. 
Έκπνέων, θέλω είπεϊ τότε προς την φύσιν. «Χαϊρε! σε άφί- 
νω. Δεν θέλω σωτηρίαν. Δέν θέλω ούτε τ' αγαθά σου, ούτ^ 
την γοητευτικήν σου ποίησιν, ούτε τάς παραμυθητικάς σου^ 
ματαιότητας. Φύλαξε ολα ταδτα διά τους άλλους..; 




ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ 







>ν? 



— 165 — 

Γε? αποχαιρετώ ίιΜσχάτην φοράν^ ^Ασιτασόα! *βλθα 
χαι την αύγήν είς την παρθενικήν σου χοίτην, δια νά δώσω 
τον τελευταϊον άσπασμάν είς το καλύπτον σε Ιερόν χωρία, 
πρΙν φύγω από την Ελλάδα... Σ^ έφώναξα... Πλην σύ δεν 
με άπεκρίβης... ΈκοιμΛσο βαθύν ύπνο ν... βαθύ ν ύπνο ν, ώ 
Ασπασία !..•» 

Τί δγινεν έπειτα δ Εξόριστος ; Δεν έδυνήθη χάνεις 6X6- 
κληρον ένιαυτόν νά μάθη τι περί τού':ο\). Μόλις κατά τόν 
Μά!ον του 1833 Ιτους, φεΤ,ος τις αύτοΟ Ιλαβεν από Κων- 
σταντίνο ίπολιν είς Ναύπλιον παρά τίνος Βυζαντίου έπιστο- 
λήν, την οποίαν προσθέτομεν ενταύθα, ως περιέχουσαν την 
τελευταίαν και μόνην ε?δησιν τ5}ς μετά ταΟτα υπάρξεως κα^ 
διαγωγ5)ς του. Ιδού ή περί •ζς 6 λόγο^ επιστολή. 

α'^ύτά. δεκαπενταετί) σχεδόν άπουσίαν, έπανί}λθεν είς την 
εγαλόπολίν μας προ δυο ήδη μηνών ό . . . , όστις, κίχθώς 
ολλάκις μ' έγραψες, απεδείχθη χρήσιμος είς τά ελληνικά 
ράγματα, χατορθώσας μεγάλα υπέρ τί)ς πατρίδος, και μά- 
λιστα κατά τάς ύστερινάς αυτόθι εμφυλίους ταραχάς• έπαν- 
ί)λθεν, δτε κανείς πλέον είς τόν τόπον τ5]ς γεννήσεως του 
δεν ανέφερε τίποτε περί αύτοΟ. Έξηγόρασε την πατρικήν 
του οίκίαν, κατεχομένην άπό Ίσραηλίτην τινά βαθύπλουτον, 
χαί ο{ γείτονες έχάρησαν, βλέποντες παλαιδς και μεγάλης 
οικογενείας βλαστόν άπροσδοκήτως άναθάλλοντα. Άλλα, 
πρδγμα παράδοξον, άνήγειρεν είς τόν κ^πόν του μνημείον 
νεκρικόν ΰπό την άγαπητήν φίλυραν τών παιδικών του χρό- 
νων έπΙ τοΟ κενοταφίου δε τούτου ένεχάραξεν έπιγραφήν 
«Είς την Άσπασίαν και τόν Νικήστρατον» και πλησίον αύ- 
τοΟ διημερεύει σκυθρωπός. Τίς άρα ή ούτω τιμώμενη Α- 
σπασία; Τίς & Νικήστρατος ; 

€Άκμάζ6ΐ κατά την ήλιχίαν και δμως είς τό μέτωπόν 



ΟίΟίίίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 




— 466 — 

του φαίνετα£ γηραιάς λύπης εύοηλος ιχνογραοία. Το'^ 
μοΟμακ κάλλιστα πρό τϊ)ς αποδημίας του• ητον δλος ζωή^ 
δλος ^(ίνησις. Τώρα ώχριδ το πρόσ(απο'ν του• οι άλλοτε τό- 
σον εύχίνητοι χαρακτί)ρές του άπελιΟώθησαν, και οι οφθαλ- 
μοί του θολοί καταδύουσεν εις τον ζόγοΊ της καρδίας του. 
Σπανίως όμιλεΤ, καΐ μη φροντίζων να σε πείση, αδιαφορεί 
σχεδόν αν προσεχής εις τους λογούς του. Περιπατεί, και 
δεν διακρίνεις ποΟ διευθύνονται τά βήματα του. Έργάζετα^ 
και δεν δύνασαι να έννοήσης τί|ς εργασίας του τον σκοπόν. 
Αποφεύγει τάς συναναστροφάς, αποκρούει τάς περιέργους 
ερωτήσεις, χαί βλέπει τον κόσμον με δμμα υπεροπτικόν, ώς 
άνθρωπος, δστις έδοκίμασεν δλας τάς ήδονάς, δλας τάς πι- 
κρίας τοΟ βίου. Διατί ζη ξένος εις την γην, ώς άλλου πλα- 
νήτου άποικος, έτοιμος πάντοτε ν' αναχώρηση ; 

^Πολλάκις άναδέχεται την ταλαιπωρίαν του κυνηγεσίου 
καΐ παρετηρήθη δτι δεν θηρεύει ούτε ζώα, ούτε πτηνά, αλλ 
μδλλον εις τά δρη διασκεδάζων το6ς λυπηρούς του λογι-τ' 
σμούς, οιτινες ώς γύπες κατασπαράττουσι την καρδίαν του, 
ζητεϊ οδύνης άνεσιν και λύπης παραμυθίαν. 

»Είς δε την έ/κλησίαν μετά των άλλων συνερχόμενος^ 
Ιτιμδλλον γίνεται άξιος περιέργειας. "Ιςαται συνεσταλμένος 
καΐ κατηφής, και από το σχ•ί)μά του δύναταί τις νά συμπε• 
ράνη την κατάνυξιν τ'?)ς ψυχ•5]ς του και την άφοσίωσίν του 
εις τον παντοδύναμον θεόν. "Οταν κατ' έκείνας τάς στιγμάς 
προσηλώ το βλέμμα μου εις αυτόν, φαντάζομαι δτι εγκα- 
λεί τό παρόν εις τό μέλλον, δτι ενάγει την κακίαν της γης 
ε?ς την δικαιοσύνην τοΟ ούρανοΟ, και δτι διά πόθον άλ7νης 
υπάρξεως ρίπτει γέφυραν έπι του μεταξύ χάους, και διαβαί- 
νει νοερώς εις την άπδλαυσιν αύτης. Τίο οντι ή θρησκεία 
εΤναι ή πιστή του δύστυχους ακόλουθος• αυτή είναι τό κέν 




ΟίΟίίίζθό 



5νΟοο§Ι( 



« 



— 167 — 

τρον, δπου συνέρχονται και συνενοΟνται δλαι αί ίδέαι^ δλαι 
α{ διαθέσεις, οσαι εΙς τοΟτον τον έφήμερον χόσμον συνιστώ* 
σι του άνθρωπου την άξιοπρέπειαν αύτη εΐναι ή φωνή, ήτις 
άντηχεΤ άδιακόπως εις τα βάθη τής ανθρωπινής χαρδίας, 
καΐ αποκρίνεται προς την άρετήν με την γλώσσάν της. 

»Τόν ήρώτησα με πολλήν φροντίδα περί τής ελευθέρας 
Ελλάδος. Με άπεκρίθη δτι πρό δέκα περίπου μηνΰν άποδη- 
μήσας εκείθεν, δεν έχει νεωτέρας ειδήσεις περί τών ελληνι- 
κών πραγμάτων τούτο με είπε, και άπέστρεψε το πρδσωπον 
δια νά κρύψη την πλημμύραν τών δακρύων του. Το παράδο- 
ξον και μυστηριώδες τΐις ζωϊ]ς του δίδει άφορμήν εις διαφδ. 
ρους εικασίας περί αύτου, και προξενεί άπορίαν πώς άνθρωπος 
βστις διεκρίθη ποτέ εις την ουνταγματικ/ίν Ελλάδα δια το 
ελεύθερον τών φρονημάτων του, υποφέρει σήμερον ν' άνα- 
πνέη τον αέρα τοΟ Θρακικού Βοσπδρου. 

3)Δέν θέλω νά το πιστεύσω• άλλ' εις τών υπηρετών του 
λέγει δτι πολλάκις την νύκτα εις τους έρημους και μεγά- 
λους θαλάμους του περιπλανώμενος, βλέπει έμπροσθεν του 
φαντάσματα και πίπτει κατά γγ]ς ήμιθανής. Μήπως εις ά- 
θώον αίμα έβάφησαν αί χεϊρές του, και τον χατασπαράτω. 
σιν οΕ Ι>χεγχοι του συνειδότος ; Γράψε με, φίλε, δ,τι γνωρί• 
ζεις περί αύτου. ΈπεΟύμουν δμως νά μάθω δτι ό βίος του 
«ναι καθαρός και άκηλίδωτος.» 

ΤΕΛΟΣ. 



ΟίΟίΐίζθό 



5νΟθΟ§ΐ€ 



ί' 






Ό-Φζβό ϋγ ν^οο^ι^ 



Ό-Φζβό 5ν ν^οο^ι^ 



Ό-φζβό 6ν ν3θΟ^Ι€ 



Ό-φζβό 5ν ν3θΟ^Ι€ 



Ό-φζβό 5ν ν3θΟ^Ι€ 




00§ΐ€